Λουλούδι στο μπαλκόνι

Περασμένα βήματα ακολουθώ
σκάλες σε δωμάτια οδηγούν αδειανά
με λόγια ανείπωτα
και γίναν’ ετούτα όνειρα ανέκφραστα
να πολεμούν στιγμές στο χρόνο ύπουλα σωπαίνοτας
μην και στεριώσουν οι ψυχές
σε σύντομα αβέβαια μυστήρια
κ’ είναι περίεργο το δάκρυ π’ αναβλύζει ανυπόμονο
οι μνήμες πάντα
στις ενοχές αρνούνται να βρουν μια θέση
τι κι αν ποτίζω το λουλούδι στο μπαλκόνι
οι αντοχές στενεύουν τις νύχτες
κ’ η χάση τις ώρες συνεχίζει να σκεπάζει

 

 

`

*

Μοναχικές ανάγκες

Σε μονοπάτια περπατούσες τη ζωή
Σε ξασπρισμένους αιώνες
Μοναχικά.
Σε κοιτούσε η μοίρα πίσω από σύννεφα
να κρατάς το αίμα σου στις χούφτες
αδιάφορη που λέκιαζες το λευκό σου φόρεμα,
κεντούσες με το νήμα της ζωής αστέρια
να κρέμονται σαν κρόσσια στ’ ανάκατα μαλλιά σου.
Απάτητα μονοπάτια τα ψελλίσματα σου
κανείς δεν κατάλαβε τι έψαχνες μέσα στους αναίτιους φόβους
ούτε σε πια υπομονή συνήθιζες να θάβεις αναμνήσεις
τα βήματα μετρούσες
σε πια έκπληξη θα σε βγάλουν αμίλητη
για να χαράξεις αμαρτίες στην άμμο.
Σε είδα την ώρα της μεγάλης μπόρας
να περπατάς μέσα στη βροχή.
Έλαμπαν τα μάτια σου μια πρόσκαιρη στοργή
κι έπειτα αντήχησαν γέλια και φωνές
Να η τρελή που μιλάει στο φεγγάρι
κι έβαφες τα χείλια σου
στο χρώμα μιας οξυδέρκειας
ήταν η στιγμή
που κοίταξες το θάνατο κατάματα.