Συνέντευξη στον Σπύρο Αραβανή

`

Ο κοινωνιολόγος Lewis Coser είχε γράψει, στα 1963,  πως «ο κοινωνιολόγος που αγνοεί τη λογοτε­χνία είναι καταδικασμένος να είναι… κακός κοινωνικός επιστήμονας». Στην περίπτωση του Νίκου Φωτόπουλου, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, αυτή η ρήση βρίσκει την εφαρμογή της από την αντίστροφη πλευρά. Πριν λίγο καιρό, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μανδραγόρας η συγκεντρωτική έκδοση «Δάνειος χρόνος», η οποία περιλαμβάνει όλες τις ποιητικές συλλογές που εξέδωσε μέχρι σήμερα, σε βάθος εικοσαετίας.

`

 

– Όταν κρατήσατε στα χέρια σας τη συγκεντρωτική έκδοση μιας ποιητικής σοδειάς είκοσι χρόνων, ποια ήταν τα πρώτα συναισθήματα; Η ποίηση σάς δάνεισε το χρόνο της ή εσείς της δανείσατε τον δικό σας;

 

Αναμφίβολα ένιωσα ιδιαίτερα.Σκεφτόμουν καιρό για το αν πρέπει να εκδοθούν συγκεντρωτικά τα ήδη δημοσιευμένα ποιήματα μιας εικοσαετίας, αλλά μετά και την παρότρυνση των εκδόσεων «Μανδραγόρας» το έπραξα με απόλυτη σιγουριά. Επιπροσθέτως,τόσο το βελούδινο ίχνοςτης Λίνας Νικολακοπούλουστον Πρόλογο της έκδοσης,όσο και το εικαστικό έργο του ζωγράφου Γιάννη Παπαγιάννημε αφορμή ένα μουσικό έργο του Ιάνη Ξενάκη στο εξώφυλλο, επισφράγισαν με τον πιο αισθαντικό τρόπο το εγχείρημα. Πραγματικά νιώθω πως έδωσα μια ευκαιρία στα ποιήματά μου να επικοινωνήσουν εκ νέου με τον κόσμο και κυρίως να διαφανεί η αθόρυβη συνέχεια μιας πολύχρονης προσπάθειας. Ωστόσο, ο τίτλος «Δάνειος χρόνος», ακριβώς πάνω σε αυτό που με ρωτάτε ακροβατεί. Όταν αισθάνεσαι πως «ο χρόνος δεν σου ανήκει» ενδεχομένως η ποίηση να είναι το πιο πρόσφορο σύμπαν για να αναμετρηθείς με τις αινιγματικές διαστάσεις αυτού του φαινομένου όχι τόσο με τη φιλοσοφική ή την επιστημονική άποψη, αλλά με γνώμονα τον ίδιο τον άνθρωπο.

 

-Μιλώντας με όρους κοινωνιολογίας, όπως είναι και το ακαδημαϊκό σας υπόβαθρο, στην περίπτωση της ποιητικής δημιουργίας το κληρονομημένο πολιτισμικό κεφάλαιο, κατά Bourdieu, δεν αρκεί για να κάνει κάποιον ποιητή. Εξ όσων γνωρίζω, ισχύει και στη δική σας περίπτωση, έτσι;

 

Μιας και αναφέρεστε στον Βourdieu συμφωνώ απόλυτα με τη θεωρία του «πολιτισμικού κεφαλαίου». Τη  διδάσκω, και την αξιοποιώ θεωρητικά και  ερευνητικά στην προσπάθεια ερμηνείας και αντιμετώπισης των εκπαιδευτικών και κοινωνικών ανισοτήτων.  Ωστόσο, μιας και μιλάμε για την ποίηση είναι προφανές πως το κληρονομημένο «πολιτισμικό κεφάλαιο»δεν αρκεί από μόνο του για να γίνει κάποιος ποιητής. Παρόλα αυτά ο «βιόκοσμος», η οικογενειακή προέλευση, ο κοινωνικός περίγυρος, οι ταξικές καταβολές κ.ά., διαμορφώνουν τα «καύσιμα» του καθενός, γεγονός που προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική του τροχιά καθώς και την «περιήγησή» του στα συστημικά πεδία των κοινωνικών ιεραρχήσεων. Μιας και με ρωτάτε όμως για τη δική μου περίπτωση, η σχέση μου με την ποίηση υπήρξε παράγωγο μιας κοπιώδους και αμφίθυμης προσπάθειας η οποία ούτε ευδοκίμησε αυτονόητα, ούτε ευνοήθηκε ευθέως από το «κληρονομημένο πολιτισμικό κεφάλαιο». Μεγάλωσα στην Αμαλιάδα με όλες τις δυσκολίες μιας μέσης οικογένειας της δεκαετίας του 70 στην ελληνική επαρχία. Ερχόμενος στην Αθήνα για να σπουδάσω, εκτός από την αγάπη των δικών μου, πήρα στις αποσκευές μου την περηφάνεια και το όνειρο των απλών και λαϊκών ανθρώπων της γειτονιάς και τη πόλης μου για ένα καλύτερο αύριο. Πέρα όμως από την ακαδημαϊκή πορεία η οποία αναπτύχθηκε σε βάθος χρόνου και φυσικά εξελίσσεται, η θητεία στην ποίηση προηγήθηκε ως στάση ζωής και προέκυψε κυρίως μέσα από το αινιγματικό κίνητρο μιας υπαρξιακής αναζήτησης η οποία ενστικτωδώς με έφερε κοντά σε πνευματικούς ανθρώπους, ιδεολογικούς χώρους, αλλά και διανοητικά περιβάλλοντα που είχαν τις τέχνες και τα γράμματα ως βασικούς κώδικες επικοινωνίας.

 

`

 

 

`

-Εξετάζοντας τις πέντε συλλογές που εμπεριέχονται στην έκδοση, θα έλεγα ότι η εργαλειακή ορθολογικότητα της επιστήμης δεν βρίσκει χώρο μέσα στην ποίησή σας μολονότι η πρώτη αποτελεί καθημερινή σας απασχόληση. Θυμάμαι, εδώ, τον συνθέτη Δημήτρη Παπαδημητρίου ο οποίος μου έλεγε πως κάτω από τα γραφειοκρατικά χαρτιά, την περίοδο που ήταν Διευθυντής της ΕΡΤ, έκρυβε τις παρτιτούρες του…Εσείς πώς διαχειρίζεστε την έμπνευση;

 

Πράγματι, κατανοώ απόλυτα την εξομολόγηση του Δημήτρη Παπαδημητρίου. Δεν σας κρύβω πως κάποιες φορές έχω νιώσει άβολα μέσα στη συμβατικότητα, το φορμαλισμό και τη γραφειοκρατία τόσο του ακαδημαϊκού χώρου όσο και του ακαδημαϊκού λόγου. Για να μην είμαι όμως μονομερής αυτό δε συμβαίνει μόνο στο Πανεπιστήμιο. Συμβαίνει σε κάθε περίσταση που αισθάνεσαι πως ηγεμονεύει μια εργαλειακή αντίληψη για τη ζωή ενώ εσύ νιώθεις πως χάνεται η ουσία του κόσμου σου, μη μπορώντας να κάνεις τίποτα γι’ αυτό. Εκεί αρχίζει για μένα η πρόκληση της δημιουργίας. Πιστεύω πως μέσα μας, συγκρούονται  «η αρχή της πραγματικότητας» με την «αρχή του ονείρου». Όσο θα υπάρχει η πιεστική ανάγκη του ρεαλισμού άλλο τόσο θα γεννιέται ενστικτωδώς η δύναμη αναζήτησης μιας άλλης,εναλλακτικής και ονειρικής διάστασης της πραγματικότητας. Γι’ αυτό όπως έγραφε και ο Νίκος Καρούζος: «Μόνον αυτοί που τρέφουν όνειρα, απολαμβάνουν την πραγματικότητα».

 

 

-Στις μέρες μας η ιδιότητα του ποιητή, θεωρώ ότι έχει αποκτήσει μιαν ακόμα ιδιαίτερη διάσταση, αυτή του μέσου κοινωνικής κινητικότητας, μιας ταξικής, δηλαδή, αναρρίχησης (όπως διαφαίνεται από την προβολή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τις δεκάδες εκδηλώσεις, τα δεκάδες βραβεία κ.ά.) σε αναντιστοιχία όμως με την ποιότητά της και κυρίως με την πυρηνική της φύση, που είναι η ανάγκη για δημιουργία και έκφραση. Συμφωνείτε με την παρατήρησή μου;

 

Συμφωνώ με το ότι σήμερα υπάρχει μια έντονη κινητικότητα γύρω από την ποίηση και γενικότερα από τη λογοτεχνία, η οποία συνδέεται κυρίως με το «φαίνεσθαι». Δίπλα σε αυτό αναπτύσσεται ένας κύκλος δημοσίων σχέσεων ο οποίος καλλιεργείται με μια στυγνά χρησιμοθηρική λογική η οποία τεκμηριώνεται περισσότερο σε πρακτικές ναρκισσισμού και κοινωνικής προβολής και λιγότερο σε διαδικασίες χειραφέτησης των αισθήσεων, αληθινά αισθήματα, αυθεντικές καταθέσεις που προεκτείνουν τα ανθρώπινα όρια της δημιουργίας.  Αυτό με ενοχλεί και πολλές φορές με καθιστά επιφυλακτικό και αμήχανο.

 

-Η ενότητα «Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς», από τη συλλογή σας «Αίνιγμα της λαβωμένης μνήμης», έδωσε τον τίτλο στην «Ανθολογία της γενιάς του ’90» που είχε κυκλοφορήσει από τον Μανδραγόρα. Ποια είναι αυτά τα χαρακτηριστικά της δικιάς σας ποιητικής γενιάς;

 

Αν και αντιλαμβάνομαι την ανάγκη συστηματοποίησης και ταξινόμησης των ανθρώπων που γράφουν, τα ζητήματα αυτά κατά κανόνα απασχολούν περισσότερο τους κριτικούς της λογοτεχνίας ή τους μελετητές του είδους. Υπό την έννοια αυτή μάλλον δεν είμαι σε θέση να σας μιλήσω με σιγουριά για τα χαρακτηριστικά μιας «ανθρωπογεωγραφίας» που το έργο της βρίσκεται σε εξέλιξη και προφανώς η συμβολή της θα κριθεί στο μέλλον από απόσταση και με καθαρότερη ματιά.

 

-«Στο Ευρετήριο των Χαμένων Ονομάτων/ Γράφω εκείνους που δεν γνώρισαν δικαιοσύνη/ πίνω την θλίψη τους γουλιά γουλιά/ και με τα ονόματα που χάθηκαν/ αποκοιμιέμαι», γράφετε σε ένα ποίημα. Φαντάζομαι η σημερινή εποχή έχει προσθέσει πολλά νέα ονόματα σε αυτό το Ευρετήριό σας…;

 

Ο καθένας μας έχει μέσα του ένα μικρό «Ευρετήριο Χαμένων Ονομάτων». Στη δική μου συλλογιστική τα «Ονόματα» θα συμβολίζουν πάντα ζωές, όνειρα, ανθρώπους, έρωτες, ιδέες, οράματα, τόπους κ.ά. που χάθηκαν χωρίς ποτέ να κατανοήσουμε «το πώς» ή «το γιατί», αφού η ανθρώπινη κατάσταση θα παραμένει το μέγα μυστήριο. Αναμφίβολα και για μένα υπάρχουν και έχουν προστεθεί πολλά χαμένα «Ονόματα» στο εσωτερικό μου «Ευρετήριο». Ωστόσο, όλα αυτά που χάθηκαν οφείλουμε να μην τα ξεχάσουμε ποτέ. Είναι ο πυρήνας της ύπαρξής μας. Υπό την έννοια αυτή, στη μνήμη, ιδιαίτερα σε δύσκολες εποχές, όπως η δική μας, κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ενδεχομένως να κρύβονται οι θησαυροί του μέλλοντος. Αν δεν ερμηνεύσουμε το είδος μας στην ολότητά του και κυρίως τα λάθη του παρελθόντος του, μάλλον δεν θα μπορέσουμε ποτέ να το απελευθερώσουμε από τον ανορθολογισμό, την καταπίεση, την εκμετάλλευση.

 

`

Α’  Δημοσίευση, εφ. «η εποχή», 03/02/19