ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

`

«Με κομπλιμέντα, επαίνους και ‘bravissimo’ δεν μπορούμε να πληρώσουμε ούτε το διευθυντή του ταχυδρομείου, ούτε το σπιτονοικοκύρη». Αυτά είναι τα λόγια του Leopold Mozart, τα οποία στις 15 Οκτωβρίου 1777 απευθύνονται στον Wolfgang Amadeus. Ο πατέρας του Mozart έχει υπόψη του τα κομπλιμέ ντα και τούς επαίνους που αποσπούσε ο γιος του μετά από κάθε παρουσίαση των έργων του. Θα προσθέσουμε στη διαπίστωση του Leopold Mozart τη γνώμη του εκπροσώπου της Σχολής της Φρανκφούρτης Theodor Wiesengrund-Adorno – επιφανούς φιλοσόφου, κοινωνιολόγου και κριτικού της μουσικής: «Τα πλούτη της μουσικής – γράφει ο A. Adorno μπαίνουν στα αυτιά, αλλά πολύ πιο σπάνια, τουλάχιστον όσον αφορά το συνθέτη, μπαίνουν στο πορτοφόλι».

Αν λάβουμε υπόψη την ευρύτερη έννοια αυτών των δύο διαπιστώσεων, τότε θα δούμε ότι θέτουν ένα αρκετά σοβαρό πρόβλημα: αυτό της σχέσης μεταξύ οικονομίας και μουσικής τέχνης. Μπορεί να πει κανείς μάλιστα, ότι είναι δυνατό να αναφέρονται όχι μόνο στη μουσική τέχνη, αλλά στην Τέχνη γενικότερα. Νομίζω, ωστόσο, ότι το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ τέχνης και οικονομικών δομών θίγει μόνο τη μία όψη ενός ευρύτερου ζητήματος, το οποίο αφορά τη θέση της τέχνης (συνεπώς και της μουσικής τέχνης) στη δομή της κοινωνίας γενικά. Υποθέτω, πως όταν γίνεται λόγος για θέση και για δομή, η έρευνα καθοδηγείται από μία συγκεκριμένη άποψη, ή αν θέλετε ακριβέστερα, από ένα συγκεκριμένο τρόπο, από μια συγκεκριμένη μέθοδο ανάλυσης: πρόκειται για τη μέθοδο της τυπικής- αναλυτικής έρευνας, η οποία επικεντρώνει την προσοχή στη στατική όψη των φαινομένων και έχει βρει το κλασικό της πρότυπο στη φιλοσοφία του Immanuel Kant.

Η μέθοδος αυτή – σε γενικές γραμμές – προσπαθεί να αποκαλύψει τις σχέσεις μεταξύ των στοιχείων δοσμένου φαινομένου, την ουσία του, ούτως ειπείν σε «καθαρή» μορφή, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ιαδικαστική, η δυναμική δηλαδή όψη του. Η μέθοδος αυτή προϋποθέτει την αφαίρεση της δυναμικής των στοιχείων του υπό εξέταση φαινομένου, την αφαίρεση της δυναμικής του φαι- νομένου στο σύνολό του, καθώς επίσης και την αφαίρεση των αλληλεπιδράσε- ων των διάφορων τύπων φαινομένων και των στοιχείων τους. Με το σχόλιο αυ- τό, ήδη έχει δοθεί το περίγραμμα ενός άλλου τρόπου, μιας άλλης μεθόδου έρευ- νας: πρόκειται για τη μέθοδο έρευνας από την άποψη της δυναμικής, πρόκειται δηλαδή για τη μέθοδο της ουσιαστικής-διαλεκτικής έρευνας, της οποίας κλασικό πρότυπο συνιστά η φιλοσοφία του Georg Wilhelm Friedrich Hegel. Η μέθοδος αυτή – και πάλι σε γενικές γραμμές – επιδιώκει επίσης την αποκάλυψη της ου- σίας των φαινομένων, αλλά μέσω της θεώρησης της δυναμικής τους, των αλλη- λεπιδράσεών τους, καθώς επίσης και μέσω της εξέτασης των συγκεκριμένων κοινωνικών και ιστορικών εκφάνσεών τους. Στην περίπτωση αυτή, δεν πρόκει- ται μόνο για μελέτη της θέσης του υπό συζήτηση φαινομένου στη δομή της κοι- νωνίας, αλλά και του ρόλου του στη δυναμική της. Αναφερόμαστε, συνεπώς, σε δύο «είδη» κατηγοριών, τα οποία υπονοούν δύο διαφορετικούς τύπους προσέγ- γισης των φαινομένων και αντίστοιχα δύο τουλάχιστον όψεις του κάθε φαινομένου.

Φυσικά, ο διαχωρισμός αυτός δεν πρέπει να απολυτοποιείται. Η μορφή, για παράδειγμα, δεν στε- ρείται δυναμικών χαρακτηριστικών. Δεν είναι άπαξ και δια παντός δεδομένη, και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κάποιου είδους απολίθωμα. Από την άλλη πλευρά, το περιεχόμενο – για παράδειγμα – έχει επίσης τη «δική του» δομή και από την άποψη αυτή δεν στερείται στατικών χα- ρακτηριστικών. Στην αντικειμενική πραγματικότητα, τέλος, δεν απαντάται που- θενά «καθαρή» δυναμική ή «καθαρή» στατική. Έτσι, εάν δεχθούμε ότι τα φαι- νόμενα στην αντικειμενική πραγματικότητα υφίστανται τόσο με τη στατική τους, όσο και με τη δυναμική τους όψη, τότε η μέθοδος θεώρησής τους θα πρέ- πει να αναζητηθεί στη σύνθεση των δύο τύπων προσέγγισης, στους οποίους α- ναφερθήκαμε. Δεν είναι απαραίτητο να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες, σχετικά με τις δυνατότητες σύνθεσης των δύο τύπων κατηγοριών και των αντίστοιχων α- πόψεων και μεθόδων έρευνας. Θα προσθέσω μόνο – σύμφωνα και με τις μέχρι τώρα υποδείξεις – ότι δεν πρόκειται για δύο ασύμβατους τύπους προσέγγισης. Μάλλον πρόκειται για δύο τύπους προσέγγισης οι οποίοι όχι μόνο είναι δυνατό, αλλά και επιβάλλεται να θεωρηθούν ως αλληλοσυμπληρούμενοι. Πιστεύω πως η σύνθεση αυτή είναι αναγκαία, όταν σκοπός της έρευνας είναι εκείνη η αποκάλυψη της ουσίας του υπό εξέταση φαινομένου, η οποία εξασφαλίζει τη μέγιστη δυνατή αντιστοιχία. Ο όρος «αντιστοιχία», στην προκειμένη περίπτωση χρησι- μοποιείται με την έννοια της αντιστοιχίας προς την αντικειμενική πραγματικό- τητα, με την έννοια, δηλαδή, της αντιστοιχίας της ιδεατής (δηλ. πνευματικής) παράστασης του φαινομένου, προς το ίδιο το φαινόμενο, προς την ανεξάρτητη από τη συνείδηση ύπαρξή του, προς το φαινόμενο «καθ’ εαυτό» (an sich). Ας επιστρέψουμε τώρα στο πρόβλημα, το οποίο τέθηκε πρωταρχικά και α- φορά τη θέση της τέχνης (και εν μέρει της μουσικής τέχνης) στη δομή της κοι νωνίας. Μετά από όσα έχουν εκτεθεί, η διατύπωση του προβλήματος αυτού μπορεί να συμπληρωθεί και να τεθεί ως ζήτημα για τη θέση και το ρόλο της τέχνης (και εν μέρει της μουσικής τέχνης) στη δομή και τη δυναμική της κοινωνίας.

Το γεγονός ότι η μουσική τέχνη συνδέεται με τη διαμόρφωση και την έκ- φραση ορισμένων διαθέσεων, ορισμένων ψυχικών καταστάσεων, το γεγονός ότι ορισμένα είδη μουσικής προκαλούν και εκφράζουν ορισμένα συναισθήματα, ότι ορισμένα συναισθήματα αναζητούν και βρίσκουν την έκφρασή τους στη μουσική – όλα αυτά έχουν παρατηρηθεί ήδη από τούς Αρχαίους Έλληνες. Και δεν είναι μόνο η σχέση μεταξύ μουσικής και συναισθημάτων, η οποία είχε αποτελέσει αντικείμενο αντιπαράθεσης την εποχή εκείνη.

Ο Δάμων ο Αθηναίος, για παράδειγμα, ήταν γνωστός και σημαντικός θεωρητικός της μουσικής τέχνης, αλλά επίσης και πολιτικός. Λόγω της φιλίας του με τον Περικλή εξορίστηκε από την Αθήνα. Σύμφωνα με τα όσα μας λέγει ο Πλάτωνας στην «Πολιτεία» του, ο Δάμων ήταν ένθερμος οπαδός της ιδέας ότι οι αλλαγές των μουσικών τρόπων πάντοτε συνδέονται με τις βαθιές πολιτικές μεταβολές. Οι Αρχαίοι Έλληνες, λοιπόν, όπως και πριν απ’ αυτούς οι Αρχαίοι Κινέζοι, αλλά και άλλοι αρχαίοι πολιτισμοί, ήταν από τούς πρώτους που διαπί- στωσαν πως η μουσική αλληλεπιδρά όχι μόνο με τη συναισθηματική όψη του ανθρώπινου ψυχισμού, αλλά και με τα συστήματα αξιών και τις κοσμοθεωρητικές αντιλήψεις του υποκειμένου (συλλογικού ή και ατομικού), το οποίο δημι- ουργεί, διαδίδει και αποδέχεται τη μουσική. Η παραδοχή αυτής της αλληλεπί- δρασης δεν αντιφάσκει με την αποδοχή του μη εννοιακού χαρακτήρα της μουσικής. Αντιφάσκει πάντως με την απολυτοποίηση αυτού του χαρακτήρα, τη «…απεναντίας πρέπει μετά μεγάλης ευλαβείας να αποφεύγωμεν πάσαν μεταβολήν εις το είδος της μουσικής, διότι διατρέχομεν τον κίνδυνον να χάσωμεν το παν. Διότι πουθενά δεν ημπορεί κανείς  να κινήση τούς τρόπους της μουσικής, χωρίς συγχρόνως να διασεισθούν και οι αυτοί οι θεμελιώ δεις νόμοι της πολιτείας, καθώς το λέγει ο Δάμων και πείθομαι και εγώ». (Από τη μετάφραση του Γ. Γρυπάρη, σελ. 143-144) οποία συναντάμε, για παράδειγμα, στον I. Kant, αλλά και σε μια σειρά σύγχρο- νους ερευνητές. Είναι ενδεικτικό, άλλωστε, το γεγονός ότι σε κάθε εποχή ορι- σμένα είδη μουσικής, ορισμένα τονισμικά σχήματα, ορισμένοι τρόποι δημιουρ- γίας της μουσικής, κ.λπ. θεωρούνται κατάλληλοι ή όχι, ανάλογα και σε αντι- στοιχία με τα επικρατέστερα κάθε φορά αισθητικά ιδανικά. Τα δε αισθητικά ι- δανικά, κυρίαρχα και μη, συναρτώνται από εκείνα τα πλέγματα των αντιλήψεων, διαθέσεων και αισθημάτων, τα οποία ονομάζονται «κοσμοθεωρία», απόψεις για τον κόσμο», κ.λπ. μας αποκαλύπτεται, λοιπόν μια άλλη πλευρά του προβλή- ματος για τη θέση και το ρόλο της μουσικής τέχνης στη δομή και τη δυναμική της κοινωνίας. Πρόκειται για μια όψη του προβλήματος αυτού, η οποία προκύ πτει από τη διαλεκτική σύνθεση στατικής και δυναμικής.

Πριν προχωρήσουμε στην εξέταση αυτής της νέας όψης του υπό συζήτηση προβλήματος, θα ήταν σκόπιμο να αποσαφηνιστεί ότι η δημιουργία, η διατήρηση, η διάδοση και η αποδοχή της μουσικής, στα πλαίσια των απόψεων που εκτίθενται εδώ, ορίζονται ως μουσική ζωή με τη στενότερη έννοια. Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει πως το περιεχόμενο του όρου «μουσική ζωή» εξαντλείται στις πα- ραπάνω τέσσερις διαδικασίες. Ο όρος «μουσική ζωή» με την ευρύτερη έννοια, περιλαμβάνει και τη μουσική συνείδηση, η οποία επίσης αποτελεί πολύπλοκη δυναμική δομή.

Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις αυτές, η κατηγορία μουσική ζωή είναι ευρύ- τερη της κατηγορίας μουσική τέχνη. Η τελευταία δεν μπορεί να συμπεριλάβει μια σειρά φαινόμενα, τα οποία συνδέονται με τη διαδικασία της μουσικής επι- κοινωνίας. Έτσι, για παράδειγμα, δεν μπορεί να συμπεριλάβει τη στιγμή της διαμεσολάβησης μεταξύ δημιουργίας (και εκτέλεσης) και αποδοχής. Από την πλευρά της, η κατηγορία «μουσική ζωή» περιλαμβάνει και στοιχεία, τα οποία δεν είναι εσωτερικά της μουσικής-τονισμικής διαδικασίας. Αυτά είναι τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και πληροφόρησης, οι μουσικοί εκδοτικοί οίκοι και οι δι σκογραφικές εταιρείες, τα  ιδρύματα που  αναλαμβάνουν  τη  διεξαγωγή συναυλιών, η βιομηχανία παραγωγής μουσικών οργάνων ή τεχνικών μέσων αναπαρα- γωγής των μουσικών έργων κ.ά.

Με τις παρατηρήσεις αυτές αρχίζει πλέον να οριοθετείται η δεύτερη πλευρά του προβλήματος για τη θέση και το ρόλο της μουσικής τέχνης στη δομή και τη δυναμική της κοινωνίας: πρόκειται για τη σχέση μεταξύ μουσικής ζωής και κοι νωνίας. Η διατύπωση αυτή, δε σημαίνει ότι η μουσική ζωή είναι κάτι, το οποίο κατά κάποιο τρόπο στέκεται «εκτός» κοινωνίας. Αντιθέτως, οι σχέσεις μεταξύ δυναμικής και στατικής της μουσικής ζωής – από τη μια πλευρά – και δυναμι κής και στατικής των υπόλοιπων κοινωνικών μορφωμάτων και της κοινωνίας  ως συνόλου – από την άλλη πλευρά – συνιστούν σχέσεις μεταξύ διαφορετικών σφαιρών της κοινωνικής ζωής, μεταξύ διαφορετικών δυναμικών κοινωνικών δομών.

Είναι γνωστό, ωστόσο, πως οι κοινωνικές δομές διαμορφώνονται και υφίστανται με βάση τις αντίστοιχες προς αυτές ποικίλες μορφές τής ανθρώπινης δραστηριότητας. Συνεπώς, κατά τη θεώρηση των σχέσεων των διάφορων δυνα- μικών κοινωνικών δομών, λαμβάνονται υπόψη και οι σχέσεις των διάφορων μορφών της ανθρώπινης δραστηριότητας, με βάση τις οποίες γίνεται δυνατή η ύπαρξη των κοινωνικών δυναμικών δομών.

Επιστρέφοντας στην ιδέα του Δάμωνα του Αθηναίου, που αναφέρθηκε, μπo ρεί να συμπληρωθεί ότι ο ίδιος, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι Αρχαίοι Έλ ληνες στοχαστές, δεν εξετάζει μόνο την κοινωνικο-πολιτική σημασία, αλλά και την παιδαγωγική αξία της μουσικής. Από την άποψη αυτή, το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ μουσικής ζωής και κοινωνίας δεν τίθεται μόνο ως πρόβλημα δι- ερεύνησης των σχέσεων μεταξύ διαφορετικών δυναμικών κοινωνικών δομών, αλλά και ως πρόβλημα διερεύνησης της σχέσης μεταξύ εκείνης τής ιδεατής (δηλ. πνευματικής) πραγματικότητας που διαμορφώνεται με βάση τη μουσική ζωή με τη στενότερη έννοια. Με άλλα λόγια, πρόκειται για τη σχέση μεταξύ συγκεκρι- μένου τύπου ή συγκεκριμένης μορφής Είναι και συγκεκριμένου τύπου ή συγκε- κριμένης μορφής Συνείδησης ή – αν το θέμα τεθεί σε ευρύτερα πλαίσια – πρό- κειται για τη σχέση μεταξύ υλικού και ιδεατού (δηλ. πνευματικού), μεταξύ υλι- κών και ιδεατών (δηλ. πνευματικών) δυναμικών δομών. Ή, εάν η αρχική άποψη θεώρησης αφορούσε τη σχέση δοσμένου τύπου Συνείδησης προς δοσμένο τύπο Είναι, τώρα η άποψη θεώρησης αφορά και τις σχέσεις μεταξύ διάφορων τύπων Συνείδησης.

Το πρόβλημα λοιπόν για τη θέση και το ρόλο της μουσικής τέχνης στη στα- τική και τη δυναμική της κοινωνίας, μας αποκαλύπτει ακόμη μία όψη του, η ο- ποία αφορά τη σχέση μεταξύ Είναι και Συνείδησης, καθώς επίσης και τις σχέσεις μεταξύ των διάφορων μορφών αυτής της Συνείδησης. Εννοείται πάντοτε, πως έχει ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι πρόκειται για κοινωνικό Είναι και για κοινωνική Συνείδηση.

Οριοθετείται πλέον το αντικείμενό μας σαφέστερα, καθώς από τη μία πλευρά αναφερόμαστε στα προβλήματα στατικής και δυναμικής της μουσικής ζωής με την ευρύτερη έννοια, ενώ από την άλλη πλευρά αναφερόμαστε στις σχέσεις μεταξύ υλικού και ιδεατού, καθώς επίσης και στις σχέσεις μεταξύ διάφορων τύ- πων κοινωνικών μορφωμάτων και στις σχέσεις μεταξύ διάφορων τύπων ιδεατών μορφωμάτων. Με την έννοια αυτή, ο κύκλος προβλημάτων, στον οποίο αναφε- ρόμαστε, περιλαμβάνει τις αλληλεπιδράσεις των διάφορων μορφών ανθρώπινης δραστηριότητας, αλλά επίσης και τις αλληλεπιδράσεις των διάφορων μορφών κοινωνικής συνείδησης. Αυτός είναι και ο λόγος, που το αντικείμενό μας δεν θα μπορούσε να ενταχθεί μόνο στα πλαίσια μιας κοινωνιολογίας ή μόνο στα πλαί- σια μιας φιλοσοφίας της μουσικής. Πολύ λιγότερο δε, θα μπορούσε να ενταχθεί στα πλαίσια μιας αισθητικής της μουσικής, η οποία θα περιοριζόταν στον άλφα ή το βήτα βαθμό στη διερεύνηση των αισθητικών κατηγοριών, οι οποίες θα μπορούσαν να βρουν εφαρμογή στο χώρο της μουσικής τέχνης.

Σύμφωνα με όσα έχουν προστεθεί στις αρχικές υποδείξεις, διαμορφώνο- νται ακόμη δύο «είδη» κατηγοριών, τα οποία αποκαλύπτουν τις όψεις του προβλήματος για τη θέση και το ρόλο της μουσικής τέχνης στη στατική και τη δυναμική της κοινωνίας, τις οποίες έχω εκθέσει μέχρι εδώ (σχ. 2).

Είναι απαραίτητο να συμπληρωθεί, ότι οι κατηγορίες που έχουν προ- ταθεί και παρουσιαστεί μέχρι εδώ, είναι ταυτόχρονα και οντολογικές και γνωσιολογικές.  Οι  κατηγορίες  αυτές είναι οντολογικές, καθ’ όσον υποδηλούν τα αντικειμενικώς υπαρκτά φαινόμενα, και είναι γνωσιολογικές, καθ’ όσον συνιστούν αντανάκλαση, ιδεατή δηλαδή έκ- φραση των ίδιων των φαινομένων6. Όταν δε, υποδεικνύεται ότι τα δύο πρώτα «είδη» κατηγοριών (σχ. 1) εμπεριέχονται στα δύο τελευταία (σχ. 2), τότε έχει κανείς υπόψη του ότι οι διάφορες όψεις του φαινομένου «μουσική τέχνη» ή και «μουσική ζωή», με την ευρύτερη έννοια, δεν είναι αποκομμένες μεταξύ τους, αλλά υπάρχουν πραγματικά και σε ενότητα ή, ακριβέστερα, ότι υφίστανται σε ενότητα στην αντικειμενική πραγματικότητα. Η ενότητα αυτή εμφανίζεται τόσο στη στατική της μουσικής ζωής (στην εξέταση δηλαδή εκείνων των στοιχείων που θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται στη μουσική ζωή), όσο και στη δυναμική της (στην εξέταση δηλαδή των διαδικασιών της μουσικής ζωής και των αλ ληλεπιδράσεών της με ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί εξωτερικό ως προς αυτήν). Από την άλλη πλευρά, μπορεί να σημειωθεί ότι οι κατηγορίες, στις οποίες ανα- φέρθηκα, είναι μερικές από τις γενικότερες δυνατές κατηγορίες, δια των οποίων μπορεί να συλληφθεί εκείνο το κομμάτι της αντικειμενικής πραγματικότητας που ορίστηκε ως μουσική ζωή.

Το κατά πόσο οι καθολικές κατηγορίες γενικά είναι οντο-γνωσιολογικές, όπως έχω ήδη εμμέσως προτείνει, το ερώτημα αν μέσω αυτών των κατηγοριών μπορούν να διαπιστωθούν κάποιες καθολικές ή μερικές νομοτέλειες των φαινο- μένων ή αν πρόκειται απλώς για αποτελέσματα της αυθαιρεσίας του θεωρητικού Λόγου ή – στη χειρότερη περίπτωση – του θεωρητικολογούντος υποκειμέ- νου, τα ερωτήματα αυτά εδώ και αιώνες αποτελούν αιτία διάστασης των φιλοσόφων και γενικά των θεωρητικών που έχουν ασχοληθεί ή ασχολούνται με πα- ρεμφερή προβληματική. Εφόσον τα προβλήματα της μεθοδολογίας ανάλυσης δοσμένου φαινομένου άπτονται των γενικότερων προβλημάτων, όπως αυτά, τα οποία θέτουν οι υπό συζήτηση κατηγορίες, μπορεί να ισχυριστεί κανείς πως η φιλοσοφία είναι πάντοτε «παρούσα», όχι μόνο στους τρόπους που προτείνονται για τη θεώρηση αυτού ή εκείνου του φαινομένου, αλλά επίσης και στον τρόπο με τον οποίο τίθενται τα ίδια τα σχετικά με τα φαινόμενα ερωτήματα. Δεν είναι δύσκολο να διαπιστωθεί, ότι η ίδια η τοποθέτηση οποιουδήποτε προβλήματος ή οποιωνδήποτε προβλημάτων, στηρίζεται σε κάποιο «πλέγμα» αντιλήψεων για τον κόσμο, τον άνθρωπο μέσα σ’ αυτόν, για την κοινωνία και τη γνώση – πλέγ- μα, το οποίο εδώ και αιώνες ονομάζεται «φιλοσοφία».

Η μακρά ιστορία των ιδεών αποδεικνύει, ότι από τότε που οι στοχαστές συ- νειδητοποίησαν το γεγονός αυτό, ανέπτυξαν ποικίλες αντιδράσεις και απόψεις: ο René Descartes προσπάθησε να εισάγει τη μεθοδική αμφιβολία, ο Immanuel Kant αποδέχθηκε τα a priori δεδομένα της γνώσης, ο Auguste Comtes προσπά- θησε να απορρίψει οποιεσδήποτε εκ των προτέρων αποδεκτές προϋποθέσεις και τον ακολούθησαν οι νεοθετικιστές, ενώ οι νεοκαντιανοί φιλόσοφοι δεν απομα- κρύνθηκαν πολύ από την άποψη αυτή. μια άλλη κατεύθυνση των αντιδράσεων αυτών ορίζεται από εκείνους τούς στοχαστές (και τούς οπαδούς τους), οι οποίοι μετέτρεψαν τη μέθοδο της διαλεκτικής σε υλιστική, όπως επίσης και από τούς στοχαστές που απερίφραστα αποδέχονται την υπό συζήτηση διαπίστωση (π.χ. οι εκπρόσωποι της φαινομενολογίας). Δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι είναι ιδιαίτερα επιτυχείς οι προσπάθειες αποδέσμευσης από οποιασδήποτε μορ- φής δομημένο «πλέγμα» των αντιλήψεων που προανέφερα. Τελικά, αποδεικνύεται ότι οι προσπάθειες αυτές φυλακίζονται στο φαύλο κύκλο της σιωπηλής απο- δοχής εκείνου, το οποίο κατά τα φαινόμενα ξεκινούν να απορρίψουν. Συνεπώς, πρώτον, η επιστήμη (η διαμόρφωση της οποίας άρχισε με την έναρξη της διαδι- κασίας της κυριαρχίας του Λόγου επί του Μύθου) δεν μπορεί να αποδεσμευτεί από εκείνο, το οποίο απέμεινε μετά τον αποχωρισμό της από το πρωταρχικό συ- γκρητικό ιδεατό μόρφωμα. Αυτό το συγκρητικό μόρφωμα, φυσικά, ήταν εκείνο το οποίο ο Αρχαίος Έλληνας και ο μεσαιωνικός στοχαστής αντιλαμβανόταν με τον όρο «φιλοσοφία». Αυτό δεν σημαίνει ότι η αρχαία ελληνική και η μεσαιω νική αντίληψη του όρου αυτού ταυτίζονται, αλλά μάλλον ότι ο αποχωρισμός των λεγόμενων «μερικών» επιστημών δεν είναι καρπός ούτε του μεσαίωνα, ού τε – πολύ λιγότερο – της αρχαιότητας.

Έτσι, δεύτερον, η θέση οποιουδήποτε προβλήματος, ακόμη και στο χώρο της ίδιας της φιλοσοφίας, δεν μπορεί να αποδεσμευτεί από τις εκ των προτέρων παραδεκτές προϋποθέσεις (αξιώματα). Πολύ δε περισσότερο, που εξ’ αιτίας του καθολικού τους χαρακτήρα, οι κατηγορίες, τις οποίες η φιλοσοφία διερευνά, αλληλοερμηνεύονται, αλληλοκαθορίζονται, αλληλοαποδεικνύονται κ.λπ. Δεν μπορούν, λοιπόν, να ενταχθούν σε κάποιο ευρύτερο σύστημα αναφοράς, που θα αποτελείται από κάποιες ευρύτερες κατηγορίες μιας άλλης επιστήμης, λόγω του ότι οι φιλοσοφικές κατηγορίες είναι οι ευρύτερες δυνατές, δια των οποίων μπο ρεί να γίνει αντιληπτό και να συλληφθεί μέσω της νόησης το Είναι.

Οι προσπάθειες, στις οποίες έγινε αναφορά, τα τελευταία χρόνια συνεχίζο- νται με τη μορφή χαρακτηρισμού των διάφορων φιλοσοφικών συστημάτων (μέ- σω των οποίων νομιμοποιείται η επιστήμη και γενικότερα η γνώση), ως «μεγά- λων αφηγήσεων». Αυτή είναι η θέση του Γάλλου φιλόσοφου Jean-François Lyotard, ο οποίος προσάπτει το χαρακτηριστικό αυτό στα φιλοσοφικά συστήμα- τα της εποχής του Διαφωτισμού, στη φιλοσοφία του Georg Wilhelm Friedrich Hegel και στο μαρξισμό. Σε γενικές γραμμές, με τον όρο «νομιμοποίηση» νοού- νται οι προϋποθέσεις και οι διαδικασίες, οι οποίες μετατρέπουν την επιστημονι- κή δραστηριότητα (και αντίστοιχα την επιστημονική γνώση) σε συστατικό στοι- χείο του συστήματος των ανθρώπινων δραστηριοτήτων (και αντίστοιχα της πνευματικής ζωής). Μ’ άλλα λόγια, πρόκειται για διαδικασίες, δια των οποίων δοσμένη γνώση ενσωματώνεται (ολοκληρώνεται) στην επιστημονική γνώση και θεωρείται έγκυρη.

Η ανακήρυξη των φιλοσοφικών συστημάτων, που αναφέρθηκαν, σε «μεγά- λες αφηγήσεις» αποτελεί μορφή συνέχισης της άρνησης της κυριαρχίας της ορ- θολογικότητας. Η άρνηση αυτή συντελείται στο πνεύμα της πρώιμης σχολής της Φραγκφούρτης (M. Horkheimer και T. W. Adorno), ενώ τονίζεται η παραδοχή του ανορθολογικού στοιχείου ως κριτηρίου νομιμοποίησης της επιστημονικής γνώσης. Θα σημειώσω, ότι ο μεταμοντερνισμός – η τάση, εκπρόσωπος της ο- ποίας είναι ο Jean-François Lyotard – και η Σχολή της Φραγκφούρτης, συνεχί- ζοντας την παράδοση της διαμάχης αναφορικά με το πρόγραμμα του Διαφωτισμού, στην κριτική που ασκούν ενάντια στην καθολική κυριαρχία της ορθολο- γικότητας, καθοδηγούνται από την καταφανή διαφωνία μεταξύ των διακηρυγμέ- νων σκοπών και στόχων του προγράμματος αυτού και της επιτευχθείσας κοινω- νικής πραγματικότητας. Η διαφωνία αυτή είναι το αντικειμενικό υπόστρωμα, από το οποίο τρέφονται οι αντι-ορθολογικές τάσεις μιας μερίδας των προπατό- ρων και του μεταμοντερνισμού και της Σχολής της Φραγκφούρτης. Πρόκειται, για παράδειγμα, για τούς οπαδούς του ανορθολογισμού (W. Dilthey, F. Nietzsche) και της ιδέας ενός ελεύθερου από οποιαδήποτε κοινωνική δέσμευση ή και εξάρτηση υποκειμένου (π.χ. Jean-Paul Sartre).

 

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΕΔΩ