Αν λησμονήσουμε.

Αν λησμονήσουμε

την ποίηση της Σαπφούς και του Ομήρου,

την γνώση του Ηράκλειτου και του Δημόκριτου,

την Δόξα του Λεωνίδα και του Περικλή,

Αν λησμονήσουμε

την Αθήνα, το Βυζάντιο και τη Βεργίνα,

τα λευκά ξωκλήσια της Παναγιάς,

την οικειότητα του ατείχιστου ουρανού,

το κάλεσμα της πάναγνης βροχής,

Αν λησμονήσουμε

Τα τραγούδια, τα ανδραγαθήματα και το αίμα

και τις αφόρητες πληγές του Μακρυγιάννη,

τότε τίποτα δε μπορεί να αναστηθεί  σε τούτο

τον αμνημόνευτο τόπο…

Άπορη κι αποθαρρυμένη  η πατρίδα  δεν θα έχει

μήτε μια μπουκιά  ψωμί  να μας δώσει

ν’ αποζήσουμε, μήτε μια σταγόνα βρόχινου νερού

να σβήσουμε τη δίψα μας…

Τα κάστρα και οι δρόμοι θ’ αδειάσουν

από φωνές και θα διαβούνε οι βάρβαροι…

Για να λεηλατήσουν το φως του ήλιου,

για να τρυγήσουν τα λιόδεντρα και τ’ αμπέλια,

για να εξορίσουν την ελπίδα και τα όνειρα…

Και δε θα υπάρχει μάνα, αδερφός

ή σύντροφος ν’ αντισταθεί… Και τα παιδιά,

γυμνά,  θα τριγυρνάνε μέσα στα χαλάσματα

γυρεύοντας μια σπίθα αληθινής φωτιάς

ν’ ανάψουν την ψυχή τους…

Και θα ‘ναι δούλοι αλευτέρωτοι

σε μια παρηκμασμένη πολιτεία,

Αν λησμονήσουμε…

*από την ποιητική Συλλογή:

»Μνήμες της Πέτρα και της Σιωπής.»

Υποταγή.

Τρύπιο κανίσκι κι η ζωή στο χώμα στάλαξε

μα τα μελλούμενα ακόμα δεν τα είδες,

ένας φονιάς καιρός τη ρότα μας την άλλαξε

την άγια θλίψη μας τη γέμισε ρυτίδες…

Σαν τον προφήτη τον τυφλό μες στα χαράματα

βλέπεις στο σύθαμπο φεγγάρια ματωμένα,

άλλοι πεθαίνουν στα φτηνά τα μεροκάματα

κι άλλοι κινάνε μες στη μπόρα για τα ξένα…

Χρονολογίες και σαλπίσματα βουλιάξανε

κι αρχαία πάθη τη γενιά μας τυραννάνε,

σκάρτοι θεοί έναν παράδεισο μας τάξανε

με λόγια κάλπικα που καίνε και πονάνε…

……………………..

Μες στα χαλάσματα ριγώ κι εγώ κι εσύ,

στρίβεις καπνό, μου δίνεις σέρτικο τσιγάρο,

τ’ άδειο ποτήρι το γιομίζεις με κρασί

για να μερώσεις και τον άπληστο το χάρο…

*από την ποιητική συλλογή: »Τα Λυρικά.»

Μητέρα…

Μητέρα των παιδικών μου χρόνων,

γλυκιά θύμηση της γης,

καρδιά πλημμυρισμένη απ’ τα δάκρυα,

τώρα που στέρεψε ο άνεμος των άσπρων ταξιδιών,

σε ποιο χώμα θ’ ακουμπήσει το χέρι της στοργής σου

τα εμβατήρια και τις σπονδές,

τα χρόνια και τα κύματα, τους αναστάσιμους ύμνους,

τις φωτεινές μέρες των γαλάζιων καλοκαιριών;

Ήρθε ο χειμώνας κι ομίχλη σκέπασε τον κήπο μας

κι ούτε ένας ήλιος δε φέγγισε τη μοναξιά μας…

Στη φριχτή περιπέτεια

που σβήνεται το λογικό του ανθρώπου

 φωνάζω τ’ όνομά σου στη νύχτα χωρίς καμιά απόκριση…

 Στα ναυάγια του καιρού γυρεύω τον ίσκιο σου,

 αποζητώντας το γλυκό χάδι των χεριών σου

 σε εκείνη την ανάμνηση που με πονά,

 σε μια σου λέξη…

 Ακριβή μητέρα!

 Στον καθρέφτη της ψυχής σου θόλωσε ο καιρός

 κι οι μέρες της ζωής σου καλπάζουν

 στην άγονη νύχτα σκοτεινές κι αδιάφορες…

 Κάποτε τα λόγια σου έσταζαν βάλσαμο

 στην καρδιά μου και μου γιάτρευαν κάθε πληγή…

 Πεινούσα, διψούσα και κρύωνα

 μα με ζέσταινε η ανάσα σου κι η πράσινη θάλασσα

 των ματιών σου…

 Κείνη η ξελογιάστρα θάλασσα

 που τώρα αγριεύει και λυσσομανά

 και σκορπιέται με βία στα σκοτεινά σοκάκια

 της λησμονημένης  μνήμης σου…

 Τα γράμματα που μου ‘γραψες κάποτε,

 τώρα κιτρινίζουν στο συρτάρι,

 χρυσά φυλαχτά πολύτιμων διαδρομών στο χρόνο…

 Τότε που η καλοσύνη σου περίσσευε για τον κόσμο,

 τότε που έσφιγγες στα στήθια σου

έναν έρωτα παράφορο για μένα,

τότε που ανέβαινες με ακλόνητη πίστη

 κάθε μέρα στο σταυρό για το φτωχό μας το ψωμί,

 για την ελπίδα  και για τ’ όνειρο …

Ω, μητέρα!

Γυναίκα μοναδική που γέννησες κάποια αυγή

τις δικές μου μέρες,

που  απελευθέρωσες το φως του ήλιου στα δικά μου μάτια,

κλαίω και θρηνώ απαρηγόρητα

για το θανάσιμη  οδύνη της κακοτυχίας σου,

για τον πόνο και τη σιωπή  της ψυχής σου,

για την αναπότρεπτη πικρή σου μοίρα…

*από την ποιητική συλλογή:

   »Ο Χρόνος κι οι Πληγές»

Προσμονή…

Στην αυταπάτη που ξυπνά στη χέρσα γη,

τυφλοί προφήτες  στην ομίχλη προχωράνε

κι έχουν στα στήθια τους μια αλύτρωτη πληγή

κι οι άδειες ώρες στον καημό τους δε χωράνε.

Κι εκεί που ο χρόνος την οδύνη συναντά,

κι απλώνει ο πόνος το βαρύθυμο το χέρι,

τη γη ξεχνάω κι η ηχώ σου  μου απαντά,

τη γη θυμάμαι και μου γνέφει ένα αστέρι.

Νύχτα Σαββάτου ξημερώνει Κυριακή,

κι όλα συγκλίνουν στην αγέλαστη την πόλη,

μα εγώ συντρόφισσα κι απόψε θα ‘μαι εκεί

αφού δεν έχει ο καιρός αραξοβόλι.

Με κάτι όνειρα σβησμένα και μισά,

στ’ άγριο πλήθος μιαν υπόσχεση γυρεύω,

τραχύς ο άνεμος, σαν τύραννος φυσά

κι εγώ ανένδοτος, μες στη βροχή χορεύω.

Στην άγρια  νύχτα  οι προφήτες θα χαθούν,

στο αμετάκλητο και στο καθορισμένο,

πλήθος ενέδρες στα κατώφλια θα στηθούν

κι εγώ τυφλός, σε ξένη γη σε περιμένω…

*από την ποιητική συλλογή:

»Το Χώμα και το Αίμα.»