ΩΡΑ ΛΥΠΗΣ

 

Ώρα κεντρικής απομόνωσης ύστερα από καθημερινό στραμπούληγμα σε σκαλοπάτια δυσοίωνων συνυπάρξεων,  λιγοστών κοντινών λεπτών , παντρεμένων βλεμμάτων και ανοιγμένων χειλιών ξερασμένου οπισθοδρομικού αέρα που μυρίζει παλαιικό καφενείο του Βαρδάρη . Ώρα που οι δείκτες μοιάζουν παγωμένοι σαν τα περσινά αποφάγια πουλιών υπό εξαφάνιση σε μορφή μεταλλαγμένης σκόνης που σέρνεται σε καταψύξεις μυαλών και συνειδήσεων. Ώρα που χρωματιστές στάχτες κρύφτηκαν πίσω από το κρεβάτι και που μονάχα εφιαλτικά ξημερώματα ανάδυσης του φοβισμένου υποσυνείδητου παραμένουν στα μετέωρα, τυφλά, σιωπηλά σώματα. Ώρα που τα μωρά βελάζουν για Κίτρινη τροφή ενώ ο Ψηλός αναμασά χορταράκια για να φανεί κάπως ευαίσθητος στην δαγκωμένη , με μελανά, αστεία σχεδιάκια ζωγραφισμένα από ειδικά είδη πλαστικού ή αδαμαντίνης σε φανερά ισχνά σημεία του κορμιού της  ,που αγωνιωδώς προσπαθεί να κρύψει με φουντωτά, εισαγόμενα, σε μαύρες σακούλες απ΄ την Ελβετία, ρούχα,  η    Κοντή. Ώρα που τα λευκά σεντόνια θάφτηκαν σε οίκους ευγηρίας για όσους δεν κατάφεραν να αποφασίσουν από μόνοι τους που  θα αφήσουν  την τελευταία κόκκινη στάμπα . Ώρα που ο τοίχος δίπλα στο μισοσκότεινο δυάρι ξερνά μούχλα , αφήνοντας κυνικά σκίτσα βραχύβιας ζωής. Τούτη την ώρα διακρίνεται κοντά στο όλο και πιο κοντινό ταβάνι,  μια μαύρη σκιά , αποκεφαλισμένης Κοντής η οποία καβαλά το μωρό της. Δεν θα σου κρύψω πως προσπάθησα να βρω ανάμεσα στα γκρίζα το κεφάλι της, να της το κολλήσω , ν ‘ αποκτήσει πάλι μυαλό, αλλά μάταιη η προσπάθεια, ούτε την κόμη της δεν βρήκα. Που ξέρεις , μπορεί κι αυτή έτσι να γεννήθηκε, δίχως ψήγμα νοήμονος εγκεφαλικού κυττάρου  . Έπειτα έφερα μπόλικα απ’ τα σκαλοπάτια που ανεβαίνουμε συχνά, να φτάσω την σκιά του μωρού και να την σβήσω, αλλά αυτό είχε βαφτεί με σκούρα πολύ σκούρα μαύρη μπογιά. Τόσο ισχυρή η υγρασία ,βλέπεις,  της δακρυσμένης νύχτας που απαγορεύεται η οποιαδήποτε ανθρώπινη παρέμβαση  προσπάθειας διαστρέβλωσης της ρεαλιστικής άγουρης συνύπαρξης πιθήκων – μυρμηγκιών. Δύσκολο μου φαίνεται ν’ αφήσω άμοιρη την ώρα τούτη. Μα είναι που βαραίνει όλο κι περισσότερο η ζαχαρένια πόρτα και τα κόκκαλα ατροφικά ζέχνουν απ’ τις αβέβαιες σκέψεις.  Είναι και που η ώρα μας δεν αποτελεί μέρος  ταινίας του όποιου  Κούτρα κι ούτε συντροφεύει στίχους βοηθητικούς, ασύνδετους της Νηπενθής του Καρυωτάκη. Γι’ αυτό ίσως κι δεν έρχεσαι να βάλεις ένα χεράκι , να τραβήξουμε για το κρυφό ταξίδι σε ευέλπιδα παραμύθια. Μα τι σου γράφω , τούτη η ώρα  πλάθει  μονάχα άπιαστες παραθερίσεις και μονάχες παραμένουν ,αφού ουτοπικές θα τις βρεις και δεν θα κουνήσεις ρούπι προς αυτές. Μα δεν φταις πολύ, κι εγώ πλάνες σπέρνω για να φανταστώ και παρηγόρια βρίσκω στους λόγους μύθων. Τούτο κατανοητό μου είναι πολύ εντός μου , μα ίσως θα Θέλα κάποιος σύμμαχος,  πιότερα ονειροπόλος απ’ εμένα ,  να μου φουσκώσει την σκέψη βιαστικά μήπως και καταφέρω όλα τα παραμυθάκια , να τα κάμω ιστορίες κανονικές .  Ύστερα θα πεις πως τ ΄ έχω χαμένα , θα κοιτάξεις μ’ εκείνο το ασταμάτητο , αδιαπέραστο , αναλλοίωτο,  αναρωτώμενο βλέμμα , κάπως απαξιωτικά θα σύρεις το κεφάλι σου προς άλλη κατεύθυνση. Μάλλον αυτήν την ώρα  δεν έχεις γούστο να με κοιτάξεις ή  δεν μοιάζει βολικό, ευπαρουσίαστο,  το φέρσιμο μου. Αλλά τώρα που τα μάτια αβοήθητα , χωρίς σκέρτσο ή υποδυόμενα κάποιου  αντίγραφου  πλαστής σεμνότυφης γκόμενας , δεν τα νιώθω δυνατά να ανηφορίσουν . Ώρα λοιπόν, ακλόνητης , αμετάκλητης υποταγής στο εσωστρεφές , αμετακίνητο , ανάπηρο παρόν. Ώρα που δεν έφτασες μέσα μου. Ώρα που όμως δεν καταγράφει  κάποια αγωνία, ανησυχία ή θλίψη  . Θα ναι μάλλον η ώρα καμιάς προσδοκίας. Ώρα αντίληψης της πλήρης ασημαντότητας μας, της χυδαιότητας των σκέψεων και της μικρότητας της πρώιμης  ύπαρξης .

 

`

*********************

Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

 

 

Τα άγουρα φώτα της αυγής αντικατοπτρίζονται στις λαδωμένες κλειδαριές, στα υγρά ματόκλαδα των υπνωτισμένων ενσυνείδητων , στις αργοπορημένες ρόδες ,στις νερωμένες ελπίδες που βουλιάζουν στα στομάχια με την πρώτη δόση- γουλιά νευρικής διέγερσης.  Ακτίνες ήλιου στριμώχνονται στις έτοιμες , για βόλτα, τσάντες . Κι όσο ο άνθρωπος βλέπει μπόλικους ήλιους , κι όσο οι ήλιοι τον ταλαιπωρούν, κι όσο ο ήλιος τον φοβίζει, γιατί όλο κι πιο ξένος του μοιάζει,  τόσο τ’ απωθημένα τον ελκύουν , τόσο οι τσάντες πληθαίνουν. Κοιτά από μακριά τα σύννεφα, κι αυτά τον καθησυχάζουν. Μπερδεμένα , πότε άχρωμα , πότε σκούρα, άναρχα σχεδιασμένα, ταλαιπωρημένα στέκουν να κρύβουν τ’ άλλα. Τ΄ αθώα, τ’ αβίαστα , τ’ ενεργά, τ’ άλλα σου λέω, τα Κόκκινα. Τα σύννεφα του πάνε πιότερο του ανθρώπου. Έτσι περίπλοκος , πολυμορφικός που είναι . Έτσι φτιαχτός είναι να σουρουπώνει η ψυχή του με το πέρας των ήλιων .

-Να σου πω κι ένα μυστικό στ’ αφτί;   Αλλά θα είναι για μας , μόνο για μας , αλλιώς θα πληγωθούν πολλοί , γιατί νομίζω πως είναι αλήθεια τούτο.

-Τί;

-Ο άνθρωπος δεν είναι σοφός. Είναι πολλά άλλα , μα σοφός δεν είναι. Ούτε οι επιστήμονες , ούτε οι καλλιτέχνες , ούτε οι μπακάληδες, ούτε οι πουτάνες. Είμαστε τόσο κουτοί , που κυνηγούμε μια στιγμή , με κάθε τρόπο, από κάθε θέση, με κάθε παρουσία- απουσία, με κάθε συνάπτουσα, που ποτέ δεν θα έρθει. Μια μέρα θα μας πλακώσει, θα μας λιώσει, ολόκληρους , όλους , σύντομα , μάλλον πολύ σύντομα, ο υπερβατός ήλιος . Θα διαλυθούμε για πάντα. Δεν θα υπάρχει κανένα μετά, για κανέναν.  Δεν είναι καλό σου λέω που τον φοβόμαστε. Εκείνος ξέρει πολλά . Άλλωστε νομίζεις από κακότητα μας προσέχει τόσους αιώνες;

Μας αγαπούσε , μας λάτρευε , γι’ αυτό μας προστάτευε. Περίμενε ανιδιοτελώς να τον νιώσουμε, να τον καταλάβουμε , να τον δούμε χωρίς προστατευτικά μέτρα και πλαστικές σκιές.  Πίστευε πως θα του μοιάξουμε μια μέρα ίσως.  Δεν μας πάει να τον κάνουμε πέρα. Μας θύμωσε , σου λέω . Σαν να κατάλαβε την έννοια της άγουρης ανθρώπινης ύπαρξης , της ηλιθιότητας μας. Αν μας κάνει πέρα ο Σοφός, και τα γνωστικά βιβλία του – τ’ υπόλοιπα της φύσης όντα- τότε αυτό ήταν , πάει, την βάψαμε. Ούτε θα τον ξανά δούμε , ούτε θα μας ξανά ξυπνήσει.

-Θα πλυθώ καλά , με χοντρό σφουγγάρι και με μπόλικα κόκκινα, κίτρινα, πορτοκαλιά, μ’ όλα τα χρώματα θα  ποτιστώ. Μπορεί και της ψυχής το χρώμα ν’ αλλάξει.

 

*

Η Θέμις Ιππέκη είναι φοιτήτρια στο τμήμα Οικονομικών επιστημών του ΔΠΘ  και  μέλος του ραδιοφώνου του Παρατηρητή της Θράκης, ούσα ραδιοφωνική παραγωγός, με εβδομαδιαία ραδιοφωνική εκπομπή , στην οποία το περιεχόμενο είναι μουσικό και λογοτεχνικό( με τοποθετήσεις σε λογοτεχνικά βιβλία, συγγραφείς και ποιητές, σε διαδικτυακά περιοδικά και εφημερίδες). Έχει εκδώσει  τη ποιητική συλλογή  «Προσεκτικά Παραδοθήκαμε»  από τις εκδόσεις Πηγή (2018)