ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΠΡΩΤΟ : ΤΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ

 

1

 

Μες στα βουβά του δάκρυα κλαίγοντας με οδύνη, [1]

δεν έπαυε να τα θωρεί, στρέφοντας το κεφάλι. [2]

Είδε τις πόρτες ανοιχτές, ξεκλείδωτα παράθυρα, [3]

ολόγυμνες κρεμάστρες, χωρίς μανδύες και χιτώνες,

φευγάτα απ’ τις κούρνιες, γεράκια και σαΐνια. [4]                                                     5

Ξεφύσηξε ο Μίο Σιντ, τον τσάκιζε ο πόνος,

αλλά καλά και μετρημένα ο Μίο Σιντ τα είπε: [5]

«Ευχαριστώ Σε, Κύριε, Ουράνιε Πατέρα!

Αυτό μου εξυφάνανε οι μοχθηροί εχθροί μου!». [6]

 

2

 

Φτερνοκοπώντας φύγανε, τα χαλινά χτυπώντας.                                                    10

Στην έξοδο του Βιβάρ, δεξιά τους, κουρούνα εμφανίζεται [7]

και μπαίνοντας στο Μπούργος, αριστερά τούς βγαίνει. [8]

Τους ώμους σήκωσε ο Σιντ, κουνάει το κεφάλι:

«Χαράς Ευαγγέλια, Άλβαρ Φάνιεθ, είμαστε πια εξόριστοι!». [9]

 

 

3

 

Ο Μίο Σιντ Ρούι Ντίαθ στο Μπούργος εισελαύνει, [10]                                           15

εξήντα είν’ τα λάβαρα που ’χει στη συνοδειά του. [11]

Γυναίκες, άντρες βγαίνουνε για να τον αντικρίσουν,                                              16b

οι κάτοικοι του Μπούργος επάνω στα μπαλκόνια,

κλαίγοντας όλοι σιωπηλά, τόση ήταν η oδύνη τους,

και βγαίνει από το στόμα τους μια μοναχά κουβέντα:

«Κύριε, τι καλός θα ήταν υπηρέτης, αν κύρη είχε άξιο!». [12]                                  20

 

4

 

Θα τον καλούσαν με χαρά, όμως, κανείς δεν το τολμά:

του ρήγα Αλφόνσο η μάνητα δε λέει να κοπάσει. [13]

Εψές το βράδυ έφτασε το γράμμα του στο Μπούργος [14]

με χίλιες προφυλάξεις κι επίσημες σφραγίδες:

στον Μίο Σιντ Ρούι Ντίαθ, στέγη κανείς μην τύχει και του δώσει,                        25

κι όποιος τολμούσε, ας ήξερε μιαν απειλή βαριά,

πως θα ’χανε τα υπάρχοντα, τα μάτια του προσώπου

κι ακόμα ακόμα θα ’χανε το σώμα του και την ψυχή.

Θλίψη μεγάλη βάρυνε όλους τους Χριστιανούς,

από τον Σιντ κρυβόντουσαν, κουβέντα δεν του λένε.                                            30

Κινάει τότε ο Μαχητής να πάει στο κονάκι του, [15]

γερά αμπαρωμένη την πόρτα βρίσκει φτάνοντας,

ο φόβος προς τον ρήγα έτσι το επιβάλλει:

η πόρτα δε θα άνοιγε, εχτός κι αν έσπαγε με βία.

Του Μίο Σιντ οι άντρες καλούν με τρανταχτές φωνές                                            35

τους από μέσα που, βουβοί, δε λεν να βγάλουν άχνα.

Φτερνοκοπά ο Μίο Σιντ, στη θύρα κοντοζύγωσε,

το πόδι απ’ τον κρίκο το τραβά και ρίχνει μια κλωτσιά· [16]

η πόρτα αντιστέκεται, γερά είναι σφαλισμένη.

Κόρη εννιάχρονη τον απαντά κι ασάλευτη στέκει εμπρός του:                             40

«Μαχητή, ευλογημένη η ώρα π’ αδράξατε σπαθί! [17]

Τ’ απαγορεύει ο ρήγας, χθες βράδυ φτάσαν τα μαντάτα του

με χίλιες προφυλάξεις κι επίσημες σφραγίδες.

Μην τύχει και ανοίξουμε και μέσα να σας βάλουμε,

αλλιώς τα πάντα χάνουμε, σπίτια και αγαθά, [18]                                                      45

κι ακόμη θε να χάσουμε τα μάτια του προσώπου.

Σιντ, απ’ τη συμφορά μας σεις κέρδος δε θα βγάλετε,

όμως, ας σας σταθεί ο Πλάστης μ’ όλη την άγια δύναμή Του».

Έτσι η κόρη μίλησε, πίσω γυρνά στο σπίτι.

Πλέον ο Σιντ το νιώθει, τη χάρη του ρήγα απώλεσε·                                            50

την πόρτα παρατάει, καλπάζει προς το Μπούργος,

φτάνει στης Παναγιάς την εκκλησιά, αμέσως ξεπεζεύει [19]

κι από καρδιάς προσεύχεται, στα γόνατα πεσμένος.

Την προσευχή τελείωσε, άρχισε πάλι να καλπάζει,

από την πύλη βγήκε, περνάει τον ποταμό τον Αρλανθόν, [20]                                  55

απέναντι απ’ την πόλη, στην όχθη θα κονέψει· [21]

εκεί στήνει τη σκηνή του κι ύστερα ξεπεζεύει. [22]

Ο Μίο Σιντ Ρούι Ντίαθ, ευοίωνη η ώρα που ’πιασε το σπαθί,

στις πέτρες της όχθης έστρωσε, κανείς στέγη δεν του δίνει,

όμως, ολόγυρά του έχει πανάξιο ασκέρι,                                                               60

κι έτσι εστρατοπέδευσε σαν σε ρουμάνι να ’ταν. [23]

Στο Μπούργος δεν αφήνουνε τίποτα ν’ αγοράσει

απ’ ό,τι είναι για φαΐ: [24]

να του πουλήσουν δεν τολμούν ούτε μισή μερίδα. [25]

 `

*

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Με βάση τα σημερινά δεδομένα φαίνεται να υπάρχει πλεονασμός στη φράση, η οποία, όμως, κατά τον Μεσαίωνα συνεπαγόταν πως το κλάμα περιοριζόταν σε δάκρυα, χωρίς τα συνηθισμένα τότε αναφιλητά, τις κραυγές και τις χειρονομίες.

[2] Ο λόγος για τα παλάτια στα οποία υπήρξε αναφορά στους προηγούμενους στίχους που δε διασώζονται στο χειρόγραφο.

[3] Ο Σιντ αφήνει τις πόρτες ανοικτές, γιατί τίποτα δεν μπορεί να φυλάξει πια πίσω απ’ αυτές. Φεύγοντας για την εξορία, αφήνει πίσω την ακίνητη περιουσία του και παίρνει μαζί του μέρος των κινητών του αγαθών.

[4] Στον στ. 4 συναντούμε τις alcándaras, δηλ. τις κρεμάστρες για τα ρούχα ή για να δένονται σ’ αυτές τα κυνηγετικά γεράκια. Στον επόμενο στίχο, αποδίδουμε τον όρο με τη λέξη «κούρνιες», την οποία εισάγουμε στη μετάφραση, αν και απουσιάζει από το κείμενο, για να κρατήσουμε τον ρυθμό της. Για τον όρο «κούρνια» βλ. το σχετικό λήμμα στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, εκδ. Γ. Μπαμπινιώτης (2002) 947. Οι μανδύες και οι χιτώνες του στ. 4 είναι ρούχα πολυτελή, ποιοτικά και καλοδουλεμένα. Πάντως, το γεγονός ότι οι κρεμάστρες είναι γυμνές απ’ όλ’ αυτά δε σημαίνει πως ο Σιντ τα εστερείτο, αλλά πως τα είχε πάρει μαζί του.

[5] Όπως θα δούμε σε πολλά άλλα σημεία του ποιήματος, το μέτρο είναι βασική αρετή του ήρωα.

[6] Στον στ. 8 ο Σιντ, παρά τη δύσκολη ψυχική του κατάσταση, εκφράζει τις ευχαριστίες του στον Κύριο ως ένδειξη χριστιανικής υπακοής στο θέλημά Του αλλά και εμπιστοσύνης στο μέλλον που τον περιμένει. Ο στ. 9 αναφέρεται στους ευγενείς που τον συκοφάντησαν στον βασιλιά Αλφόνσο.

[7] Bivar: σήμερα Βιβάρ ντελ Θιδ, στην κοιλάδα του ποταμού Ουμπιέρνα, 10 χλμ. βορείως του Μπούργος. Πρόκειται για τη γενέτειρα του Σιντ, από την οποία φεύγει εξόριστος.

[8] Πρόκειται για οιωνό που αποτελείται από ένα κακό κι ένα καλό σημάδι (στ. 11-12). Με τον επόμενο στίχο, τον 13, ο Σιντ ξορκίζει την είδηση. Ο κακός οιωνός, πάντως, εκπληρώνεται στο Μπούργος μετά από τον στ. 15.

[9] Ο στ. 14 δέχτηκε πολλές ερμηνείες. Κάποιοι μελετητές υποστήριξαν πως πρόκειται για αποδοχή του καλού οιωνού, ενώ κάποιοι άλλοι θεώρησαν αναγκαία την προσθήκη κάποιου στίχου εμπνευσμένου από τα Χρονικά, στον οποίο ο Σιντ θα έλεγε ότι θα γυρίσει πιο τιμημένος στην Καστίλη. Κατά την άποψή μας, κάτι τέτοιο είναι περιττό γιατί, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, η είδηση της εξορίας είναι ευχάριστη, όπως θα φανεί από τα γεγονότα που θ’ ακολουθήσουν.

[10] Ruy: υποκοριστικό ή συντομευμένη μορφή του ονόματος Rodrigo. Χρησιμοποιείτο, όταν το όνομα προηγείτο του επιθέτου. Πατέρας και γιος έφεραν διαφορετικό επίθετο κατά τον Μεσαίωνα στην Ισπανία. Το επίθετο του γιου «έβγαινε» από το όνομα του πατέρα. Έτσι εδώ ο Σιντ φέρει το επίθετο Díaz, δηλαδή γιος του Diego. Σε περίπτωση αριστοκράτη, μετά το πατρωνυμικό επίθετο, δινόταν και το τοπωνυμικό, που δήλωνε τον τόπο προέλευσης του προσώπου ή της ιδιοκτησίας δικαιοδοσίας του (señorío). Στην περίπτωση π.χ. του Σιντ έχουμε την αναφορά de Bivar, στ. 628.

[11] Ο όρος «λάβαρα» (pendones) αναφέρεται συνεκδοχικά στους ιππότες (caballeros) του Σιντ, που φέρουν λόγχη (lanza) με λάβαρο και αποτελούν την conpaña, δηλ. τη συνοδεία, το στράτευμά του. Οι εξήντα ιππείς ήταν η τυπική μεσαιωνική στρατιωτική μονάδα, ενώ κάθε ιππέας συνοδευόταν από έναν έφιππο ιπποκόμο και τρεις βοηθητικούς πεζικάριους. Έτσι, το στράτευμα του Σιντ ήταν μεγαλύτερο σε αριθμό κι αποτελείτο συνολικά από περίπου τριακόσια άτομα.

[12] Στίχος με αμφιλεγόμενη σημασία. Βασικά προτείνονται δύο ερμηνείες: η πρώτη είναι υποθετική (Κύριε, τι καλός υπηρέτης θα ’ταν ο Σιντ, αν κύρη είχε άξιο!) και η δεύτερη εκφράζει επιθυμία (Κύριε, τι καλός υπηρέτης είναι ο Σιντ! Μακάρι να είχε έναν κύρη άξιο!). Θεωρούμε προτιμητέα την πρώτη ερμηνεία.

[13] Στο πρωτότυπο κείμενο la grand saña, έκφραση που αναφέρεται στην οργή του βασιλιά, η οποία έχει νομική και προσωπική διάσταση. Ο Σιντ έχει χάσει τη βασιλική εύνοια ως υπήκοος, αλλά και έχει προκαλέσει τη χολή του βασιλιά.

[14] Πρόκειται για βασιλικό διάταγμα.

[15] Στο πρωτότυπο ο Σιντ καλείται Campeador, δηλαδή «Μαχητής», ικανός σε μάχη σε ανοικτό χώρο. Το προσωνύμιο αυτό του δόθηκε από τους Χριστιανούς, ενώ ακόμη ζούσε. Στο κείμενο χρησιμοποιείται είτε μόνο του, είτε μαζί με το mio Cid. Με τη λέξη «κονάκι» αποδίδουμε τον όρο posada (πανδοχείο). Πρόκειται μάλλον για ιδιωτική οικία, ίσως κάποιου υπηκόου του Σιντ.

[16] Στο πρωτότυπο estribera, αναβολέας της σέλας του αλόγου. Σκοπός του Σιντ με το χτύπημα είναι να γκρεμίσει την πόρτα.

[17] Η φράση σημαίνει πως χρίστηκε ιππότης όταν τα άστρα το ευνοούσαν, άρα, είναι ένας τυχερός ιππότης.

[18] Στο πρωτότυπο γίνεται λόγος για το σύνολο των αγαθών, κινητών και ακινήτων (los averes e las casas).

[19] Στο πρωτότυπο Santa María, Καθεδρικός Ναός του Μπούργος, αφιερωμένος στην Παρθένο.

[20] Πρόκειται για τον ποταμό Arlançón στις όχθες του οποίου βρίσκεται το Μπούργος.

[21] Ο Σιντ διασχίζει τον ποταμό και στρατοπεδεύει απέναντι από την πόλη, στην ύπαιθρο.

[22] Αν δεχθούμε πως υπάρχει σεβασμός στη διαδοχή των γεγονότων, τότε ο στίχος σημαίνει πως ο Σιντ διηύθυνε έφιππος την τακτοποίηση της σκηνής.

[23] Στο πρωτότυπο υπάρχει ο όρος montaña, που στα μεσαιωνικά ισπανικά μπορούσε, επίσης, να σημαίνει «δάσος» ή «λόχμη». Η σημασία είναι μεταφορική. Ο ήρωας, αν και στρατοπεδεύει δίπλα στην πόλη, το κάνει σαν να βρίσκεται σε ερημιά.

[24] Του στερούν την conpra, δηλ., για να είμαστε πιο ακριβείς, τη δικαιοπρακτική ικανότητα της ελεύθερης αγοράς αγαθών.

[25] Στον στ. 64 υπάρχει ο όρος dinarada που αφορά στην ποσότητα τροφίμων που μπορούσαν να αγοραστούν με ένα dinero (νόμισμα μικρής αξίας). Ουσιαστικά πρόκειται για την ημερήσια ποσότητα τροφίμων για ένα άτομο.

 

`

`
`
Ιωάννης Κιορίδης, Στέργιος Ντέρτσας
`
*******************************************************************************************

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

ΤΟ ΕΡΓΟ

 
 
Ο πρωταγωνιστής και το λογοτεχνικό του αποτύπωμα

To Έπος του Ελ Σιντ (Cantar de mio Cid στο πρωτότυπο, δηλ. επί λέξει Τραγούδι του δικού μου Σιντ) είναι ένα επικό ποίημα της Καστίλης, που διασώζεται σε ένα μοναδικό χειρόγραφο του 14ου αιώνα, το οποίο με τη σειρά του αποτελεί αντίγραφο άλλου, που υπογράφεται από κάποιον συγκεκριμένο Περ Αμπάτ το 1207. Βασίζεται ελεύθερα στο τελευταίο μέρος της ζωής του Ροδρίγο Ντίαθ, ενός φημισμένου Καστιλιάνου μαχητή, που έζησε κατά το δεύτερο μισό του 11ου αιώνα. Ξεκίνησε τη διαδρομή του στην υπηρεσία των βασιλέων Σάντσο του 2ου και Αλφόνσο του 6ου της Καστίλης και της Λεόν (1065-1080). Έχοντας εξοριστεί από τον δεύτερο στα 1080, πέρασε στην υπηρεσία των εμίρηδων του βασιλείου των Σαρακηνών της Σαραγόσα, Αλ-Μουκταδίρ, Αλ-Μουταμάν και Αλ-Μουστάιν (1081-1086). Αφού συμφιλιώθηκε με τον βασιλιά Αλφόνσο τον 6ο, έδρασε ως άνθρωπός του στο ιβηρικό Λεβάντε (1087). Ωστόσο, ο Ροδρίγο Ντίαθ βρέθηκε σύντομα σε νέα αντιπαράθεση με τον βασιλιά του (1088) και ξεκίνησε μια εξ ολοκλήρου αυτόνομη δράση ως επικεφαλής ενός δικού του στρατεύματος, κατακτώντας τελικά το βασίλειο των Σαρακηνών της Βαλένθια (1092-1094), την κυριαρχία επί του οποίου διατήρησε έως τον θάνατό του το 1099. Αυτό κάνει μοναδική την περίπτωση του Έπους του Ελ Σιντ, με δεδομένο ότι, τόσο στην περίπτωση της φραγκικής επικής ποίησης που του χρησιμεύει ως μοντέλο, όσο και στην υπόλοιπη επική ποίηση της Καστίλης, τα θέματα και τα πρόσωπα φέρουν ασαφείς μόνο ιστορικές μνήμες και τοποθετούνται σε μιαν εποχή που προηγείται αρκετούς αιώνες σε σχέση με τα αντίστοιχα ποιήματα. Από την άλλη, στο Έπος του Ελ Σιντ η δράση εξελίσσεται μόλις έναν αιώνα πριν από τη σύνθεσή του και, αντίθετα απ’ αυτό που συμβαίνει με την πλειοψηφία των επικών ηρώων, μπορούμε να ανασυνθέσουμε τη βιογραφία του πρωταγωνιστή, του mio Cid don Rodrigo, με αρκετή ακρίβεια.

Ο Ροδρίγο Ντίαθ αποκαλείτο από τους συγχρόνους του el Campeador, δηλ. «ο Μαχητής», μοναδικό προσωνύμιο που διασώζουν τα έγγραφα που σχετίζονται μ’ αυτόν (όπως οι δωρεές προς τον Καθεδρικό της Βαλένθια που έγιναν από τον ίδιο τον Ροδρίγο το 1098, αλλά και αυτή της χήρας του, της δόνια Χιμένα, το 1101), αλλά και οι σύγχρονοί του Άραβες ιστορικοί και οι λατινικές πηγές του 12ου αιώνα. Το προσωνύμιο «Σιντ» (Cid), με τo οποίο είναι κοινώς γνωστός, προέρχεται από την ανδαλουσιάνικη αραβική λέξη síd, δηλ. «κύριος», και πιθανώς του αποδόθηκε μετά την κατάκτηση της Βαλένθια (1094), αν και δεν υπάρχει ιστορική τεκμηρίωση του γεγονότος, με την παλαιότερη αναφορά σ’ αυτό να απαντά στο Ποίημα της Αλμερία, λατινικό επικό ποίημα που συντέθηκε γύρω στα 1150.

Τα πρώτα λογοτεχνικά έργα που ασχολούνται μ’ αυτόν είναι «δυσφημιστικά» ποιήματα, συντεθειμένα από Άραβες ποιητές, ιδίως η Ελεγεία της Βαλένθια, που είχε συνθέσει ο ουλεμάς Αλ-Γουακάσι λίγο πριν την πτώση της πόλης στα 1094, καθώς και τα Χρονικά της κατάκτησης και της διακυβέρνησης της πόλης, που αποδίδονται στον Ιμπν Αλκάμα και ίσως στον Ιμπν Αλ Φάραγκ, από τα οποία σώζονται μόνο αποσπάσματα, που οι πιο πρόσφατοι ιστορικοί παραθέτουν. Στο περιβάλλον των χριστιανών, τα παλαιότερα λογοτεχνικά έργα που αναφέρονται στον Μαχητή είναι το ήδη αναφερθέν Ποίημα της Αλμερία, μια λατινική βιογραφία με τίτλο Historia Roderici (κάπου στα 1190), που ακολουθείται σε κοντινές ημερομηνίες από το Χρονικό της Νάχερα και τον ύμνο Carmen Campidoctoris, συντεθειμένο σε στροφές.

Όμως, εκεί όπου ο ήρωας αποκτά τα βασικά του χαρακτηριστικά, είναι στα τρία ηρωικά τραγούδια του κύκλου του Σιντ: στη Νιότη του Ροδρίγο (Las Mocedades de Rodrigo), που σχετίζεται με τον γάμο του με τη δόνια Χιμένα και διάφορα ανδραγαθήματα της νεότητας· στο Τραγούδι του ρήγα δον Σάντσο (Cantar del rey don Sancho), που αναφέρεται στις εμφύλιες διαμάχες του συγκεκριμένου μονάρχη με τα αδέρφια του, του οποίου το ουσιαστικό στοιχείο είναι η πολιορκία της Θαμόρα, και στο Έπος του Ελ Σιντ, που στρέφεται γύρω από την εξορία του Ροδρίγο και την κατάκτηση της Βαλένθια. Αυτή είναι η σειρά των παραπάνω επικών ποιημάτων σύμφωνα με τη βιογραφία του Σιντ, αν και στην πραγματικότητα συντέθηκαν κατά τρόπο διαφορετικό: το Έπος του Ελ Σιντ γύρω στα 1200 (παρ’ όλο που θα μπορούσε να υπάρχει μια πρότερη βερσιόν στα μέσα του 12ου αιώνα), το Τραγούδι του Σάντσο του 2ου μεταξύ του 1200 και του 1220 (αν και επίσης είναι πιθανό πως υπήρχε μια προηγούμενη εκδοχή του τουλάχιστον στα 1190) και Η Νιότη του Ροδρίγο γύρω στα 1350 (αν και μας είναι εμμέσως γνωστή μια προηγούμενη βερσιόν που δημιουργήθηκε γύρω στο 1280).

Τα θέματα του Σιντ που αναπαριστώνται από την Historia Roderici και την επική ποίηση, διασώθηκαν και φιλοξενήθηκαν στα Χρονικά, αρχής γενομένης από την Ιστορία της Ισπανίας (Estoria de España) του Αλφόνσου του 10ου του Σοφού (1270), κι αργότερα στο Ρομανθέρο (το δημοτικό τραγούδι της Ιβηρικής Χερσονήσου και του ισπανόφωνου κόσμου γενικότερα). Από αμφότερες τις οδούς έφτασαν στον Χρυσό Αιώνα, του οποίου το θέατρο τους προσέφερε μεγάλη ανάπτυξη. Στη βασιλεία του Σάντσο του 2ου αναφέρονται, μεταξύ άλλων, Ο θάνατος του ρήγα δον Σάντσο (1538) του Χουάν δε λα Κουέβα, Η δεύτερη κωμωδία της νιότης του Σιντ (περ. 1610) του Γκιγιέν δε Κάστρο ή το Στις επάλξεις του Τόρο (περ. 1620) του Λόπε δε Βέγκα. Το θέμα της νιότης του Ροδρίγο αποκτά φήμη με την Πρώτη Κωμωδία της Νιότης του Ελ Σιντ (περ. 1610) του Γκιγιέν δε Κάστρο, που με τη σειρά της χρησίμευσε ως έμπνευση για τον Σιντ (1636) του διάσημου Γάλλου δραματουργού Πιερ Κορνέιγ, που μετατρέπει τον ήρωα σε παγκόσμια λογοτεχνική κληρονομιά. Από τον Σιντ προκύπτουν οι γαλλικές απομιμήσεις του Σεβρώ, του Ντεσφονταίν και του Σιγιάκ (1638-1639) και η ισπανική Ο τιμητής του πατέρα του (1658) του Χουάν Μπαουτίστα Ντιαμάντε. Υπάρχουν ακόμη και οι εκδοχές παρωδιακού χαρακτήρα, όπως Ο αδερφός της αδερφής (1656) του Φρανθίσκο Μπερνάρδο δε Κιρός και Η Νιότη του Σιντ: κωμωδία μπουρλέσκα (1673) του Χερόνιμο δε Κάνθερ.

Ο ρομαντισμός επιστρέφει εκ νέου στα θέματα γύρω από τον Σιντ, με αφετηρία τη γερμανική διασκευή του Ρομανθέρο από τον Γιόχαν Γκότφριντ φον Χέρντερ (1805) και τη γαλλική τραγωδία του Κασιμίρ Ντελαβινιέ, Η θυγατέρα του Σιντ (1839). Στην Ισπανία ξεχωρίζουν ο Χουάν Εουχένιο Χαρτζενμπούσκ με το δράμα του Ο όρκος στη Σάντα Γκαδέα (1845), ο Αντόνιο Τρουέμπα με το Ελ Σιντ ο Μαχητής (1851) και ο Χοσέ Θορίγια με το ποίημά του Ο Μύθος του Σιντ (1882). Στην περίοδο του τέλους του 19ου αιώνα ανήκουν η γαλλική όπερα Ελ Σιντ (1885) του Ζυλ Μασενέ και το δράμα του ισπανικού μοντερνισμού Οι θυγατέρες του Σιντ (1908) του Εδουάρδο Μαρκίν. Η φιγούρα του Σιντ έχει φτάσει ιδιαιτέρως ζωντανή ως τις μέρες μας, έχοντας εμπνεύσει, ανάμεσα σε πολλά άλλα έργα, το μυθιστόρημα της περιόδου της Πρωτοπορίας, Μίο Σιντ ο Μαχητής (1929), του Βιθέντε Ουιδόμπρο ή την κινηματογραφική διασκευή Ο Σιντ (1961), σε σκηνοθεσία του Άντονι Μαν, στην οποία πρωταγωνιστούν ο Τσάρλτον Ήστον και η Σοφία Λώρεν. Ακόμη πιο πρόσφατα αποτέλεσε εφαλτήριο για μια μεγάλου μήκους ταινία κινουμένων σχεδίων, Ελ Σιντ: Ο Θρύλος (2003), σε σκηνοθεσία του Χοσέ Πόθο, και ακόμη για το βιντεοπαιχνίδι Η διαδρομή του Ελ Σιντ.

 

Γενικός χαρακτηρισμός του Έπους του Ελ Σιντ

Το Έπος του Ελ Σιντ είναι χωρισμένο σε τρία μεγάλα μέρη (Cantares, δηλ. τραγούδια). Το πρώτο μέρος (στ. 1-1084, 1086) εξιστορεί τις περιπέτειες του ήρωα στην εξορία στα μέρη της Αλκάρρια και στις κοιλάδες του Χαλόν και της Χιλόκα, όπου αποσπά λάφυρα και φόρους σε βάρος των μουσουλμανικών πληθυσμών. Το δεύτερο (στ. 1085, 1087-2277) επικεντρώνεται στην κατάκτηση της Βαλένθια και στη συμφιλίωση του Σιντ με τον βασιλιά Αλφόνσο κι ολοκληρώνεται με τους γάμους ανάμεσα στις θυγατέρες του και δύο ευγενείς της Αυλής, τους πρίγκιπες του Καρριόν. Το τρίτο (στ. 2278-3730) αφηγείται πώς η δειλία των πριγκίπων τους καθιστά αντικείμενο χλευασμού από τους άντρες του Σιντ, γεγονός εξαιτίας του οποίου εκείνοι αναχωρούν από τη Βαλένθια με τις γυναίκες τους, τις οποίες κακομεταχειρίζονται κι εγκαταλείπουν στο βελανιδόδασος του Κόρπες. Ο Σιντ το καταγγέλλει ενώπιον του βασιλιά και ο Αλφόνσο συγκαλεί κάποιες Συνόδους στο Τολέδο, στις οποίες ο Μαχητής καλεί τους πρίγκιπες σε νομική μονομαχία. Στη μονομαχία, που πραγματοποιείται στo Καρριόν, οι πρίγκιπες κι ο μεγαλύτερός τους αδερφός υφίστανται την ατίμωση, ενώ στο μεταξύ οι πρίγκιπες της Ναβάρρα και της Αραγόν ζητούν το χέρι των θυγατέρων του Σιντ, που έτσι τις βλέπει παντρεμένες, όπως αξίζει σ’ αυτές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Έπος τελειώνει με την αποθέωση της τιμής του Μαχητή, που, έχοντας ως αφετηρία την αρχική τεράστια ταπείνωσή του, καταφέρνει εν τέλει να δει όλες του τις προσπάθειες να ανταμείβονται.

Δε μας είναι γνωστά στοιχεία, όπως η ημερομηνία και ο τόπος σύνθεσης του Έπους του Ελ Σιντ, αν και οι σημερινές έρευνες τείνουν να το τοποθετήσουν στην τελευταία δεκαετία του 12ου αιώνα, με το 1207 ως την πιθανότερη πλησιέστερη σε μας χρονολόγηση. Αυτή η επιλογή, όπως θα φανεί πιο διεξοδικά στη συνέχεια, φαίνεται να στηρίζεται σε μια σειρά από ενδείξεις του υλικού πολιτισμού, της θεσμικής οργάνωσης και των ιδεολογικών κινήτρων. Όσον αφορά στον τόπο σύνθεσής του, αυτός είναι το Μπούργος, σύμφωνα με ορισμένους κριτικούς, και η περιοχή του Μεντιναθέλι, σύμφωνα με άλλους. Η εγγύτητα του Έπους στα ήθη και τα έθιμα των μεθοριακών πληθυσμών ενισχύει περαιτέρω μια τρίτη εκδοχή, πως ο τόπος σύνθεσής του είναι τα ανατολικά σύνορα της Καστίλης, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί στα τέλη του 12ου αιώνα, δηλαδή, η νοητή γραμμή του Τάγου, από την Κουένκα προς το Τολέδο.

Μεγάλη επίδραση στη σύνθεση του Έπους έχει ασκήσει η σύγχρονή του γαλλική επική ποίηση, ιδιαίτερα το Τραγούδι του Ρολάνδου, κι επίσης, πολύ πιθανόν, η ιστοριογραφία της εποχής, ιδίως η ήδη αναφερθείσα λατινική βιογραφία που φέρει τον τίτλο Ιστορία του Ροδρίγο (Historia Roderici). Όσον αφορά στην υπόθεση, όπως έχουμε δει, αυτή καταπιάνεται με δύο θεμελιώδη θέματα: αυτό της εξορίας κι εκείνο της ατίμωσης στο Κόρπες. Το πρώτο επικεντρώνεται στη δημόσια τιμή του Μαχητή, καθώς αφηγείται τους άθλους του, οι οποίοι του επιτρέπουν να αποκαταστήσει την κοινωνική του θέση και, παράλληλα, να εξασφαλίσει τη βασιλική συγχώρεση. Το δεύτερο, αντιθέτως, έχει ως αντικείμενό του μία υπόθεση οικογενειακή ή ιδιωτική, για την επίλυση της οποίας προσφεύγει, με τρόπο αρκετά πρωτότυπο για επικό ποίημα, στις ισχύουσες νομικές διαδικασίες. Αυτή η διπλή πλοκή περιγράφει μια διπλή καμπύλη καθόδου και ανόδου. Πρώτον, το πέρασμα, από την αποστέρηση της περιουσίας και την εξορία, στην κυριαρχία επί της Βαλένθια και στην ανάκτηση της βασιλικής εύνοιας. Δεύτερον, τη μετάβαση, από την απώλεια της οικογενειακής τιμής που προκάλεσαν οι γαμπροί του, στην υπέρτατη εξύψωσή της, χάρη στους νέους γάμους των θυγατέρων του, αυτή τη φορά με τους πρίγκιπες της Ναβάρρα και της Αραγόν.   

Όπως έχουμε δει, η δεύτερη ταπείνωση ξεπερνιέται με μια συνετή και μετρημένη δράση, που οδηγεί στην επανόρθωση μέσα από τα κανάλια της νομικής οδού. Πράγματι, συμβαίνει το ίδιο στον τρόπο με τον οποίο ο Σιντ ξεπερνά την αρχική του πτώση, κι ας γίνεται αυτό με μια διαδικασία λιγότερο εμφανή. Όντως, ο ήρωας από το Βιβάρ, που εξορίζεται εξαιτίας των συκοφαντικών κατηγοριών που του αποδίδονται από τους πολέμιούς του εντός της Αυλής, ποτέ δε σκέφτεται να υιοθετήσει κάποια ακραία ή εκδικητική λύση, τόσο ταιριαστή στο επικό ρεπερτόριο, παρά προτιμά να πειθαρχήσει στη διαταγή της εξορίας και να εξέλθει στο έδαφος της Αλ-Ανταλούς για να βγάλει εκεί τα προς το ζην με τα λάφυρα που θα κερδίσει από τους αντιπάλους του, επιλογή που, για την εποχή, θεωρείται πάντοτε νόμιμη. Για τον λόγο τούτο, είναι χαρακτηριστική της οπτικής του Έπους η έμφαση που δίνει στα λάφυρα που κερδίζονται από τους Μόρους, τους οποίους ο εξόριστος πολεμά, όχι τόσο για λόγους θρησκευτικούς, όσο για να μπορέσει να επιβιώσει, και τους οποίους μπορεί να τους κάνει δεκτούς στα κατακτημένα εδάφη κάτω από ένα καθεστώς υποταγής. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το Έπος συμμετέχει στο αποκαλούμενο «πνεύμα της μεθορίου», δηλαδή στα συμφέροντα και τα ιδεώδη των Χριστιανών αποίκων που κατοικούσαν στις περιοχές της μεθορίου με τους Μουσουλμάνους. Το πνεύμα αυτό αποτυπώθηκε ιδίως σε μια σειρά ειδικών νόμων, των αποκαλούμενων «de extremadura», στις αρχές των οποίων προσαρμόζεται το Έπος, τόσο στην τελική νομική διένεξη, όσο και στη διανομή των λαφύρων, κατά τη διάρκεια των νικών του Σιντ. Η τελευταία έκφραση αυτού του ιδεώδους έγκειται στη δυνατότητα βελτίωσης της κοινωνικής θέσης μέσω της προσωπικής προσπάθειας, με τον ίδιο τρόπο που ο Σιντ, ένας ιδαλγός διωγμένος από τη μικρή του ιδιοκτησία στο Βιβάρ του Μπούργος, καταφέρνει στο τέλος του Έπους να γίνει ο κυρίαρχος της Βαλένθια και να παντρέψει την κάθε του κόρη με έναν κληρονόμο βασιλικού στέμματος.

Δομή της υπόθεσης

Όπως έγινε αντιληπτό από τις επεξηγήσεις που προηγήθηκαν, η υπόθεση του Έπους του Ελ Σιντ περιλαμβάνει δύο βασικές αφηγηματικές συγκρούσεις: την εξορία και την ατίμωση στο Κόρπες. Η πρώτη επικεντρώνεται στη δημόσια τιμή του Μαχητή, καθώς διηγείται τα ανδραγαθήματα που του επιτρέπουν να ανακτήσει την κοινωνική του θέση και, ταυτόχρονα, να εξασφαλίσει τη βασιλική συγχώρεση· η δεύτερη, τουναντίον, έχει ως αντικείμενο μια οικογενειακή ή ιδιωτική υπόθεση, που, όμως, έχει να κάνει, επίσης, με την τιμή του Σιντ και των δικών του, η οποία εξυψώνεται σε τέτοιον βαθμό στο τέλος, ώστε οι κόρες του να μπορέσουν να παντρευτούν με τους πρίγκιπες της Ναβάρρα και της Αραγόν. Επομένως, το Έπος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα «ποίημα τιμής». Αυτή η τιμή, είτε είναι δημόσια είτε προσωπική, έχει δύο διαστάσεις: από τη μία πλευρά, σχετίζεται με την καλή φήμη ενός ατόμου, με την άποψη που έχουν γι’ αυτόν οι όμοιοί του εντός της κοινωνικής κλίμακας· από την άλλη, έχει να κάνει με το επίπεδο ζωής ενός ατόμου, στο μέτρο που τα περιουσιακά στοιχεία κάποιου μεταφράζουν τη θέση που αυτός καταλαμβάνει στην κοινωνική ιεραρχία. Γι’ αυτό, ο Σιντ ενδιαφέρεται τόσο για το αν ο βασιλιάς είναι γνώστης των άθλων του, όσο και για την αποστολή σ’ αυτόν πλούσιων δώρων, τα οποία, για να το πούμε έτσι, δίνουν υλική υπόσταση στις νίκες του Μαχητή.

Η διπλή πλοκή της εξορίας και της ατίμωσης περιγράφει φαινομενικά μια διαδρομή σε σχήμα Ν, επειδή ο ήρωας ξεκινά από μια θέση αδυναμίας, για να συνέλθει κατόπιν και να υποστεί μια δεύτερη ταπείνωση, την οποία ξεπερνά οριστικά. Ωστόσο, ο Σιντ δεν ανήκει στον τύπο του απροσδόκητου ήρωα, δηλαδή, αυτού που, λόγω της χαμηλής ή περιθωριακής του θέσης ή λόγω κάποιου φυσικού ελαττώματος, πάντα βρίσκεται σε τούτη την κατάσταση αδυναμίας. Διότι στον Σιντ ο ήρωας ήταν προηγουμένως υψηλά ιστάμενος κι ακόμη είχε δράσει ως πρέσβης του βασιλιά για να εισπράξει τον φόρο των Μόρων ηγεμόνων της Αλ-Ανταλούς. Γι’ αυτό, έχοντας υπόψη το σύνολο της πλοκής και όχι το γεγονός πως το Έπος ξεκινά in medias res, η δομή της υπόθεσης περιγράφεται καλύτερα από μια διπλή καμπύλη καθόδου και ανόδου, όμοια με ένα W: από τη δήμευση της γης στο Βιβάρ και την εξορία, φτάνει στην ανάληψη της κυριαρχίας της Βαλένθια και στην ανάκτηση της βασιλικής εύνοιας· κατόπιν, από την απώλεια της οικογενειακής τιμής, η οποία προκαλείται από τους πρίγκιπες του Καρριόν, ανεβαίνει στον υπέρτατο βαθμό της, χάρη στους δεσμούς των θυγατέρων του Σιντ με τους πρίγκιπες της Ναβάρρα και της Αραγόν. Και στις δύο περιπτώσεις, η αποκατάσταση της τιμής του Σιντ επιτυγχάνεται με μέσα σχεδόν πρωτόγνωρα στην επική ποίηση, πάνω απ’ όλα στο δεύτερο τμήμα της πλοκής του έργου, κάτι που καθιστά το Έπος του Ελ Σιντ όχι μόνο έναν από τους μεγαλύτερους εκπροσώπους αυτής της ποίησης, αλλά, επίσης, έναν από τους πιο αυθεντικούς, όπως έχουμε δει πιο πάνω.

Ο ήρωας του Βιβάρ εξορίζεται εξαιτίας των συκοφαντιών που εκτοξεύουν εναντίον του οι εχθροί του στην Αυλή, παρ’ όλα αυτά, όμως, δε σκοπεύει ποτέ να υιοθετήσει κάποια από τις ακραίες λύσεις του πρότερου επικού ρεπερτορίου, επαναστατώντας ενάντια στον μονάρχη και τους συμβούλους του, παρά προτιμά να συμμορφωθεί με τη βασιλική εντολή και να βγει στο έδαφος της Αλ-Ανταλούς, για να επιβιώσει με τις δικές του δυνάμεις. Σ’ αυτό το στοιχείο, όπως έχουμε δει, το Έπος του Ελ Σιντ δεν είναι απολύτως πρωτότυπο· η διαφορά είναι πως αυτό γίνεται, όπως έχει ειπωθεί, στο πλαίσιο της «επικής ποίησης της μεθορίου», γεγονός που εξαλείφει σχεδόν οποιαδήποτε υπόνοια Ανακατάκτησης ή Σταυροφορίας. Φυσικά, ετούτο δε σημαίνει πως ο Σιντ και οι άντρες του στερούνται θρησκευτικών συναισθημάτων. Πράγματι, ο Μαχητής φροντίζει να προσαρμόσει για χριστιανική χρήση το μεγαλύτερο τζαμί της Βαλένθια, το οποίο μετατρέπει σε καθεδρικό ναό για τον επίσκοπο δον Χερόνιμο. Επιπλέον, η σχέση του ήρωα με το Θείο είναι προνομιακή, όπως παρατηρείται στην εμφάνιση του Αρχάγγελου Γαβριήλ για να ενθαρρύνει τον Σιντ, όταν αυτός ξεκινά την αβέβαιη περιπέτεια της εξορίας. Αυτό που δεν υπάρχει είναι ο στόχος της θρησκευτικής υποταγής, του τύπου «αλλαξοπιστία ή θάνατος». Οι Μουσουλμάνοι των κατακτημένων περιοχών, αν και δεν αντιμετωπίζονται ως ίσοι, δεν απορρίπτονται ολοκληρωτικά. Βρίσκουνε τη θέση τους εντός της ιδεατής κοινωνίας στη Βαλένθια του Σιντ ως «mudéjares», δηλαδή ως Μουσουλμάνοι που διατηρούν τη θρησκεία τους, τον νόμο και τα έθιμά τους, κάτω, όμως, από την ανώτερη εξουσία των κυβερνώντων Χριστιανών και με κάποιους περιορισμούς στα δικαιώματά τους. Χωρίς να ενδώσουμε στον πειρασμό να δούμε σε τούτο μια ειδυλλιακή συμβίωση, είναι φανερό πως καμιά θρησκευτική ακρότητα δε χαίρει εκτίμησης στην ιδεολογία του Μαχητή.

Όσον αφορά στην ατίμωση στο Κόρπες, η επική παράδοση απαιτούσε, όπως έχει ειπωθεί, να επιλύεται μια ατιμία αυτού του είδους με μια προσωπική αιματηρή εκδίκηση. Όμως, στο Έπος του Ελ Σιντ υπάρχει προσφυγή στις ισχύουσες νομικές διαδικασίες, μια καταγγελία ενώπιον του βασιλιά, η οποία δρομολογείται μέσω της πρόκλησης μεταξύ ιδαλγών. Έτσι, τα ήθη του παλαιού φεουδαρχικού Δικαίου, όπως η προσωπική εκδίκηση στην οποία καταφεύγουν οι πρίγκιπες του Καρριόν, έρχονται σε αντίθεση με τις καινοτομίες του νέου Δικαίου που προκύπτει στα τέλη του 12ου αιώνα και στου οποίου τις πρακτικές ανταποκρίνεται η χρήση της πρόκλησης (reto) ως τρόπου αποκατάστασης της προσβολής. Με τούτο καθιερώνεται μια ολοκάθαρη διαφορά ανάμεσα στους δύο νέους και κακομαθημένους πρίγκιπες, που εκπροσωπούν τις κοινωνικές αξίες της ξεπερασμένης τάξης των ευγενών της ενδοχώρας, και στον Μαχητή με τους δικούς του, που είναι μέλη της κατώτερης αριστοκρατίας ή ακόμη και χωριάτες μερικώς εξευγενισμένοι λόγω της πολεμικής τους δράσης στις περιοχές της μεθορίου. Αντίθεση δεν υπάρχει, όπως κάποιες φορές πιστεύεται, μεταξύ των ευγενών της Λεόν και της Καστίλης (ο Γκαρθί Ορδόνιεθ, ο μεγάλος εχθρός του Σιντ, είναι Καστιλιάνος), παρά μόνο ανάμεσα στην υψηλή αριστοκρατία, που είναι γαντζωμένη στις αξίες του παρελθόντος, και στην κατώτερη, που βρίσκεται στην πρωτοπορία της κοινωνικής ανανέωσης, έτσι όπως είναι αυτή αντιληπτή στην καστιλιάνικη κοινωνία του δευτέρου μισού του 12ου αιώνα.

Η συνετή και μετρημένη δράση του ήρωα του Βιβάρ φανερώνει ένα μοντέλο σοβαρότητας ενσαρκωμένο από τον Σιντ στο Έπος του. Αυτό, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από μια προσωπική ηθική επιλογή, αλλά και από ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό φόντο. Στην περίπτωση αυτήν, ανταποκρίνεται στο ήδη αναφερθέν «πνεύμα της μεθορίου», αυτό που εμψύχωνε τους Χριστιανούς αποίκους που κατοικούσαν στις περιοχές των χριστιανικών βασιλείων που συνόρευαν με την Αλ-Ανταλούς. Σημείο αναφοράς των ιδεωδών των κατοίκων της μεθορίου ήταν η νομική δυνατότητα να βελτιώνουν την κοινωνική τους θέση μέσω της προσωπικής τους αξίας, με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο κλείνει το Έπος, δηλ. με την αποθέωση της τιμής του Μαχητή, που, εκκινώντας από την τεράστια αρχική καταρράκωση, καταφέρνει να δει στο τέλος να ανταμείβονται όλες του οι προσπάθειες και οι φροντίδες. Εξ ου και η τελική εξύμνηση του ήρωα στο Έπος του Ελ Σιντ:

«Σήμερα είναι συγγενείς του οι βασιλείς της Ισπανίας,

όλους αγγίζει η τιμή χάρη στον εκλεκτό της Μοίρας».

(στ. 3724-3725)