Συνέντευξη στον Σπύρο Αραβανή

 

Charles Baudelaire, «Τα Άνθή του Κακού» (μετφρ.-επιλεγόμενα: Γιώργος Κεντρωτής), εκδ. Gutenberg, 2018

 

 

Ο Κωστάς Παλαμάς στα 1916 είχε γράψει: «Ὁ Βωδελαίρ δέν ἤρχισε νά γίνεται θέμα μεταφραστικόν παρ’ ἡμῖν παρά πολύ μετά τό 1890, ἐν ἡμέραις δημοτικιστικῶν ὀργασμῶν καί ὀργίων. Ἀνέτειλεν εἰς τούς οὐρανούς μας ὡς δημοτικιστής, ἐμεσουράνησεν ὡς μαλλιαρός». Πώς θα χαρακτηρίζατε τη δική σας μεταφραστική εργασία στα «Άνθη του Κακού»; 

Ο Μπωντλαίρ γνώρισε μεγάλη δημοφιλία στην Ελλάδα κατά το πρώτο ήμισυ του 20ού αιώνα: όχι μόνο μεταφράστηκε πολύ, αλλά και επηρέασε πλείστους όσους ποιητές: τον Καρυωτάκη, τον Σκαρίμπα, τον Εμμανουήλ, τον Ουράνη, τον Καββαδία… Κλίμα «μπωντλαιρισμού» κυριάρχησε για πολλά χρόνια στα ελληνικά ποιητικά πράγματα. Μεταφράζοντας τα «Άνθη του Κακού» στον 21ον αιώνα προσπαθώ να κάνω τον ποιητή να μιλήσει με γλώσσα σημερινή, χωρίς ωστόσο να τον ξεκόβω από την ήδη από πολύ παλιά δημιουργημένη και ποιητικώς εμπεδωμένη μπλωντλαιριανή παράδοση στην Ελλάδα. Αν στην εποχή του Παλαμά το κρίσιμο στοιχείο ήταν ποιος θα κατακτήσει τη γλωσσική νίκη (η «διεκδικητική» δημοτική ή η «αμυνόμενη» καθαρεύουσα;), στην εποχή μας θεωρώ ότι το κρίσιμο είναι η ανάγνωση και η μεταφορά των ποιημάτων του με πνεύμα νεωτερικό που να μετέχει τόσο της αρτιωμένης παραδόσεως, όσο και της πρωτοπορίας όπως μπορεί να αρθρωθεί σήμερα χρησιμοποιώντας στίχους με ηλικία ενάμιση και πλέον αιώνα.

 

Έχοντας μελετήσει τον Μπωντλαίρ σε διάφορες γλώσσες μετάφρασης, ποια προτερήματα και μειονεκτήματα έχει η ελληνική τα οποία διευκόλυναν ή παρεμπόδισαν το δρόμο σας;

Συνεχίζοντας στον ειρμό της προηγούμενης απάντησής μου, θα σας πω ενότι στην ελληνική γλώσσα υπάρχουν ποικίλες πνοές «μπωντλαιριανής» αύρας και μέσα στο πρωτότυπο έργο σημαντικών ποιητών. Ο Καββαδίας, αίφνης, είναι κατ’ εξοχήν μπωντλαιρικός, όχι μόνο ως προς τη θεματολογία και τη διαχείρισή της, αλλά και ως προς την όλη πολιτιστική νοοτροπία που έχει καταθέσει στους στίχους του. Κάτι τέτοιο είναι ευεργετικό όχι μόνο για τον εν λόγω  ποιητή, αλλά και για όλη την ελληνική νεωτερική ποιητική, καθώς το αναγνωρίσιμο πλέον μπωντλαιριανό κλίμα μάς διευκολύνει να υποδεχθούμε με ευχέρεια συγγραφείς συγγενούς τεχνοτροπίας με αυτήν του Μπωντλαίρ, όπως, φέρ’ ειπείν, τον Πόε και τον Χάμσουν, αλκλά και τον Γκεόργκε.

 

Αυτοχαρακτηρίζεστε ως «μεταφρασματολόγος» και όχι μεταφρασιολόγος. Γιατί;

Δεν πρόκειται απλώς για ζήτημα ορολογίας, αλλά για ζήτημα ουσίας. Ο μεταφρασματολόγος μελετά μεταφράσματα, δηλαδή τελειωμένες μεταφράσεις, και ενδεχομένως τα συγκρίνει μεταξύ τους: π.χ. μελετά χωριστά το κάθε έργο του Τολστόι, που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, ή όλα ή κάποια από τα μεταφράσματα του έργου «Ευγενία Γκραντέ» του Μπαλζάκ στα ελληνικά ή/και σε άλλη γλώσσα. Αυτό μπορώ να το κάνω ξεκινώντας από τα διδάγματα της συγκριτικής φιλολογίας και γλωσσολογίας και λαμβάνοντας υπόψη μου τη σημασιολογία, την αισθητική, την υφολογία, την πραγματολογία, ακόμα και την ερμηνευτική, αλλά και ό,τι άλλο διευχεραίνει γλωσσικές προσεγγίσεις. Η «μεταφρασιολογία» κανονικά και πρωτίστως σημαίνει λόγο περί του πώς γίνεται, δηλαδή περί του πώς πρέπει να γίνει μια μετάφραση. Αυτό δεν μπορώ (και, για μένα, δεν επιτρέπεται) να το κάνω, γιατί μια τέτοια εργασία, εντελώς άχαρη, δεν θα ήταν τίποτε παραπάνω από ένα προσωπικό συμπίλημα συνταγών, που δεν αφορά (στην καλύτερη περίπτωση)  παρά μόνο τον συνταγογράφο τους.

 

Υποστηρίζετε σθεναρά την άποψη της μετάφρασης ως «νέο πρωτότυπο». Οι μεταφράσεις σας έχουν ελληνοποιήσει τους ξένους ποιητές «κατά τον τρόπο του Γ. Κεντρωτή» κι αυτό κατά τη γνώμη μου, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, αποτελεί μια μεταφραστική ταυτότητα. Στις κριτικές όμως ότι αλλοιώνεται έτσι το πνεύμα του συγγραφέα, αλλάζοντας γλωσσικό ύφος, τι απαντάτε;

Για να μην επαναλάβω την απάντηση που έδωσα στο προηγούμενο ερώτημα, θα πω ότι, αντί να μεταφρασιολογώ, μεταφράζω! Και όταν μεταφράζω, μεταφράζω εγώ – όχι κάποιος άλλος (εκτός και αν μιμούμαι κάποιον συνειδητά). Κύριε Αραβανή, τι νεοελληνικός μύθος, αλήθεια, και τούτο! Σχεδόν όλοι οι «κρίνοντες» εμφανίζουν ειδήμονα τον εαυτό τους ως προς το ύφος του κάθε συγγραφέα και υποδέχονται ως αμείλικτοι δικαστές τον παραβάτη μεταφραστή. Δεν χρειάζονται πολλά λόγια: ο μεταφραστής στο μετάφρασμα καταθέτει την προσωπική του ερμηνεία, το πώς προσέλαβε και «ξεκλείδωσε» το ξένο κείμενο, κάνοντάς το οικείο πρώτα στον εαυτό του και κατόπιν στους ομογλώσσους του. «Μεταφράζω», εξ άλλου, σημαίνει «λέω κάτι ύστερα και αλλιώς». Πώς θα το πω, λοιπόν; Όχι όπως το λέω εγώ που το μιλάω, αλλά όπως νομίζουν ότι ξέρουν οι άλλοι; Και γιατί, αφού γνωρίζουν εκ των προτέρων και τόσο καλά και αυθεντικά τα πράγματα, δεν κάνουν οι άλλοι μια μετάφραση;

 

Στο Τμήμα της Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου τα μαθήματα που αφορούν τις μεταφράσεις των λογοτεχνικών έργων ακολουθούν το «ακαδημαϊκό πρωτόκολλο» των θεωριών ή υπάρχει μια σχετική αυτονομία των φοιτητών;

Προσωπικά δυσπιστώ απέναντι στις μεταφραστικές θεωρίες. Είναι σαν τις αντίστοιχες λογοτεχνικές – κανείς, από όσους τις ακολούθησαν, δεν έγινε καλός συγγραφέας. Αντίθετα, όποιος έχει διαβάσει προσεκτικά το σύντομο κείμενο του Γιάκομπσον για τις γλωσσικές όψεις της μετάφρασης και το εκτενές «Μετά τη Βαβέλ» του Στάινερ, δεν νιώθει κανενός είδους τύψεις που δεν ματαφρασιολογεί. Εγώ ευτυχώς και με συναδέλφους και με φοιτητές και συμφωνώ και διαφωνώ. Στην academia είμαστε – έτσι πρέπει να γίνεται! Το ότι οι προσωπικές μου απόψεις καταλήγουν να μειοψηφούν και δεν γίνονται αντικείμενο «λατρείας» δεν συνιστά λόγο ούτε να τις αλλάξω ούτε να τις προσαρμόσω σε κάτι. Όντας, μάλιστα, συνεπής δαντικός και μαρξιστής έχω πάντα ως μότο στη ζωή το «Segui il tuo corso et lascia dir le genti», που σημαίνει: «Εσύ τράβα τον δρόμο σου, και τον κόσμο άσ’ τον να λέει».

 

«Αλαζονεία, οξυδέρκεια, ανία αποτελούν ένα και το αυτό: Μέσα σ’ αυτόν και παρά την θέληση του η συνείδηση όλων και του καθενός αγγίζει τα όρια της και αυτοαναγνωρίζεται» γράφει ο Σατρ για τον Μπωντλαίρ και σκέφτομαι πόσο διαφορετική χροιά έχουν αποκτήσει αυτές οι τρεις λέξεις  τη σημερινή εποχή.  Τι στ’ αλήθεια μάς μαθαίνει, εν έτει 2019, ο Μπωντλαίρ;

Ένας «φανατικός αντιδραστικός», που είχε ξεκινήσει από τα «οδοφράγματα του 1846», μας μιλάει σήμερα για τη διαλεκτική του Καλού και του Κακού, για τα «ανεκπλήρωτα ταξίδια», που ούτε καν ξεκίνησαν, για τη «ματαιότητα του πλούτου», για την απανθρωπία των πόλεων και των κοινωνιών, για την ανία των ημερών και των νυκτών, για τον αμείλικτο εχθρό μας (τον χρόνο), για τη μελαγχολία και τα spleen (τουτέστιν: τις λόξες) του πολιτισμού, και κυρίως για κάτι μοναδικό, για το οποίο δεν μπορούμε να παράσχουμε καμία προσωπική μαρτυρία: για τον θάνατο, για το όντως absolutum novum, για τον εκτελεστικό γραμματέα του Χρόνου. Και όλα αυτά τα κάνει με συναρμογές φθόγγων και χρωμάτων, με συνάψεις σχημάτων λόγου και διανοίας, με συσχετίσεις συμβόλων και πραγματικών καταστάσεων: με της λύρας του τα νεύρα και με τη εναρμόνια φωνή του, που ιδρύουν σύμπαντα ποιητικά.

 

Α’  Δημοσίευση: εφ. Εποχή