Ο γκριζομάτης βασιλιάς (1910)

 

Δόξα σοι, πόνε μου χωρίς διέξοδο και διαφυγή!
Ο γκριζομάτης χθες ο βασιλιάς έχει αποκοιμηθεί.

 

Μια φθινοπώρου βραδιά ήταν κόκκινη και πνικτική,
Ήρθε ο άνδρας μου και με αδιάφορη είπε φωνή:

 

«Ξέρεις, από το κυνήγι τον έχουνε φέρει νεκρό,
Βρήκαν το πτώμα δίπλα στης δρυός ένα δέντρο παλιό.

 

Κρίμα όμως τη βασίλισσα. Ήτανε νέος πολύ!
Σε μία νύχτα της έγινε άσπρο όλο το μαλλί».

 

Πάνω στο τζάκι την πίπα του βρήκε αυτός και μετά
Βγήκε και πήγε στη νυχτερινή του δουλειά.

 

Τώρα θα πάω εγώ να ξυπνήσω την κόρη μου και τρυφερά
Θα κοιταχτώ στα ματάκια της γκρίζα γι’ άλλη μια φορά.

 

Έξω στο δρόμο θροΐζουν οι μέλαινες λεύκες μέσα στη σιγή
Και λένε: «Πια ο βασιλιάς σου σ’ ετούτο τον κόσμο δεν ζει».

`

*

 

 

Στη Μούσα (1911)

 

Βλέπει η Μούσα μου η αδερφή
Χαρωπά το πρόσωπό μου.
Το δαχτυλίδι ‘χει κλέψει αυτή,
Το ανοιξιάτικο δώρο.
Μούσα! Δες, όλες αυτές ευτυχούν –
Κόρες, γυναίκες και χήρες…
Μα ας οι σάρκες μου διαμελιστούν,
Δε θα φορώ αλυσίδες.
Ξέρω το πως θα ξεσκίζω κι εγώ
Το απαλό χαμομήλι.
Θα υποστεί ο καθείς στη γη το
Έρωτος βασανιστήρι.
Μέχρι χαράματα καίω κεριά.
Αν και κανείς δεν μου λείπει,
Δε θέλω, δε θέλω να ξέρω για
Το πως φιλάνε εκείνη.
Και οι καθρέπτες θα πουν γελαστοί:
«Οι οφθαλμοί σου θαμπώνουν…»
Θα ψιθυρίσω: «Μου πήρε αυτή το δώρο το θεϊκό μου».