…Ή μήπως να γεννήθηκε εκείνος

Έστω και μια στιγμή για να ξαποστάσει

Στης καρδιάς σου τη γειτονιά;..

Ιβάν Τουργκένιεφ

 

 

Νύχτα πρώτη

 

Ήταν μια θαυμάσια νύχτα, τέτοια νύχτα που πιθανόν μόνο τότε μπορεί να υπάρξει, όταν είμαστε νέοι, αγαπητέ αναγνώστη. Ο ουρανός ήταν τόσο έναστρος, τόσο φωτεινός ήταν, που με το που τον κοίταζες, έπρεπε ανεπιτήδευτα να αναρωτηθείς αν μπορούν να ζουν κάτω από έναν τέτοιο ουρανό διάφοροι θυμωμένοι και καπριτσιόζοι άνθρωποι. Είναι μια νέα ερώτηση αυτή, αγαπητέ αναγνώστη, πολύ νέα, αλλά μακάρι να την στέλνει ο Κύριος πιο συχνά στην ψυχή σας!.. Μιλώντας για τους καπριτσιόζους και τους διάφορους θυμωμένους κυρίους, δε θα μπορούσα να μην θυμηθώ και τη δική μου ενάρετη συμπεριφορά καθόλη τη διάρκεια της ημέρας. Από το πρωί κιόλας άρχισε να με βασανίζει μια περίεργη θλίψη. Μου φάνηκε ξαφνικά ότι εμένα τον τόσο μοναχικό, όλοι με εγκαταλείπουν και όλοι απομακρύνονται από μένα. Εδώ, βέβαια, ο καθένας έχει το δικαίωμα να ρωτήσει: ποιοι είναι άραγε αυτοί οι όλοι; γιατί πάνε οχτώ χρόνια που μένω στην Πετρούπολη και σχεδόν καμία γνωριμία δεν κατάφερα να κάνω. Αλλά τί να τις κάνω τις γνωριμίες; Μου είναι γνώριμη ούτως ή άλλως όλη η Πετρούπολη· να γιατί μου φάνηκε ότι όλοι με εγκαταλείπουν, όταν όλη η Πετρούπολη σηκώθηκε και έφυγε ξαφνικά για τα εξοχικά. Φοβήθηκα που θα έμενα μόνος και για τρεις ολόκληρες μέρες περιπλανιόμουν στην πόλη σε βαθιά θλίψη, χωρίς να καταλαβαίνω καθόλου τί μου συμβαίνει. Είτε πήγαινα στην λεωφόρο Νιέβσκι, είτε πήγαινα στον κήπο, είτε περπατούσα στην ακρογιαλιά, ούτε ένα πρόσωπο από εκείνα που έχω συνηθίσει να ανταμώνω στο ίδιο μέρος, την γνωστή ώρα για ολόκληρη τη χρονιά. Αυτοί, βέβαια, δε με γνωρίζουν, τους γνωρίζω όμως εγώ. Τους γνωρίζω από κοντά· έχω σχεδόν μάθει τις φυσιογνωμίες τους και τις χαζεύω όταν είναι χαρούμενες, και θλίβομαι όταν τις σκεπάσει η καταχνιά. Σχεδόν έπιασα φιλία με έναν γεροντάκο τον οποίο συναντάω κάθε θεάρεστη μέρα τη γνωστή ώρα στον ποταμό Φοντάνκα. Είναι μια σπουδαία φυσιογνωμία, σκεπτική· όλο σιγομουρμουρίζει και κουνάει το αριστερό  του χέρι, ενώ στο δεξί έχει ένα μακρύ μπαστούνι με εξογκώματα και χρυσή κεφαλή. Ακόμα και αυτός με αντιλήφθηκε και μου ασκεί ψυχική συμπαράσταση. Αν τυχόν δεν βρεθώ την γνωστή ώρα στο ίδιο μέρος στον Φοντάνκα, είμαι σίγουρος πως θα τον κατακυριεύσει η θλίψη. Να γιατί μερικές φορές παραλίγο να υποκλιθούμε ο ένας στον άλλον, ειδικά όταν είμαστε και οι δύο εύθυμοι. Τις προάλλες, όταν είχαμε να ειδωθούμε για δύο ολόκληρες μέρες και την τρίτη μέρα συναντηθήκαμε, πήγαμε κιόλας να πιάσουμε τα καπέλα μας, μα ευτυχώς συνήλθαμε εγκαίρως, κατεβάσαμε τα χέρια και με ενσυναίσθηση προσπεράσαμε ο ένας τον άλλον. Γνωρίζω επίσης τα σπίτια. Όταν περπατάω, το καθένα από αυτά σαν να τρέχει μπροστά μου στο δρόμο, με κοιτάζει με ορθάνοιχτα τα παράθυρα και θαρρείς λέει: «Χαίρετε, πως είναι η υγεία σας; και εγώ, δόξα τω Θεώ, είμαι υγιής, ενώ τον Μάιο μήνα θα μου προσθέσουν έναν όροφο». Ή: «Εγώ παραλίγο να καώ και τρομοκρατήθηκα» κ.τ.λ. Ανάμεσα σε αυτά έχω κάποια στα οποία έχω αδυναμία, έχω κολλητούς που τους έχω από κοντά· ένας απ’ αυτούς είχε σκοπό αυτό το καλοκαίρι να κάνει θεραπεία στον αρχιτέκτονα. Επίτηδες θα περνάω κάθε μέρα για να μην τον θεραπεύσουν τυχόν μέχρι θανάτου, Θεός φυλάξει!.. Ποτέ όμως δε θα ξεχάσω την ιστορία με ένα πανέμορφο, ανοιχτό ροζ, σπιτάκι. Ήταν ένα τόσο γλυκούλικο πέτρινο σπιτάκι, τόσο συμπαθητικά με κοιτούσε, και τόσο περήφανα κοιτούσε τους άγαρμπους γείτονές του, που χαιρόταν η καρδιά μου, αν τύχαινε να περνάω από δίπλα του. Ξαφνικά, την προηγούμενη βδομάδα, όπως κατέβαινα τον δρόμο, και με το που βλέπω τον κολλητό μου, ακούω μια λυπητερή φωνή: «Με βάφουν με κίτρινο χρώμα!» Κακούργοι! Βάρβαροι! Δεν λυπήθηκαν τίποτα: ούτε τις κολώνες, ούτε τα γείσα, κι έτσι ο κολλητός μου κιτρίνισε σαν το καναρίνι. Παραλίγο να μου χυθεί η χολή λόγω αυτής της περίπτωσης, και μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα ακόμη δυνάμεις για να ειδωθούμε με τον παραμορφωμένο μου φτωχό που τον έβαψαν στο χρώμα της Ουράνιας αυτοκρατορίας.

Έτσι λοιπόν, αντιλαμβάνεστε, αναγνώστη, με ποιον τρόπο έχω γνωρίσει όλη την Πετρούπολη.

Έχω ήδη αναφέρει ότι για τρεις ολόκληρες μέρες με βασάνιζε η ταραχή, ώσπου να μαντέψω το λόγο της. Και έξω ήμουν άσχημα: «αυτός λείπει, εκείνος λείπει, που εξαφανίστηκε ο τάδε;» αλλά και στο σπίτι δεν με χωρούσε ο τόπος. Για δύο βραδιές παιδευόμουν να ανακαλύψω: «τί μου λείπει από τη γωνιά μου; γιατί μου είναι τόσο δυσάρεστο να παραμένω μέσα;» και με αμηχανία παρατηρούσα τους πράσινους γεμάτους καπνιά τοίχους μου, το ταβάνι με τις κρεμάμενες αράχνες, που τις ανακάτευε η Ματριόνα με μεγάλη επιτυχία, επιθεωρούσα όλα μου τα έπιπλα, εξέταζα την καθεμιά καρέκλα, σκεπτόμενος: «μήπως κρύβεται εδώ το κακό;» (επειδή αν έχω έστω και μια καρέκλα τοποθετημένη διαφορετικά από ότι χθες, δεν με χωράει ο τόπος) κοιτούσα και έξω από το παράθυρο, μα ήταν όλα μάταια… καθόλου δεν ένιωθα ανακούφιση! Μου ήρθε ακόμα και να φωνάξω την Ματριόνα και αμέσως της τράβηξα μια πατρική κατσάδα για τις αράχνες και γενικά για την τσαπατσουλιά· μα εκείνη απλώς με κοίταξε όλο απορία και έφυγε πέρα χωρίς να πει κουβέντα, οπότε οι αράχνες ακόμα κρέμονται μια χαρά στη θέση τους. Επιτέλους μόλις σήμερα το πρωί ανακάλυψα πού είναι το θέμα: «Α, το βρήκα! τρέχουν στα εξοχικά τους για να ξεφύγουν από μένα!» Να με συγχωρέσετε για την λαϊκίστικη έκφραση αλλά δεν ήμουν για λόγιο ύφος… γιατί όλοι κι όλα όσα βρίσκονταν στην Πετρούπολη, είχαν μετακομίσει ή μετακόμιζαν στα εξοχικά τους· γιατί ο κάθε σεβάσμιος κύριος με σπουδαία εμφάνιση, που μίσθωνε αμαξά, στα μάτια μου αμέσως μετατρεπόταν σε έναν σεβάσμιο οικογενειάρχη ο οποίος, ύστερα από καθημερινές υποχρεώσεις, κατευθυνόταν ανάλαφρος στην εστία της φαμίλιας του, στο εξοχικό· γιατί ο κάθε περαστικός είχε πλέον μια τελείως ξεχωριστή όψη που παραλίγο να έλεγε στον πρώτο τυχόντα: «Εμείς, κύριοι, περνάμε από εδώ σχεδόν συμπτωματικά, ενώ σε δύο ώρες θα φύγουμε για το εξοχικό μας». Αν εκείνη τη στιγμή, τύχαινε να ανοίξει κάποιο παράθυρο, το οποίο προηγουμένως είχαν χτυπήσει, λεπτά λευκά σαν ζάχαρη δαχτυλάκια, και να ξεπροβάλει το λεπτοκαμωμένο κεφαλάκι μιας ομορφούλας που καλούσε τον φορτωμένο με ανθισμένες γλάστρες μικροπωλητή, εγώ αμέσως εκείνη τη στιγμή φανταζόμουν ότι αυτά τα λουλούδια αγοράζονται έτσι, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, και όχι δηλαδή για να απολαμβάνει κανείς την άνοιξη και τα λουλούδια στο πνιγερό αστικό διαμέρισμα, και ότι πολύ σύντομα όλοι θα μετακομίσουν στα εξοχικά τους και θα πάρουν τα λουλούδια μαζί τους. Σαν να μην έφτανε αυτό, είχα κάνει τέτοια πρόοδο στο καινούργιο, ιδιαίτερο είδος των ανακαλύψεών μου, που μπορούσα πια αλάνθαστα, εξ όψεως και μόνο, να προσδιορίσω ποιος μένει σε ποιο εξοχικό. Οι κάτοικοι των νήσων Κάμεννυ και Απτέκαρσκι ή της οδού Πετεργκόφ ξεχώριζαν με την εξασκημένη λεπτότητα των τρόπων τους, με τα καμαρωτά καλοκαιρινά ενδύματα και τις ωραίες άμαξες με τις οποίες κατέφταναν στην πόλη. Οι κάτοικοι από το Παργκόλοβο και πέρα, σε «υπέβαλλαν» με την πρώτη ματιά με την σύνεση και την αρχοντιά τους· ο επισκέπτης της νήσου Κρεστόβσκι ξεχώριζε με το ατάραχο χαρούμενο ύφος του. Είτε τύχαινε να συναντήσω μια μακριά ακολουθία αμαξάδων φορτηγών αμαξών που βάδιζαν νωχελικά με τα χαλινάρια στα χέρια πλάι στις καρότσες, φορτωμένες με βουνά ολόκληρα από διάφορα έπιπλα, τραπέζια, καρέκλες, ντιβάνια τουρκικά και μη τουρκικά και άλλα οικιακά αντικείμενα, ενώ πάνω από όλα αυτά συχνά καθόταν, ενθρονισμένη στην κορυφή της καρότσας, μια φιλάσθενη μαγείρισσα που φύλαγε τα πράγματα των αφεντάδων σαν κόρη οφθαλμού· είτε κοιτούσα τις βαριά φορτωμένες με οικιακά είδη βάρκες που κατέβαιναν τον ποταμό Νιεβά ή Φοντάνκα μέχρι το ρέμα Τσόρναγια ή τα νησιά, οι καρότσες και οι βάρκες δεκαπλασιάζονταν, εκατοπλασιάζονταν στα μάτια μου· θαρρείς όλα σηκώθηκαν και ξεκίνησαν, όλα μετανάστευαν με καραβάνια ολόκληρα στα εξοχικά· θαρρείς όλη η Πετρούπολη απειλούσε να μετατραπεί σε έρημο, ώσπου τελικά ένιωσα ντροπή, αδικία και λύπη: δεν είχα ούτε τόπο ούτε λόγο να πάω σε εξοχικό. Ήμουν έτοιμος να πάω με οποιαδήποτε καρότσα, να φύγω με οποιονδήποτε κύριο με σεβάσμια εμφάνιση που είχε μισθώσει αμαξά· μα κανείς, απολύτως κανένας δεν με προσκάλεσε· σαν να με είχαν ξεχάσει, σαν να τους ήμουν πραγματικά ξένος!

Περπατούσα πολύ και για πολλή ώρα, τόση πολλή που πρόλαβα, όπως το συνηθίζω, να ξεχάσω πού βρίσκομαι, και τελικά βρέθηκα ξαφνικά στα διόδια. Αυτοστιγμεί πλημμύρισα χαρά και έκανα ένα βήμα περνώντας την μπάρα, άρχισα να περπατάω ανάμεσα στα σπαρμένα χωράφια και λιβάδια, δεν άκουσα την κούραση, αλλά ένιωσα με όλο μου το είναι, πως κάποιο βάρος φεύγει από την ψυχή μου. Όλοι οι περαστικοί με κοιτούσαν με τόση συμπάθεια που παραλίγο να κάνουν υπόκλιση· όλοι χαίρονταν τόσο πολύ για κάτι, όλοι ανεξαιρέτως κάπνιζαν τσιγάρα. Και εγώ χαιρόμουν τόσο, όσο δεν μου είχε ξανασυμβεί ποτέ. Σαν να βρέθηκα ξαφνικά στην Ιταλία –τόσο έντονα με εξέπληξε η φύση, εμένα τον μισοάρρωστο πολίτη, που παραλίγο να πνιγεί μέσα στους τοίχους της πόλης.

Υπάρχει κάτι ανεξήγητα συγκινητικό στην πετρουπολίτικη φύση μας όταν αυτή, με τον ερχομό της άνοιξης, επιδεικνύει ξαφνικά όλη την ορμή της, όλες τις δυνάμεις που της χάρισαν οι ουρανοί, φουντώνει, στολίζεται, γεμίζει χρώματα από άνθη… Κατά κάποιον τρόπο μου θυμίζει, άθελά της, μια κοπέλα σβησμένη και άρρωστη, τέτοια που την κοιτάτε καμιά φορά με συμπόνοια, καμιά φορά με κάποια συμπάσχουσα αγάπη, ενώ καμιά φορά δεν την παρατηρείτε καν, αλλά αυτή ξαφνικά, για μια στιγμή, κάπως ανεπιτήδευτα γίνεται ανεξήγητα, θαυμάσια όμορφη, κι εσείς, κατάπληκτος και απορροφημένος, άθελά σας αναρωτιέστε: «ποιά δύναμη παρότρυνε να λάμψουν με τέτοια φλόγα αυτά τα θλιμμένα, σκεπτικά μάτια; τί έφερε αίμα σ’ αυτά τα χλωμά, αδυνατισμένα μάγουλα; τί έλουσε με πάθος αυτά τα τρυφερά χαρακτηριστικά; γιατί φουσκώνει έτσι αυτό το στήθος; τί έφερε τόσο ξαφνικά δύναμη, ζωή και ομορφιά στο πρόσωπο της φτωχής κοπέλας, το έβαλε να φωτιστεί με ένα τέτοιο χαμόγελο, να ζωντανέψει με ένα τέτοιο αστραφτερό, σπινθηροβόλο γέλιο;» Κοιτάτε τριγύρω, ψάχνετε κάποιον, προσπαθείτε να μαντέψετε… Αλλά η στιγμή περνάει και, ίσως, την επόμενη κιόλας μέρα θα συναντήσετε πάλι το ίδιο σκεπτικό και αφηρημένο βλέμμα, όπως ήταν πριν, το ίδιο χλωμό πρόσωπο, την ίδια υποχωρητικότητα και ντροπαλότητα στις κινήσεις, ακόμα και μετάνοια, ακόμα και ίχνη κάποιας νεκρικής στεναχώριας και ενόχλησης επειδή για μια στιγμή παρασύρθηκε… Και λυπάστε που τόσο γρήγορα, τόσο ανεπιστρεπτί, μαράθηκε η στιγμιαία ομορφιά, που τόσο απατηλά και μάταια άστραψε μπροστά σας –λυπάστε, επειδή δεν είχατε το χρόνο ούτε για να την αγαπήσετε…

Παρόλα αυτά η νύχτα μου ήταν καλύτερη από τη μέρα! Να πως έγινε:

Γύρισα πίσω στην πόλη πολύ αργά, και το ρολόι είχε ήδη χτυπήσει δέκα, την ώρα που πλησίαζα στο διαμέρισμα. Ο δρόμος μου περνούσε από την όχθη του καναλιού, στην οποία τέτοια ώρα δεν συναντάς ούτε ψυχή. Η αλήθεια είναι πως μένω στο πιο απομακρυσμένο μέρος της πόλης. Περπατούσα και τραγουδούσα, γιατί όταν είμαι ευτυχισμένος, οπωσδήποτε μουρμουρίζω κάτι από μέσα μου, όπως κάθε ευτυχισμένος άνθρωπος που δεν έχει ούτε φίλους ούτε κοντινούς γνωστούς και σε μια χαρούμενη στιγμή δεν έχει με ποιον να μοιραστεί τη χαρά του. Ξαφνικά μου συνέβη η πιο απρόοπτη περιπέτεια.

Σε μια άκρη, ακουμπώντας στην κουπαστή του καναλιού, στεκόταν μια γυναίκα· όπως φαινόταν, κοιτούσε πολύ προσεκτικά τα θολά νερά του καναλιού. Φορούσε ένα γλυκύτατο κίτρινο καπέλο και μια κομψή μαύρη εσάρπα. «Είναι νέα κοπέλα και οπωσδήποτε μελαχρινή», σκέφτηκα. Φάνηκε πως δεν άκουσε τα βήματά μου, ούτε που κουνήθηκε όταν την προσπέρασα, με κομμένη την ανάσα και την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά. «Τι περίεργο!» σκέφτηκα, «πρέπει να είναι βαθιά βυθισμένη στις σκέψεις της για κάποιο λόγο», και εκεί ξαφνικά έμεινα κόκαλο. Μου ακούστηκαν πνιχτοί λυγμοί. Ναι! Δεν έκανα λάθος, η κοπέλα έκλαιγε, και σε ένα λεπτό ακούστηκαν κι άλλοι, κι άλλοι λυγμοί. Ω Θεέ μου! Σφίχτηκε η καρδιά μου. Και παρόλο που είμαι τόσο διστακτικός με τις γυναίκες, αυτή ήταν μια τόσο έντονη στιγμή που: γύρισα πίσω, έκανα ένα βήμα προς το μέρος της, και οπωσδήποτε θα έλεγα: «Κυρία μου!» αν δεν γνώριζα ότι αυτή η αναφώνηση ήταν ήδη χιλιοειπωμένη σε όλα τα ρωσικά μυθιστορήματα της υψηλής κοινωνίας. Μόνο αυτό με σταμάτησε. Μέχρι όμως να βρω την κατάλληλη λέξη, η κοπέλα συνήλθε, κοίταξε γύρω της, αντιλήφθηκε που βρισκόταν, κατέβασε το βλέμμα και ξέφυγε προσπερνώντας με κατά μήκος της όχθης. Εγώ αμέσως την ακολούθησα, αλλά αυτή με κατάλαβε, άφησε την όχθη, πέρασε στην απέναντι πλευρά του δρόμου και άρχισε να περπατά στο πεζοδρόμιο. Δεν τόλμησα να περάσω στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Η καρδιά μου φτερούγιζε σαν να ανήκε σε αιχμαλωτισμένο πουλάκι. Ξαφνικά, συνέβη ένα περιστατικό που ήρθε να με βοηθήσει.

Στην άλλη πλευρά του πεζοδρομίου, κοντά στη δική μου άγνωστη, εμφανίστηκε ξαφνικά ένας κύριος με φράκο, σεβάσμιας ηλικίας, αλλά δεν μπορεί να πει κανείς, πως ήταν και σεβάσμιου περπατήματος. Πήγαινε τρεκλίζοντας και στηριζόταν προσεκτικά στον τοίχο. Η κοπέλα δε, πήγαινε σαν υπεραστική άμαξα, βιαστικά και ντροπαλά, όπως περπατάνε όλες οι κοπέλες που δεν θέλουν κάποιον αυτόκλητο συνοδό μέχρι το σπίτι μέσα στη Νύχτα, και φυσικά, ο κύριος που τρέκλιζε, με τίποτα δε θα την έφτανε, αν η μοίρα μου δεν τον είχε προτρέψει να αναζητήσει τεχνητά μέσα. Ξαφνικά, εκεί που δεν το περίμενε κανείς, ορίστε μου ο κύριος, εκτινάσσεται και, τρέχοντας σαν αφηνιασμένος, προσπαθεί να φτάσει την άγνωστή μου. Εκείνη πήγαινε σαν τον άνεμο, αλλά ο προ ολίγου τρεκλίζων κύριος όλο και την πλησίαζε και εν τέλει την πρόλαβε, η κοπέλα έβγαλε μια πνιχτή φωνή και… ευλογώ τη μοίρα για το υπέροχο, γεμάτο προεξοχές ξύλο, που κατά τύχη είχα βρει και κρατούσα εκείνη τη στιγμή στο δεξί μου χέρι. Αμέσως βρέθηκα στην άλλη πλευρά του πεζοδρομίου, αμέσως ο απρόσκλητος κύριος κατάλαβε περί τίνος πρόκειται, συνειδητοποίησε το αδιαμφισβήτητο του προφανούς, σιώπησε, έμεινε πίσω και, μόνο όταν ήμασταν πια πολύ μακριά, διαμαρτυρήθηκε εναντίον μου με πολύ ενεργητική ορολογία. Αλλά τα λόγια του ίσα-ίσα που έφτασαν σε εμάς.

«Δώστε μου το χέρι σας», είπα στην άγνωστή μου. «Και δε θα ξανατολμήσει να μας ενοχλήσει».

Εκείνη μου άπλωσε σιωπηλά το χέρι της, που έτρεμε ακόμη από την ταραχή και τον φόβο. Ω, απρόσκλητε κύριε! Πόσο σε ευγνωμονούσα εκείνη τη στιγμή! Την κοίταξα φευγαλέα, ήταν γλυκύτατη και μελαχρινή, όπως είχα σωστά μαντέψει, πάνω στις μαύρες βλεφαρίδες της γυάλιζαν ακόμη τα δάκρυα ή του πρόσφατου φόβου ή του προηγούμενου καημού –αυτό δεν μπορούσα να το ξέρω. Στα χείλη της όμως ήδη άστραφτε το χαμόγελο. Με κοίταξε κι αυτή στα κρυφά, κοκκίνισε ελαφρά και χαμήλωσε το βλέμμα.

  • Βλέπετε τώρα, γιατί με διώξατε λοιπόν προηγουμένως; Αν ήμουν εδώ, τίποτα δε θα συνέβαινε…
  • Μα δε σας γνώριζα, νόμιζα ότι και εσείς…
  • Τώρα, δηλαδή, με γνωρίζετε;
  • Λιγάκι. Για παράδειγμα, γνωρίζω ότι τρέμετε, αλλά γιατί;
  • Ω, το μαντέψατε με την πρώτη!

Αποκρίθηκα, ενθουσιασμένος με το γεγονός ότι η κοπέλα μου είναι πανέξυπνη: αυτό, σε συνδυασμό με την ομορφιά, ποτέ δεν πειράζει.

  • Ναι, το μαντέψατε με την πρώτη ματιά, με ποιον έχετε να κάνετε. Πράγματι, είμαι ντροπαλός με τις γυναίκες, βρίσκομαι σε ταραχή, δεν αντιλέγω, στο βαθμό που ήσασταν εσείς πριν από ένα λεπτό, όταν αυτός ο κύριος σας τρόμαξε, και διόλου λιγότερο… Διακατέχομαι κι εγώ τώρα από κάποιον φόβο. Λες και είναι όνειρο, ωστόσο εγώ ούτε στα όνειρά μου έχω δει ότι, κάποια στιγμή, θα μιλάω με κάποια, οποιαδήποτε γυναίκα.
  • Πώς; Πράγματι;…
  • Ναι, αν τρέμει το χέρι μου, αυτό είναι επειδή ποτέ δεν το έχει αγκαλιάσει ένα χαριτωμένο μικρό χεράκι σαν το δικό σας. Έχω ξεσυνηθίσει εντελώς τις γυναίκες, δηλαδή, δεν τις είχα συνηθίσει και πότε, μιας και είμαι μόνος… Δεν ξέρω ούτε πως να τις μιλήσω. Ούτε τώρα ξέρω, μήπως σας είπα καμιά ανοησία; Πείτε μου ευθέως· μείνετε ήσυχη, δεν παρεξηγούμαι…
  • Όχι, τίποτα, τίποτα, το αντίθετο. Και εφόσον εξ’ αρχής έχετε την απαίτηση να είμαι ειλικρινής, σας πληροφορώ ότι στις γυναίκες αρέσει μια τέτοιου είδους ντροπαλότητα· κι αν με ρωτούσατε, θα σας έλεγα ότι αρέσει και σε μένα, γι’ αυτό δε θα σας διώξω από κοντά μου μέχρι το ίδιο μου το σπίτι.
  • Θα με κάνετε (άρχισα να λέω βαριανασαίνοντας από τον ενθουσιασμό) να σταματήσω αμέσως να είμαι ντροπαλός, και τότε, αντίο σε όλα μου τα μέσα!..
  • Μέσα; Τι μέσα, για ποιον λόγο; Αυτό πια είναι ανάγωγο.
  • Έσφαλα, δεν το ξανακάνω, μου ξέφυγε· πώς ζητάτε όμως, μια τέτοια στιγμή, να μην υπάρχει η επιθυμία…
  • Να μου αρέσετε δηλαδή;
  • Ναι, έτσι ακριβώς! Όμως, σας ξορκίζω, να είστε επιεικής. Δείτε και μόνη σας, ποιος είμαι! Είμαι ήδη εικοσιέξι χρονών κι όμως δεν ήμουν ποτέ με καμία. Πώς λοιπόν θα μπορούσα να μιλάω καλά, επιδέξια και σωστά; Θα επωφελούσασταν περισσότερο, αν όλα γινόντουσαν ανοιχτά και ξεκάθαρα… Εγώ δεν ξέρω να σωπαίνω όταν η καρδιά μιλάει. Αλλά το ίδιο μας κάνει… Το πιστεύετε, ούτε μια γυναίκα, ποτέ, ποτέ! Ούτε μια γνωριμία! Μόνο ονειρεύομαι κάθε μέρα ότι κάποτε επιτέλους θα συναντήσω κάποια. Αχ, αν ξέρατε μόνο, πόσες φορές έχω ερωτευτεί με τέτοιον τρόπο!..
  • Μα πώς, ποιά;…
  • Καμία συγκεκριμένα, κάτι ιδανικό, όποια με επισκεφτεί στο όνειρό μου. Δημιουργώ στα όνειρά μου ολόκληρα μυθιστορήματα. Ω, δεν με ξέρετε! Η αλήθεια είναι πως, δε γίνεται χωρίς αυτό, έχω κουβεντιάσει με δυο-τρεις γυναίκες, αλλά και τί γυναίκες ήταν αυτές; Όλες τους ήταν απ’ αυτές τις νοικοκυρές… Τώρα όμως θα σας κάνω να γελάσετε, ξέρετε, υπήρξαν φορές που σκεφτόμουν να μιλήσω, έτσι απλά, σε κάποια αριστοκράτισσα στο δρόμο, όντας μόνη της, εννοείται· να μιλήσω, βέβαια, ντροπαλά, με σεβασμό, με πάθος· να της πω ότι μαραζώνω μόνος μου, για να μη με διώξει, ότι δεν υπάρχει τρόπος να γνωρίσω μια οποιαδήποτε γυναίκα· να της εμφυσήσω ότι είναι ακόμα και υποχρέωση της γυναίκας να μην απορρίψει την ταπεινή ικεσία ενός τέτοιου δυστυχισμένου ανθρώπου σαν κι εμένα. Ότι, εν τέλει, όλα όσα ζητάω αποτελούνται όλο κι όλο από το να μου πει δυο αδελφικές κουβέντες, με ενσυναίσθηση, να μη με διώξει με την πρώτη, να με εμπιστευθεί, να ακούσει αυτά που έχω να πω, ακόμα και να γελάσει μαζί μου, αν το θελήσει, να μου δώσει ελπίδα, να μου πει δυο κουβέντες, μονάχα δυο κουβέντες, και ύστερα ας μην ξανασυναντηθούμε ποτέ μ’ αυτήν!.. Μα εσείς γελάτε… Αλλά, έτσι κι αλλιώς, κι εγώ γι’ αυτό τα λέω…
  • Μην ενοχληθείτε· εγώ γελάω με το γεγονός, ότι εσείς ο ίδιος είστε εχθρός του εαυτού σας, και αν δοκιμάζατε, ίσως το καταφέρνατε, παρόλο που όλα θα λάμβαναν χώρα στο δρόμο· όσο πιο απλά, τόσο το καλύτερο… Καμία καλή γυναίκα, εκτός αν είναι ανόητη ή ιδιαίτερα θυμωμένη για κάποιο λόγο εκείνη τη στιγμή, δε θα τολμούσε να σας ξαποστείλει χωρίς να σας προσφέρει αυτές τις δύο κουβέντες, για τις οποίες τόσο ταπεινά θα ικετεύατε… Μάλλον, τι λέω! Σίγουρα θα σας περνούσε για τρελό. Μιας που εγώ έκρινα με βάση τον εαυτό μου. Σάμπως έχω ιδέα πώς ζουν οι άνθρωποι στον κόσμο!
  • Ω, σας ευχαριστώ! (Ξεφώνησα.) Ούτε που πάει το μυαλό σας, τί μου κάνατε τώρα!
  • Καλά, καλά! Πείτε μου όμως, πώς το μάθατε ότι είμαι τέτοια γυναίκα, με την οποία… δηλαδή, την οποία κρίνετε άξια… προσοχής και φιλίας… με λίγα λόγια, όχι νοικοκυρά, όπως λέτε εσείς; Γιατί αποφασίσατε να με πλησιάσετε;
  • Γιατί; Γιατί; Μα ήσασταν μόνη σας, εκείνος ο κύριος ήταν υπερβολικά τολμηρός, τώρα είναι νύχτα, δε συμφωνείτε, είναι υποχρέωσή μου να…
  • Όχι, όχι, ακόμα νωρίτερα, εκεί, στην απέναντι πλευρά. Αφού εσείς θέλατε να με πλησιάσετε;
  • Εκεί, στην απέναντι πλευρά; Αλήθεια, δεν ξέρω, πώς να σας απαντήσω, φοβάμαι… Ξέρετε, σήμερα ήμουν ευτυχισμένος, περπατούσα, τραγουδούσα, πήγα έξω από την πόλη, ποτέ δεν έχω ζήσει τέτοιες ευτυχισμένες στιγμές. Εσείς όμως… πιθανόν να μου φάνηκε… Συγχωρέστε με ωστόσο αν σας το θυμίσω, αλλά μου φάνηκε πως κλαίγατε κι εγώ… εγώ δεν άντεχα να το ακούω… η καρδιά μου σφίχτηκε… Ω Θεέ μου! Δεν είχα άραγε το δικαίωμα να νιώσω θλίψη για σας; Άραγε ήταν αμαρτία να νιώσω για σας αδελφική συμπόνοια;… Συγγνώμη, είπα συμπόνοια… Μάλλον, ναι, με λίγα λόγια, θα μπορούσα άραγε να σας βλάψω επειδή θέλησα ασυναίσθητα να σας πλησιάσω;…
  • Αφήστε το, φτάνει, μη μιλάτε… (Είπε η κοπέλα με το βλέμμα χαμηλωμένο και σφίγγοντας το χέρι μου.) Εγώ από μόνη μου φταίω που μίλησα γι’ αυτό· χαίρομαι όμως που δεν έκανα λάθος με σας… ήδη έφτασα όμως στο σπίτι, θα πάω από εδώ, στο σοκάκι, είναι δύο βήματα… Αντίο σας, σας είμαι ευγνώμων…
  • Μα πώς είναι δυνατόν, δε θα ξαναϊδωθούμε δηλαδή ποτέ;… Δηλαδή αυτό θα μείνει όπως είναι;
  • Κοιτάξτε, (είπε η κοπέλα γελώντας), ξεκινήσατε ζητώντας δύο κουβέντες, ενώ τώρα… Μάλλον, δε θα σας πω τίποτα… Μπορεί και να βρεθούμε…
  • Θα έρθω εδώ αύριο, (είπα εγώ). Ω, να με συγχωρείτε, ήδη απαιτώ…
  • Ναι, είστε ανυπόμονος… σχεδόν απαιτείτε…
  • Ακούστε, ακούστε! (Την διέκοψα.) Συγχωρέστε με, αν σας ξαναπώ κάτι παρόμοιο… Τι συμβαίνει όμως, δεν μπορώ να μην έρθω εδώ αύριο. Είμαι ονειροπόλος, έχω τόση λίγη πραγματική ζωή, που τέτοιες στιγμές, σαν αυτήν, σαν τώρα, τις συναντάω τόσο σπάνια, που δεν μπορώ να μην επαναλαμβάνω αυτές τις στιγμές στις ονειροπολήσεις μου. Θα σας ονειρεύομαι όλη τη νύχτα, όλη την εβδομάδα, όλο το χρόνο. Θα έρθω εδώ οπωσδήποτε αύριο, ακριβώς εδώ, σε αυτήν τη θέση, ακριβώς αυτήν την ώρα, και θα είμαι ευτυχισμένος, ενθυμούμενος τα χθεσινά. Ήδη αυτό το μέρος μού είναι οικείο. Πλέον έχω δυο-τρία τέτοια μέρη στην Πετρούπολη. Μια φορά έκλαψα κιόλας από μια ανάμνηση, όπως εσείς… Ποιος ξέρει, μπορεί κι εσείς, δέκα λεπτά νωρίτερα, να κλαίγατε από ανάμνηση… Συγχωρέστε με όμως, πάλι ξεχάστηκα· εσείς, πιθανόν, ήσασταν κάποτε ιδιαίτερα ευτυχισμένη εδώ.
  • Καλώς, (είπε η κοπέλα). Τότε κι εγώ θα έρθω εδώ αύριο, επίσης στις δέκα. Βλέπω ότι δεν μπορώ πλέον να σας το απαγορεύσω… Αυτό είναι το πρόβλημα, πρέπει να είμαι εδώ· μη φανταστείτε ότι θα σας έδινα ραντεβού, σας προειδοποιώ, πρέπει να βρίσκομαι εδώ για μένα. Όμως… λοιπόν, θα σας το πω ευθέως, δεν πειράζει να έρθετε και εσείς· καταρχάς, μπορεί να προκύψουν πάλι ανεπιθύμητα συμβάντα, όπως σήμερα, αλλά ας το αφήσουμε στην άκρη… να μην τα πολυλογώ, απλά θα ήθελα να σας δω… για να σας πω δυο κουβέντες. Μόνο, κοιτάξτε· δε θα με κρίνετε αρνητικά τώρα, σωστά; Μη σκεφτείτε ότι έτσι εύκολα κλείνω ραντεβού… Θα είχα κλείσει, αν… Αλλά αυτό, ας είναι το μυστικό μου! Με μια προϋπόθεση…
  • Προϋπόθεση! Μιλήστε, πείτε τα, πείτε τα όλα από νωρίς, είμαι σε όλα σύμφωνος, για όλα έτοιμος! (Φώναξα με ενθουσιασμό.) Έχω αυτοέλεγχο, θα είμαι υπάκουος, θα σας δείχνω σεβασμό… εσείς με ξέρετε πλέον…
  • Ακριβώς επειδή σας ξέρω, σας προσκαλώ για αύριο, (είπε η κοπέλα γελώντας). Σας γνωρίζω απόλυτα. Ωστόσο, κοιτάξτε, ελάτε υπό έναν όρο· πρώτον –μόνο αν έχετε την καλοσύνη, κάντε αυτό που θα σας ζητήσω- μη με ερωτευτείτε… Δεν πρέπει, σας διαβεβαιώνω. Για φιλία είμαι έτοιμη, ορίστε το χέρι μου… Να ερωτευτείτε όμως όχι, σας παρακαλώ!
  • Σας το ορκίζομαι! (ξεφώνησα, πιάνοντας το χέρι της).
  • Αρκετά, μην ορκίζεστε, αφού το ξέρω ότι μπορείτε να ανάψετε σαν μπαρούτι. Μη με κατακρίνετε που μιλάω έτσι. Αν ξέρατε μόνο… Ούτε εγώ έχω κάποιον, για να μπορώ να πω μαζί του μια κουβέντα, να ζητήσω συμβουλή. Βέβαια, δεν ψάχνει κανείς συμβούλους στο δρόμο, όμως εσείς είστε εξαίρεση. Σας ξέρω τόσο, ωσάν να είμαστε φίλοι εδώ και είκοσι χρόνια… Δε θα αλλάξετε, έτσι δεν είναι;…
  • Θα το δείτε… βέβαια, εγώ δεν ξέρω, πώς θα καταφέρω να επιβιώσω έστω και για ένα μερόνυχτο.
  • Κοιμηθείτε καλά, καληνύχτα -και να θυμάστε πως ήδη σας έχω εμπιστευτεί. Εσείς όμως τόσο καλά το είπατε προ ολίγου, πρέπει άραγε να δίνει κανείς λογαριασμό για το κάθε του συναίσθημα, ακόμα και την αδελφική συμπαράσταση! Ξέρετε, ήταν τόσο ωραία διατυπωμένο, που αμέσως μου πέρασε από το νου να σας εμπιστευτώ…
  • Στη διάθεσή σας. Όμως περί τίνος πρόκειται; Τι είναι;
  • Τα λέμε αύριο. Ας είναι το μυστικό μας προς το παρόν. Τόσο το καλύτερο για σας, θα μοιάζει έστω και από μακριά με ρομάντζο. Μπορεί να σας το πω αύριο κιόλας, μπορεί και όχι… Θα συζητήσουμε και για άλλα πράγματα πιο μπροστά, θα γνωριστούμε καλύτερα…
  • Ω, θα σας τα πω όλα για μένα αύριο! Μα τι είναι αυτό; Σαν να συντελείται κάποιο θαύμα με μένα… Που είμαι, Θεέ μου; Πείτε μου, λοιπόν, μήπως είστε δυσαρεστημένη, που δε θυμώσατε, όπως θα έκανε μια άλλη, που δεν με διώξατε από εξ’ αρχής; Δύο λεπτά, και με κάνατε για πάντα ευτυχισμένο. Ναι! Ευτυχισμένο, ποιος ξέρει, ίσως να με έχετε συμφιλιώσει με τον εαυτό μου, λύσατε τις αμφιβολίες μου… Ίσως· είναι ορισμένες στιγμές που κάτι με πιάνει… Μάλλον, θα σας τα πω όλα αύριο, θα τα μάθετε όλα, όλα…
  • Εντάξει, δεκτό, τότε εσείς θα αρχίσετε…
  • Συμφωνώ.
  • Στο επανειδείν!
  • Στο επανειδείν!

Και έπειτα χωριστήκαμε. Περιπλανιόμουν όλη τη νύχτα, δεν μπορούσα να το πάρω απόφαση να γυρίσω στο σπίτι. Ήμουν τόσο ευτυχισμένος… τα λέμε αύριο!