Οι γενναίοι

 

Θέλω να μιλήσω γι’ αυτούς,

τους γενναίους του σύμπαντος, που

στους ερημικούς ναούς μετατρέπουν τη στιγμή σε

αιωνιότητα, το θάνατο σε ασήμαντη λεπτομέρεια.

το δέντρο σε παιδί.

Ύστερα πάλι, κοιτώντας τους χλωμούς καθρέφτες

των προθάλαμων, τους διωγμένους και τους

μαχαιρωμένους,

σκέφτομαι:

Αξίζει αυτή η διαδικασία συντριβής;

Ή όπως λένε στα βουνά για τον ετοιμοθάνατο

συγγενή:  ‘’ένα μήνα θα ζήσει, πιάστε το χορό’’.

Ύστερα πάλι το ξύλο. Γιατί ο φοίνικας;

Οι παλιές μας αγάπες.

Γιατί συνεδριάζουν στον πάτο αυτού του πηγαδιού;

Τι ωφελούν τα απλά λόγια του νεκρού πάνω απ’

το κρεβάτι των κληρονόμων;

Ας μου δοθεί συγχώρεση από το σύνταγμα των

ημερών.

Δεν έχω άλλη δικαιολογία απ’ των μικρών παιδιών:

‘’Δεν το ‘θελα.’’

‘’Το ήξερες ότι δεν έπρεπε;’’

‘’Ναι, το ‘ξερα.’’

`

*

 

 

Die Tapferen

 

Über jene möchte ich sprechen,

über die Tapferen des Weltalls, die

in den verwüsteten Kirchen den Augenblick in

Ewigkeit, den Tod in eine unbedeutende Einzelheit umsetzen.

Den Baum in ein Kind.

Später wiederrum, starrend auf die blassen Spiegel

in den Eingangshallen, auf die Vertriebenen und die

    Erstochenen

denke ich:

Ist dieses Zertrümmerungsverfahren eigentlich wert?

Oder wie es in den Gebirgen über den sterbenden

Verwandten gesagt wird: „einen Monat wird er noch leben, fangt an zu tanzen“.

Danach wiederrum das Holz. Warum die Palme?

Unsere alten Lieben.

Warum tagen sie auf diesem Brunnengrund?

Was nützen die schlichten Wörter des Toten über dem

Bett der Erben?

Könnte mich doch die Verfassung aller

                                                                          Tage nur verzeihen.

Habe keine andere Ausrede, als diese der Kleinkinder:

„Ich wollte das nicht.“

„Wusstest du, dass das nicht erlaubt ist?“

„Ja, das wusste ich.“

`

************

Το πίσω των ματιών μας είναι οι λέξεις.

Ευαίσθητες κι ανελέητες.

Μορφές απελπισμένων σε παράθυρα τρένων.

Οι δίνες της πιο όμορφης θάλασσας.

Οι οδύνες της πιο μεγάλης αγάπης.

Πιστέψτε το όταν υποχωρείτε λυπημένοι

όταν συμβιβάζεστε, όταν ζείτε από υποχέωση

όταν ζητάτε άδεια απ’ τον προϊστάμενό σας

θυμηθείτε,

Είμαι μαζί σας.

Αφήνω όλες τις δουλειές

λύνω τα σχοινιά μου κι έρχομαι.

Ακούστε το κλάμα του θηρίου

την ώρα της αναχώρησης

το οπλισμένο μωρό

όταν ο έρωτας φύγει, δείτε

δείτε το αίμα στον ωκεανό

κι ανοίξτε την πόρτα.

Θα μπω να πιούμε μαζί ως την καινούργια άνοιξη.

Γιατί κι εγώ χρόνια σ’ αυτή την πέτρα κάθομαι

και πίσω, φοβάμαι, με φέρνει το ρεύμα.

Με δυο λόγια: Είμαι δικός σας.

`

*

Das Hintere unserer Augen sind die Wörter.

Empfindlich und unbarmherzig.

Gestalten von Verzweifelten hinter den Zugfenstern.

Die schönsten Meereswirbel.

Die größten Liebeschmerzen.

Schenkt Glauben, wenn ihr euch traurig zurückzieht

wenn ihr Kompromisse eingeht, wenn ihr aus Verpflichtung lebt

wenn ihr euren Vorgesetzten um Erlaubnis bittet

erinnert euch daran,

ich bin an eurer Seite.

Ich lasse alle Angelegenheiten liegen

hole meine Leinen ein und komme.

Hört hin auf das Weinen des Ungeheuers

auf den Moment der Abreise

auf den bewaffneten Säugling

wenn die Liebe erlischt, erblickt

erblickt das Blut im Ozean

und öffnet die Tür.

Herein werde ich kommen und in eurer Gesellschaft werde ich bis zum neuen Frühling trinken.

Weil auch ich jahrelang auf diesem Stein sitze

und mich, so fürchte ich, bringt der Strom zurück.

Zusammengefasst: Ich bin euer.

 `

**********************

 

Αλκοολικές  πουτάνες

από σας κρύβομαι

για να γράψω.

Φοβάμαι την αλήθεια σας.

Τα πέτρινα μάτια σας.

Τρέμω στη σκέψη πως θα δω τα ερείπιά σας

κατοικίες αποδεκτών πολιτών.

Σας αγαπώ,

γιατί δεν έχετε άλλοθι

γιατί πέρασε πάνω σας

η χιονοστιβάδα του κόσμου

και υψωθήκατε γενναίες στους ουρανούς της πόλης.

Ομορφιές μου,

ακόμα ανασταίνεστε

στ’ άθλια καπηλειά

και στις τρύπες των ποντικών

πίνοντας και βρίζοντας

κάτω από μια ‘’φωτογραφία’’ του Χριστού.

`

*

Alkoholische Huren

ich verberge mich vor euch

sodass ich schreibe.

Ich habe Angst vor eurer Wahrheit.

Euren steinernen Augen.

Mit Zittern und Zagen denke ich, eure Ruinen sehen zu müssen

Häuser akzeptabler Bürger.

Ich liebe euch,

weil ihr kein Alibi habt

weil euch die Weltlawine überging

und ihr euch tapfer bis zum Stadthimmel erhobt.

Meine Schönheiten,

immer noch ersteht ihr auf

in den elenden Kneipen

und den Mäuselöchern

trinkend und fluchend

unter einer „Photographie“ Christis.

`

******************************

`

Ο Γιώργος Δάγλας γεννήθηκε στην Ιθάκη, το 1958. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Η μέρα των φωταγωγών (Ελεύθερος Τύπος, 1982), Το μαύρο χιόνι (Ελλέβορος, 1989, β’ έκδ. Φίλντισι, 2016) και Καντάδες για ένα δαίμονα (Φίλντισι, 2014).Οι Καντάδες για ένα δαίμονα έχουν μελοποιηθεί από τον σύνθετη Βασίλη Λαγό και ερμηνεύονται από την Ντόρα Βλάσση, τον Λάκη Χαλκιά και τον Γιώργο Ρωμανό, και η πρόζα με τίτλο Το σίδερο μελοποιήθηκε από τον Νεκτάριο Καζαντζή και ερμηνεύεται από τον Δημήτρη Ζερβουδάκη. Υπεύθυνος ύλης στο λογοτεχνικό περιοδικό »Κύμα», συνεργάζεται με το ραδιόφωνο, περιοδικά και λογοτεχνικά μπλογκ.