Σαν απορία

το φορεμένο πουκάμισο
γεμάτο κυριακές
βαθιά στη ντουλάπα
η πόρτα μισάνοιχτη
σαν απορία
ποτέ δεν προσπάθησες να διαφύγεις
τις νύχτες σε κρατώ απ’ το χέρι
βγαίνουμε στην αυλή
σιγανά κουβεντιάζουμε
για τον καιρό και το ψυγείο που χάλασε
πίνουμε κόκκινο κρασί
απ’ το ίδιο ποτήρι
φτιάχνουμε χάρτινες βάρκες
με χαράζεις
Μαρία
το όνομα που αγαπούν οι μελλοθάνατοι
η γάτα σκαλίζει το χώμα
εφτά ουρανοί
ύστερα θάλασσα
διαμελισμένο το σώμα σου
επιπλέει
βαθιά στη ντουλάπα
ένα πνιγμένο πουκάμισο
κι η πόρτα μισάνοιχτη
σαν απορία

`

*

Ανενόχλητοι

ξεθώριασαν τα χρώματα
στο χαλάκι της πόρτας
σ’ αυτό το σπίτι
μπήκαν πολλοί και βγήκαν
ανενόχλητοι
όχι πως πήραν κάτι μαζί τους
δυο κηροπήγια σβηστά
τα χέρια σου να σωπαίνουν
το ποτήρι μισογεμάτο
ή μισοάδειο
-κανείς δεν έδωσε σημασία σ’ αυτή τη λεπτομέρεια-
όλα για χρόνια στη θέση τους
κι εκείνοι έρχονταν κι έφευγαν
ανενόχλητοι
όχι, δεν πήραν κάτι μαζί τους
τρόμαζαν ίσως
απ’ τις άδειες κορνίζες στον τοίχο
τη θάλασσα που έφτανε μέχρι τη ρίζα της αυλής
τον άγρυπνο βήχα της γριάς
που στεκόταν μπροστά
στην πράσινη καγκελόπορτα
περιμένοντας κάποιον να της μιλήσει
`

*

O…

μεγαλώνοντας
άλλαζα γραφικούς χαρακτήρες
δεν ήθελα να με βρουν
όμως εκείνο το όμικρον
που έμοιαζε με μηδέν
πάντα με πρόδιδε
μια αράδα πιο πριν
απ’ τη φραγή εισερχομένων