In Memoriam A. Χ. Χ.*

 

3.

Ω θλίψη, εσύ συντρόφισσα σκληρή,

ιέρισσα στο θάνατο ταγμένη,

ω γλύκα με πικρία αναμιγμένη –

τι ψιθυρίζει η πλάνη σου φωνή;

 

«Τυφλά», μου λέει, «τ’ άστρα όλα τρέχουν,

και δίχτυα την πορεία τους ορίζουν·

θρήνοι τα ουράνια πλημμυρίζουν,

πηγή έναν σβησμένο ήλιο έχουν.

 

Κι ένα φάντασμα η φύση πλέρια –

κι όλη η μουσική της είναι, θύμου,

μια αδειανή ηχώ απ’ τη δική μου,

μια αδειανή μορφή, με άδεια χέρια

 

Και τέτοια διδαχή να τη δεχτώ,

ως ένα χάρισμα, προσοδοφόρο,

ή να την πνίξω, ως κρίμα αιμοβόρο,

πάνω στου μυαλού μου το βωμό;

 

`

*

5.

Κάποτε αμαρτία μου φαντάζει

να βρίσκω λέξεις για να πω τη θλίψη:

όπως η φύση, η λέξη και θα κρύψει,

και θ’ αποκαλύψει ό,τι σκεπάζει.

 

Μα έχει για τον ταραγμένο νου

ο μετρημένος λόγος κάποια χρήση:

γιατί, μηχανικά αν τον εξασκήσει,

τη δράση έχει αναλγητικού.

 

Τις λέξεις πανωφόρι μου θα βάλω,

από το κρύο να προστατευτώ –

μα δίνω, ξέρω, απ’ τον τρανό καημό

ένα περίγραμμα, και τίποτα άλλο.

 

(In Memoriam A.H.H., 1849)

 

(* Άρθουρ Χένρυ Χάλλαμ)

 

`

*

Τραγούδι

 

I.

Ένα φάντασμα στοιχειώνει τις στερνές

του έτους ώρες, και σ’ αλέες κιτρινωπές

μονολογεί·

προσεκτικά αν αφουγκραστείς, καθώς βραδιάζει,

ίσως τ’ ακούσεις, θλιβερά ν’ αναστενάζει,

σαν περπατεί·

τους κουρασμένους μίσχους λυγίζει προς τη γη,

που ανθοβολούσαν μέχρι χτες:

θλιμμένος κρέμεται ο ήλιος

πάνω απ’ το τάφο του το γήινο·

θλιμμένη κρέμεται η μολόχα,

θλιμμένο κρέμεται το κρίνο.

`

II.

Υγρή η ανάσα του αγέρα, ισχνή, πνιγμένη –

όπως του αρρώστου, σαν λιγάκι ξαποσταίνει

πριν πεθάνει·

λιγοθυμά η καρδιά μου, κι η ψυχή μου θρηνεί,

στην πλούσια των μαραμένων φύλλων οσμή,

σαν τη γλυκάνει

η ευωδιά των λίγων θάμνων στο μποστάνι,

του ρόδου που, στερνό, απομένει.–

Θλιμμένος κρέμεται ο ήλιος

πάνω απ’ το τάφο του το γήινο·

θλιμμένη κρέμεται η μολόχα,

θλιμμένο κρέμεται το κρίνο.

 

(Song, 1830)

 

`

************************************************************************************

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

 

Ο Alfred Tennyson (1809 – 1892, από το 1884 Λόρδος Tennyson) υπήρξε ο επιφανέστερος ποιητής της Βικτωριανής Εποχής στην Αγγλία: ήδη εν ζωή είχε λάβει μυθικές διαστάσεις, το 1850 ελέχθη ‘δαφνοστεφής ποιητής’ (Poet Laureate) του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ και η ίδια η βασίλισσα θαύμαζε την ποίησή του. Η ελεγειακή συλλογή In Memoriam (1849), συγκεκριμένα, αφιερωμένη στον πρόωρα χαμένο φίλο του, Arthur Henry Hallam, εδραίωσε τη φήμη του, ενώ ιδιαίτερα σημαντική στάθηκε η συνεισφορά του στο είδος του ‘δραματικού μονόλογου’ (όπως στον διάσημο «Οδυσσέα», 1833). Ήδη στα πρώιμα λυρικά του έργα, όμως, όπως το «Τραγούδι» (1830), ο Tennyson αποδείχθηκε ο κατεξοχήν εκφραστής της μεταρομαντικής μελαγχολίας, ήτοι του ‘spleen’ (ή γαλλιστί ‘ennui’, και γερμανιστί ‘Weltschmerz), προετοιμάζοντας το έδαφος για τον Baudelaire και τους Συμβολιστές, αλλά και για τον Καβάφη (πρβ. λχ τις «νάρκης του άλγους δοκιμές» στον «Ιάσων Κλέανδρο» με τη χρήση του «μετρημένου λόγου» στο In Memoriam).