Ξεθωριασμένο λευκό

Πίσω από τις λευκές τουλίπες
κρύβει η δυστυχία το φόρεμα της.
Ένα κουρέλι βγαλμένο από το βυθό,
που απλώνει πάνω του ναυάγια και κοχύλια.
Το άσπρο όταν σκοτεινιάσει γίνεται μαύρο.
Φως του φεγγαριού σαν από ασήμι γινωμένο,
αγκάλιασε κι απόψε την μαύρη φορεσιά
να μην την ξεχωρίζει κανείς μέσα στην πλάση.
Φώτιζε μόνο τις λευκές τουλίπες,
μήνυμα πως η ευτυχία θα ξανάρθει.

Σκεπασμένο πιόνι

Χα! Θελκτικός ο κόσμος των ονειροπαραισθήσεων.
Η πρώτη αυλαία σε βρίσκει αγκαλιά με πύρινα μαξιλάρια,
που πολεμούν με πούπουλα και φλογοβόλα πάνω σε δρύινες αρένες.
Ξάφνου ξεπηδάς σε μια βιβλιοθήκη.
Σε μια καρέκλα προχθές βρέθηκε ένα κορμί πνιγμένο
από φθόγγους που δεν μπόρεσε να πει.
Σκηνή νούμερο τρία.
Εκεί τρώνε κοχύλια άνθρωποι και δεινόσαυροι
σαν φίλοι απ’ τα παλιά
και πάνω τους καίει μια θάλασσα λουλουδιασμένη.
Πιο δίπλα οι πιγκουίνοι φεύγουν κρουαζιέρα στα νησιά των Σποράδων.
Ουφ, ζέστη κι απόψε˙
θα βγω στο μπαλκόνι να σαλπάρω προς τον ήλιο.

Ήμισυ

Το τελευταίο δάκρυ της θάλασσας
παραδόθηκε πάνω στην ηλιοκαμένη άμμο.
Νωρίς το πρωί.
Τα φώτα άρχισαν να παραδίνονται στον Θεό ήλιο.
Δυο γλάροι ρουφούσαν το ύστερο χάδι του βραδιού.
Σχεδόν γαλήνη.
Σχεδόν φως. Σχεδόν σκοτάδι .
Σχεδόν άνθρωποι.