Μεθυσμένος στο σεληνόφως

 

Στα λουλούδια ανάμεσα κρασί μες στο φλασκί·

το πίνω μοναχός μου, τριγύρω μου ψυχή.

Καλώς το Φεγγαράκι, για σίμωσε να πιεις!

Φέρνει και τη Σκιά μου – γίναμε τώρα τρεις.

Το Φεγγαράκι όμως δεν νοιώθει από πιοτό

και η Σκιά μου απλώς τελειώνει ό,τι αρχινώ.

Το Φεγγάρι κι η Σκιά – φευγαλέα συντροφιά·

ας γλεντίσουμε τώρα, φεύγει η Άνοιξη γοργά.

Το Φεγγάρι χορεύει ενώ εγώ τραγουδώ

κι η Σκιά μου τρεκλίζει ως χορεύω εγώ.

Ξεμέθυστοι ακόμα, οι τρεις μας μι’ αγκαλιά·

έπειτα μεθυσμένοι, καθένας χωριστά…

Αδελφωμένοι αλήτες, πότε σας ξαναδώ;

Πέρα από τα σύννεφα, σ’ ουράνιο χορό.

`

*

 

Συζήτηση με το βουνό

 

Ρωτάς γιατί να μένω στο Πράσινο Βουνό.

Χαμογελώ, δεν απαντώ, είμ’ εν ειρήνη.

Της ροδακινιάς το άνθοςέφυγε με το νερό…

Γη και Ουρανό – οι άνθρωποι τα ’χουν διακρίνει.

 

`

*

 

Στον ναό του βουνού

 

Εκατό μέτρα φτάνει ο πανύψηλος πύργος.

Από δω θα μπορούσε ένα χέρι να μάσει τ’ αστέρια…

Δεν τολμώ τη φωνή μου να υψώσω, φοβούμαι

θα ενοχλεί τα ουράνια ασκέρια.

 

`

*

 

Μια παγερή νυχτιά μονάχος

 

Έξω από την κλίνη μου το φεγγαρόφως λάμπει–

θαρρείς φορέσαν πάγο τα δάσα και οι κάμποι.

Σηκώνω το κεφάλι– φεγγάρι στον φεγγίτη·

το χαμηλώνω πάλι – η σκέψη μου στο σπίτι.

 

`

*

Ο απών

 

Το γάβγισμα ενός σκύλου μες στη νεροποντή.

Της ροδακινιάς τα άνθη βάρυναν απ’ τη βροχή.

Μες στο δάσος ένα ελάφι ανταμώνω πού και πού.

Στη βροχή, βροχή η καμπάνα μοιάζει του μεσημεριού.

Τ’ αγριοκάλαμα ορίζουν την ομίχλη.

Κρέμεται η άνοιξη – σμαράγδι στην κορφή.

Κανείς δεν ξέρει αυτός πού έχει πάει.

Ξαπλώνουμε η λύπη μου κι εγώ σε τρία πεύκα.

 

`

*

 

Το τραγούδι του Qiupu, 14#

 

Χώματα φωτίζουνε οι σόμπες κι ουρανούς,

τους άλικους οι φλόγες ξορίζουνε καπνούς.

Οι ροζιασμένοι εργάτες στου φεγγαριού το φως –

ζεσταίνει απ’ το τραγούδι τους ο κρύος ποταμός.

 

`

*

Ο καταρράχτης στο βουνό Lushan

 

Το ηλιόφως εξαγνίζει της αμέθυστης αχλής το θυμιατό·

από πέρα διακρίνω στην πεδιάδα καταρράχτη κρεμαστό,

πάει και χύνεται ορθός από τα τρεις χιλιάδες πόδια –

μου φαντάζει Γαλαξίας που βουτάει απ’ τον έβδομο ουρανό.

 

`

*

Στον WangLu

 

Είμαι ήδη μες στη βάρκα έτοιμος να ξεκινήσω,

ξάφνου βήματα ακούω και τραγούδι από την όχθη.

Χίλια πόδια έχει βάθος της Ροδακινιάς η Λίμνη

μα όχι το βάθος της καρδιάς του WangLuπ’ αφήνω πίσω.

`

*******************************************************************************************

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

`

Li Po (李白701[1] – 762) ήταν Κινέζος ποιητής, αναγνωρισμένος ως μία ιδιοφυής και ρομαντική προσωπικότητα που εξύψωσε παραδοσιακές ποιητικές φόρμες. Αυτός και ο TuFu (712770), ήταν οι δύο πιο εξέχουσες προσωπικότητες στην άνθηση της κινεζικής ποίησης κατά τη δυναστεία των Τανγκ που συχνά αποκαλείται «η Χρυσή Εποχή της Κίνας». Είναι γνωστός και με το παρωνύμιο «Εξόριστος Αθάνατος». Το έργο του ανήκει χρονικά στην περίοδο της δυναστείας των Τανγκ (618-907), κατά την οποία παρατηρήθηκε σημαντική άνθιση στη λογοτεχνία και στις τέχνες. Γνωστός για την αγάπη του στο κρασί, την οποία αποτύπωσε στους στίχους του, ο Λι Πο χαρακτηρίζεται επίσης για την προωθημένη φαντασία του.

Η παράδοση τον θέλει να πνίγεται μια φεγγαρόλουστη νύχτα καθώς, μεθυσμένος στη βάρκα του, προσπάθησε να αγκαλιάσει το είδωλο της σελήνης στα νερά ενός ποταμού.

Η μετάφραση έγινε με παρατήρηση πάνω στο πρωτότυπο και την ακριβή απόδοση των ιδεογραμμάτων στα αγγλικά, αλλά και με παράλληλη συμβουλή διαφόρων αγγλικών μεταφράσεων των: David Young, Arthur Waley, Shigeyoshi  Obata, Arthur Cooperκαι Ezra Pound.