Το κορίτσι στο πλατύσκαλο
βλέπει την αλάνα – να κοκκινίζει
στη γωνία του δρόμου.
Κρύο πρωινό
αρχές Μάρτη.
Παίζει
με τις μύτες των ποδιών
Λέει:
“Έτσι χόρευε ο Βασιλιάς!”
Ποιος βασιλιάς;
Γίνομαι αδιάκριτος καθώς
σέρνει το βήμα της
για να σηκώσει σκόνη.
Ένας τζίτζικας είμαι –
το διασκεδάζει.
Καβαλάω τη σκόνη

*

Κάθισε μαζί μου δίχως

συγκεκριμένο λόγο
οι συναντήσεις μας
πρέπει να συμβαίνουν –

έχοντας άγνοια
μα και εμπιστοσύνη
στο πάθος
που τις δικαιολογεί.

*

Χρειάζεσαι κάποιον
να σε βρίσκει υπέροχη –
με όλη σου την υπερβολή
να πέφτεις πάνω του
ένα νέο τέρας
μια παγωμένη οχιά
και να μη διστάσει
να σε κρατήσει.

*

Θα σου πω μια ιστορία, κορίτσι –

Ήταν κάποια
που έψαχνε μια πόρτα
κι όταν τη βρήκε ρώτησε
χτυπώντας την πόρτα
“Είναι κανείς εδώ;”
Μα κανείς δεν της απάντησε.

Τότε
κοντοστάθηκε
μες στη σιωπή –
ν’ ακούσει κάτι απ’ το παράξενο
και το βαθύ
τη μία ανθρώπινη φωνή
που θα ‘πρεπε να απαντά
στις ικεσίες της.

Ξαφνικά
έριξε πιο δυνατά
από κάθε άλλη φορά
τα χέρια της
πάνω στην πόρτα
και φώναξε:

“Γιορτάζω σήμερα”
μέτωπο υγρό πάνω στο ξύλο
“Είναι η γιορτή μου!
Του Ασώτου, εγώ και η παράκρουσή μου
Δεν την αλλάζω με καμία θαλπωρή
τη χρειάζομαι για την τέχνη μου.”

*

Καλή η ιστορία;
Συνήθως
όλοι συγκινούνται
ο κόσμος
χειροκροτά!

*

Και κάπως έτσι
αφιέρωσα
όλο τον χρόνο μου
για να σε πείσω
ότι ξανάγινες αθώα.

Μου λες πως κατάλαβες.
Λες πως σε φύτεψαν
με έναν σκοπό –
να κατέβεις τη ζωή
και να συνθέσεις
κάτι από το ασαφές
το υποφερτό.

Μου λες πως κανείς
δεν κατακρίνει τη γυναίκα
όταν απλώνει την οδύνη της
και σωριάζεται
αρκεί·
η πρόθεσή της να είναι αρκετά πλατιά
για να χωράει τη δύναμη
του λυγισμένου δέντρου.

Όμως εγώ που διακρίνω
και το παραμικρό γέννημα
μες στη στενή γη
εύκολα αναγνωρίζω
τον επικίνδυνο βολβό
που ήρθε να φυτρώσει
στη ρωγμή μου.

*

Σε κάθε ένα από τα μάτια σου
στριφογυρίζει
και κάποιος δαίμονας
κορίτσι που γελάς –
σύντομα θα κλάψεις

Γιατί
είναι προτιμότερο
να φύγεις άγνωστη
και ν’ αφήσεις πίσω σου
έναν τοίχο
που κανείς δεν μπορεί
να κρατήσει
που δε γίνεται
να κρατηθεί
παρά να καείς σαν μετεωρίτης

*

Εκείνη ωστόσο
πίστευε
πως ήταν γενναιότερο
να συντριβεί.

Κράτησε τις γροθιές
σφιγμένες μπροστά της –
και δεν είπε άλλη λέξη.

Άρχισε να τρέχει
μετρώντας τα περασμένα
σκαλιά καθώς έτρεχε
και κάθε μετρημένο σκαλί
ήταν για την ίδια
και μία ήττα
που ξεμπέρδευε.