«Τζουμέρκα – Αθήνα, αυτή ήταν όλη

που χάραξα, όλη μου η γραμμή.

Κίνησα απέκει μ’ ένα τσόλι,

μου ‘λειψε εδώ και το ψωμί.

Αρχή κακού ήταν που δεν είχα

κουκούτσι πνεύμα πραχτικό

τριχιά την έκανα την τρίχα,

της φαντασίας μου υλικό.

[…]

Αργότερα θα μ’ έχουν βάλει

με δυο σειρές στο λεξικό.

Θα με ζηλέψουν τότε οι άλλοι,

θα γίνει ντόρος και κακό.»

Το απόσπασμα προέρχεται από το ποίημα του Γιώργου Κοτζιούλα, «Αυτοβιογραφία», το οποίο ανήκει στη συλλογή «Η δεύτερη ζωή» (1938) και στη συνέχεια συμπεριλήφθηκε στον πρώτο τόμο των Απάντων του. Ο ποιητικός λόγος συνοψίζει την ολιγόχρονη, βασανισμένη ζωή του λογοτέχνη Γιώργου Κοτζιούλα (1909-1956), η οποία υπήρξε, ωστόσο, πλέρια από δημιουργία, μεστή από έργο αξιομνημόνευτο.

Το συμπυκνωμένο ποιητικό μήνυμα αναπτύσσεται μια δεκαετία αργότερα, το 1948, στο εκτενές αυτοβιογραφικό, πολύ συγκινητικό αφήγημα, «Από μικρός στα Γράμματα», που φέρει την όψιμη υπογραφή του δημιουργού, καθώς και χωροχρονικές παραμέτρους της συγγραφής (Παγκράτι, 1948), λίγα χρόνια πριν από την πρόωρη εκδημία του, το 1956. Το κείμενο αυτό δεν ευτύχησε να το δει τυπωμένο σε βιβλίο ο Γιώργος Κοτζιούλας, παρά την επιθυμία του, λόγω των χρονίως στενεμένων οικονομικών του. Έτσι, τελικά, αφού οι εκδοτικές προσπάθειες δεν ευδοκίμησαν, κατέληξε να το δημοσιεύσει σε δεκαέξι συνέχειες, στο περιοδικό Ηπειρωτική Εστία, το 1953-54. Στη συνέχεια, το έργο συμπεριλήφθηκε στον δεύτερο τόμο των Απάντων του λογοτέχνη (Δίφρος, 1957), τα οποία εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του.

Στο αυτοβιογραφικό αυτό κείμενο, ο ώριμος πια αφηγητής, με διάθεση αναστοχαστική, διατηρώντας νωπό το συναίσθημα και άδολο το βλέμμα του παιδιού, ανασύρει, από τις αποθήκες της μνήμης, τα σχολικά του βιώματα, αναπλάθει παιδικά και εφηβικά χρόνια, ανασυγκροτώντας έτσι το χρονολόγιο του μικρού αγωνιστή που κάποτε υπήρξε, την υπεράνθρωπη πάλη του με αντίξοες συνθήκες έσχατης φτώχειας για μια χούφτα γράμματα.

Στον αφηγηματικό χώρο, η επιβλητική, δεσπόζουσα όψη των ηπειρώτικων ορέων, Τζουμέρκων και Ξηροβουνίου, οριοθετεί τη μαθητική διαδρομή του Κοτζιούλα μεταξύ τριών τοπωνυμίων, συνδεόμενων με τη φοίτηση του λογοτέχνη σε αντίστοιχες σχολικές δομές:

  • Πλατανούσσα (Ραψίστα). Πρόκειται για τη γενέτειρά του, ένα μικρό, ορεινό χωριό φτωχών γεωργών και κτηνοτρόφων στα Τζουμέρκα, δυτικά του ποταμού Άραχθου, όπου ο συγγραφέας ολοκλήρωσε το δημοτικό σχολείο.
  • Καλέντζι, μεγαλοχώρι στα Κατσανοχώρια, κοντά στα Γιάννενα, έδρα του Σχολαρχείου, το οποίο παρακολούθησε, εν συνεχεία, με πολύ κόπο και υλικές στερήσεις, μακριά από τους δικούς του, με τη διαρκή επώδυνη νοσταλγία τους.
  • Άρτα, όπου ο λογοτέχνης βρέθηκε σε ηλικία δεκατριών χρονών και εκεί διένυσε την περίοδο της γυμνασιακής ζωής του.

Έτσι, ο αφηγηματικός χρόνος του έργου, εκτεινόμενος στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, καλύπτει τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσής, (1915-1926). Στη συνέχεια ο Γιώργος Κοτζιούλας μεταβαίνει στην Αθήνα για την εγγραφή του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Βέβαια, η εκπαιδευτική πραγματικότητα δεν εγγράφεται, ως γνωστό, σε κοινωνικό κενό, αλλά αναπτύσσει την ιδεολογικά φορτισμένη δυναμική της εντός συγκεκριμένου ιστορικού πλαισίου, του οποίου φέρει πασίδηλα τα ίχνη (Φραγκουδάκη, 1985, 2001). Οπότε η σχολική ζωή του Κοτζιούλα χρωματίζεται από τον κοινωνικό μικρόκοσμο του χωριού και των επαρχιακών αστικών κέντρων των αρχών του περασμένου αιώνα, την οργάνωση της οικογένειας ως μονάδας οικονομικής παραγωγής, τους ισχυρούς δεσμούς των μελών της και τους διακριτούς ρόλους τους, τις καθημερινές ασχολίες, τις εκδηλώσεις του κοινωνικού βίου, τα παιδικά παιχνίδια της εποχής κ.λπ..

Παράλληλα, σε ευρύτερο επίπεδο, η εκπαιδευτική ζωή απηχεί εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στον κοινωνικοπολιτικό χώρο, ελληνικό και διεθνή. Συνεπώς, μαζί με τις εκπαιδευτικές εμπειρίες και τις μορφές δασκάλων που παρελαύνουν στη μαθητική ζωή του, παρεισφρέουν στην αφήγηση, φιλτραρισμένες από τον ώριμο, κατασταλαγμένο νου, πολυποίκιλες κοινωνικοπολιτικές, ιδεολογικές, πολιτισμικές, ψηφίδες που στοιχειοθετούν το ιστορικό πορτραίτο της εποχής.

Αναμφίβολα, πρόκειται για ταραγμένα, δύσκολα χρόνια, κατά τα οποία η Ελλάδα ως νεοσύστατο εθνικό κράτος παλεύει να συντονίσει τον βηματισμό της με τις υπόλοιπες ανεξάρτητες χώρες του κόσμου, ενώ, ταυτόχρονα η ευφρόσυνη ατμόσφαιρα από την προσάρτηση νέων εδαφών με τους νικηφόρους βαλκανικούς πολέμους, αμαυρώνεται από τη βαριά σκιά της παγκόσμιας πολεμικής σύρραξης, τις αλλεπάλληλες ανακατατάξεις στον εθνο-γεωπολιτισμικό χάρτη, την αιματοκυλισμένη μικρασιατική εκστρατεία με τις τραγικές επιπτώσεις της και τους πικρούς δρόμους της προσφυγιάς.

Στα κακοτράχαλα, τουρκοκρατούμενα ως το 1913, Τζουμέρκα, τα απομακρυσμένα από αστικά κέντρα, «με δρόμους κακόστρωτους που μοιάζαν με γιδόστρατες», όπως αναφέρει ο συγγραφέας, η επιβίωση είναι πάρα πολύ δύσκολη. Βασικά είδη διατροφής απουσιάζουν και η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη είναι ανύπαρκτη. Οι άνθρωποι βρίσκονται κυριολεκτικά στο έλεος του Θεού. Μάλιστα, η επιστράτευση του 1915-1916 αποψίλωσε τον τόπο από το ανδρικό δυναμικό του, ενώ ο αποκλεισμός επιδείνωσε τις συνθήκες της ήδη εξαθλιωμένης ζωή τους, προσθέτοντας πείνα, επιδημίες, θάνατο, ορφάνια (Βογιατζόγλου, 2015).

«Δύστυχα χρόνια είχαν πλακώσει και τότε στον τόπο μας. Όλο πόλεμοι γίνονταν κι οι γυναίκες με τα παιδιά που έμεναν δίχως προστάτη περνούσαν μαύρες μέρες […] τον πατέρα μου τον είχαν καλέσει στην επιστράτευση με τις μεγάλες ηλικίες. Τότε έγινε ο αποκλεισμός, παρακοντά ήρθε κι η γρίπη που έστειλε πολλούς στον άλλον κόσμο. Η πείνα έκοβε τα γόνατα πολλών, ύστερα έρχονταν κι ο θάνατος να τους θερίσει».

(Γ. Κοτζιούλας, Από μικρός στα γράμματα)

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, οι δάσκαλοι φτάνουν λιγοστοί και ανειδίκευτοι, γενικευμένο βέβαια φαινόμενο εκείνα τα χρόνια στις ορεινές περιοχές της χώρας, τοποθετημένοι εκεί στην άκρα Θεού συνήθως με δυσμενείς μεταθέσεις.

«Οι δάσκαλοι τότε ήταν σπάνιο δείγμα, κι αν έβγαινε κάπου κάπου κανένας, δε θα ’ρχόταν να φάει ψωμί στα δικά μας φτωχοχώρια, σ’ εκείνο το έρμο καυκί ανάμεσα Τζουμέρκου και Ξεροβουνιού, που έχει κατακάτσει φαίνεται από παμπάλαια γεωλογική καθίζηση, για να τυραννιούνται από γεννητάτη φτώχεια οι κάτοικοί του … Κάθε ξένος δάσκαλος που διορίζονταν στο χωριό μας φρόντιζε να φύγει το γληγορότερο από κει. Θα ’πρεπε να μην έχει κανέναν προστάτη ή να τον κυνηγάει κάποιος με πείσμα, για να μην μπορέσει να μετατεθεί κάπου αλλού. Και πώς να ζήσει αλήθεια ένας ξενοφερμένος σ’ εκείνα τα κακοτόπια, όπου οι άνθρωποι δε χόρταιναν ούτε ψωμί;»

(Γ. Κοτζιούλας, Από μικρός στα γράμματα)

Την αλφαβήτα ο ποιητής τη διδάχτηκε από τον πατέρα του, ο οποίος ήταν ταχυδρομικός διανομέας, απόφοιτος δημοτικού και, λόγω της καλλιγραφίας του και της συνήθειάς του να διαβάζει εφημερίδα, έδινε την εντύπωση «σχεδόν λογίου» στους αγράμματους κατοίκους των Τζουμέρκων (Βογιατζόγλου, 2015).

«Ο πρώτος μου δάσκαλος ήταν ο πατέρας. Αυτός μου πρωτόδειξε τυπωμένα τα γράμματα, αρχίζοντας βέβαια απ’ τα πιο εύκολα, και μ’ έμαθε να τα προφέρω, να τα συλλαβίζω. Αλλά εκείνο που του χρωστάω περισσότερο είναι πως πήρε με το δουλευτάρικο, τριχωτό χέρι του το δικό μου το άμαθο, το δισταχτικό και με δίδαξε πώς να γράφω. Καθώς ο ίδιος, παρ’ όλη τη λιγοστή μόρφωσή του, έγραφε προσεχτικά και κανονικά, μ’ έναν τύπο δικό του, ευανάγνωστο κι ελκυστικό, πήρα απ’ αυτόν τη συνήθεια του λεπτού και ωραίου γραψίματος, έτσι που με τον καιρό να γίνω σχεδόν καλλιγράφος και ν’ ακούσω γι’ αυτό όχι λίγους επαίνους στη ζωή μου. Μα για την καλλιγραφία του πολυσπουδαγμένου γιου ευθυνόταν ο λιγογράμματος πατέρας, με τις δυο ή τρεις τάξεις του δημοτικού.»

(Γ. Κοτζιούλας, Από μικρός στα γράμματα)

Ο πατέρας του Κοτζιούλα διακρίνεται για το μεράκι του στα γράμματα. Η μορφωσιογόνος τάση της οικογένειας, η οποία αποδεδειγμένα επιδρά καταλυτικά στον προσανατολισμό και τις επιλογές ακόμη και μαθητών από χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα (Φλουρής, 1989), έρχεται σε αντίθεση με το γενικό πνεύμα της κλειστής, αγροτικής κοινωνίας, όπου δεσπόζει ο αναλφαβητισμός. «Η αμορφωσιά τους έμοιαζε μ’ ένα είδος αναπηρία» και «ήταν πολλοί γύρω τους που έπασχαν από το ίδιο σακατλίκι», επισημαίνει ο συγγραφέας. Εξάλλου, ως ευνόητο, η αντιπροσώπευση των κοριτσιών στο σχολείο είναι στατιστικά μη σημαντική, η σχολική διαρροή και εγκατάλειψη συχνή, με την πρώτη ευκαιρία, και μάλιστα με την ανοχή του αγράμματου οικογενειακού περιβάλλοντος. Τα γράμματα δε χαίρουν γενικής εκτίμησης, γιατί προέχει η πιεστική ανάγκη και ο καθημερινός μόχθος για την επιβίωση. Έτσι, τα παιδιά αναλαμβάνουν συμπληρωματικά με το σχολείο ενήλικες ευθύνες, δουλεύοντας σκληρά από την τρυφερή τους ηλικία (Βογιατζόγλου, 2015).

«Από τα παιδιά του χωριού που ’ρχονταν στο σκολειό, πολύ λίγα ήταν όσα δεν παίρναν τα γράμματα, όσα δεν τους έκοβε το μυαλό. Οι άλλοι μάθαιναν εύκολα εκείνα που έλεγε ο δάσκαλος. Μα σταματούσαν στην τετάρτη τάξη, γιατί ήταν χρειαζούμενοι στο σπίτι.[…] Τα είχαν βοηθούς στις δουλειές τους, στα γίδια, στα χωράφια, παντού. Οι άντρες έλειπαν, δούλευαν, και τα παιδιά ήταν χρήσιμα από έξι-εφτά χρονών. Τις καλοκαιρινές διακοπές αντικαθιστούσαν τους μεγάλους. Αλλά και τις καθημερινές δεν τ’ άφηναν έτσι τις διαθέσιμες ώρες. Όταν λοιπόν οι μεγάλοι έβλεπαν πως προτιμούσαν και τα ίδια να λείψουν από το βάσανο του σχολειού, τα ’κοβαν από κει μια ώρα αρχύτερα, για να γίνουν γιδάρηδες ή τεχνίτες ή σκαφτιάδες, σαν τους πατεράδες τους. Ο πατέρας μου, αντίθετα προς όλους σχεδόν τους άλλους χωριανούς, είχε από φυσικού του μεράκι για γράμματα και δεν έχανε την ευκαιρία να κάνει συντροφιά πρόσωπα ανώτερά του, προπαντός γραμματισμένους».

(Γ. Κοτζιούλας, Από μικρός στα γράμματα)

Συνθήκες δύσκολες, καθημερινή μακρά οδοιπορία για το σχολείο, με κάθε καιρό, με κίνδυνο για την ίδια τη ζωή, με φτωχικό προσφάι, ανεπαρκές για τις αυξημένες αναπτυξιακές ανάγκες της παιδικής ηλικίας.

«Εκείνο που μας τρόμαζε είταν οι κατεβασιές το χειμώνα, τότε που φούσκωνε και στοίχιωνε και ξεχειλούσε, θολοκόκκινο, ακράτητο, με άγρια βουή, καβαλικεύοντας τις μεγάλες πέτρες, κυλώντας λιθάρια και ξύλα, έτσι που εμείς δεν κοτάγαμε να πατήσουμε μέσα, μη μας συνεπάρει το ρέμα κατά το ποτάμι, που μούγκριζε κι εκείνο σα στοιχιό».

(Γ. Κοτζιούλας, Από μικρός στα γράμματα)

Σε μια εποχή που στην Αθήνα ιδρυόταν ὁ Εκπαιδευτικός Όμιλος και πραγματοποιούνταν, από το καλοκαίρι του 1917, η εκπαιδευτική και γλωσσική μεταρρύθμιση της κυβέρνησης του Βενιζέλου, οι κάτοικοι των Τζουμέρκων δε διέθεταν παρά ανεξέλεγκτους από επιθεωρητές, ανεπαρκείς και συχνά βάρβαρους στις σωφρονιστικές μεθόδους τους δασκάλους, που προκαλούσαν την αποστροφή και τον τρόμο στα παιδιά, αδιάφορη και αρνητική πρόγευση της σχολικής γνώσης (Βογιατζόγλου, 2015). Σωματική κακοποίηση, εξευτελισμός και ειρωνεία, αντί για ενσυναισθητική κατανόηση, εμψύχωση και αγάπη.

«Επειδή δεν είχαν διαθέσιμο χτίριο για σκολειό, τα μάζευε σ’ ένα παρεκκλήσι, απ’ αυτά που λειτουργιούνται μια φορά το χρόνο, στη μνήμη του αγίου τους, κι εκεί προσπαθούσε να «τους γιομίσει το κεφάλι» με κρανίσιες βέργες, με τσουκνίδες στα χέρια, με γονατίσματα απάνω σε χαλίκια, με κλεισίματα μες στην εκκλησιά και άλλα μεσαιωνικά μαρτύρια. Οι πιο πολλοί δεν άντεχαν και με πρώτη ευκαιρία το σκάγαν, για λίγο ή για πάντα Πιο τυχεροί ήταν όσοι έκαναν υπομονή στο δάρσιμο, στις κλωτσιές και στα βρισίδια του μανιακού δασκάλου τους, του διαστρεμμένου Τσαπαδόντη, ώστε πρόφταιναν, πριν φύγουν, να έχουν μάθει να χαράζουν «δυο κλίτσες» στο χαρτί και να ξέρουν να κάνουν ένα λογαριασμό της προκοπής».

(Γ. Κοτζιούλας, Από μικρός στα γράμματα)

Η πεντατάξια πρωτοβάθμια εκπαίδευση του Κοτζιούλα σημαδεύτηκε από συνεχείς αλλαγές δασκάλων. Ωστόσο, στην τελευταία τάξη του δημοτικού ο Κοτζιούλας είχε την ανέλπιστη τύχη να έχει δάσκαλο τον ποιητή, ζωγράφο και μετέπειτα αγωνιστή στον ΕΛΑΣ, Γιώργο Αράπη, ο οποίος με τις γνώσεις και την αγάπη του για τα παιδιά τους πρόσφερε την πρώτη γόνιμη εκπαιδευτική εμπειρία τους (Βογιατζόγλου, 2015).

«Από τα πολλά που ήξερε ο ίδιος μας μάθαινε κι εμάς αρκετά, και μάλιστα μ’ ευχάριστο τρόπο. Ήταν μια χαρά να τον ακούς.[…] Να μπορούσε να γίνει δάσκαλος κανένας, υπάρχει μεγαλύτερο αξίωμα στον κόσμο; […] Καταλαβαίναμε πια τα μαθήματά μας, ο δάσκαλος δεν είχε ανάγκη να ξεφωνίζει και να μαλώνει για το τίποτα. Με ήρεμο ύφος, πειστικά μας μιλούσε […] κι εμείς ακούγαμε ή λέγαμε το μάθημα δίχως χτυποκάρδι. […] Επιθεωρητής δεν είχε πατήσει ποτέ σ’ εκείνα τα χωριά, μα ήταν το ίδιο για το δάσκαλό μας, αφού είχε ζήλο, μεράκι στη δουλειά».

(Γ. Κοτζιούλας, Από μικρός στα γράμματα)

Ο δάσκαλος εμπνέει με τις γνώσεις και με το μεράκι του, με τη σύνολη προσωπικότητά του κι έτσι ξυπνά ο ζήλος για τα γράμματα, η επιμέλεια, η ευγενής άμιλλα, απαλύνοντας την ήδη εσωτερικευμένη χαμηλή αυτοαντίληψη και αυτοεκτίμηση, το αίσθημα μειονεξίας και ανεπάρκειας που συνοδεύει τη ζωή του λογοτέχνη, από «την κρυφή πληγή του» που τραυματίζει την παιδική του ηλικία, τον συχνό πόνο του αυτιού που, όπως αναφέρει, «τον φαρμάκωσε από τη ρίζα και δε τον άφησε τίποτε να χαρεί».

«Στο γράψιμο τα κατάφερνα μια χαρά, το άριστα το ’παιρνα με το σπαθί μου. Μόνο στην απαγγελία, στις φιγούρες, δεν έφτιανα τίποτε. Φοβόμουν, ήμουν άτολμος. Με πονούσε συχνά τ’ αυτί, μάζευε και καμιά φορά, λοιπόν αυτό μου έφερνε ντροπή που την κρατούσα μέσα μου και δεν την έδειχνα σε κανέναν. Έμαθα να θεωρώ τον εαυτό μου κατώτερον απ’ τους άλλους και όπου χρειάζονταν θάρρος, απόφαση, εγώ ερχόμουν τελευταίος απ’ όλους.»

(Γ. Κοτζιούλας, Από μικρός στα γράμματα)

O ζήλος του Κοτζιούλα για τα γράμματα, η υπόληψη που έτρεφε στη μόρφωση ο πατέρας του (Μπεζεβέγγης, 2008· Φλουρής, 1989), αλλά και η οικονομική δυνατότητα που του πρόσφερε ο διορισμός του στον δημόσιο τομέα, οδήγησαν την οικογένεια στη σπάνια, για εκείνα τα μέρη, απόφαση να στείλει τον μικρό μαθητή στο Σχολαρχείο που έδρευε στο Καλέντζι. Τη χαρά, ωστόσο, σκιάζει ο πόνος του μισεμού και η ακατάπαυτη νοσταλγία στον ξένο τόπο για το σπίτι του και τους δικούς του. Συγκινητικές οι στιγμές του αποχωρισμού και ιδιαίτερα από την πολυαγαπημένη του γιαγιά, τη βάβω, πρόσωπο με κυρίαρχο ρόλο στην ανατροφή και φροντίδα των παιδιών με το φίλτρο της αγάπης της, στο πλαίσιο της διευρυμένης οικογένειας σε παλιότερες εποχές.

«Πόσο μας κακοφάνηκε όταν πρωτοφύγαμε απ’ το χωριό, απ’ το μαχαλά μας, εγώ κι ο Νάκος της Λένως, ο συμμαθητής μου! Ο πόνος μας ήταν αβάσταχτος, γιατί πρώτη φορά θα λείπαμε απ’ τα σπίτια μας καιρό. Θα μας άφηναν σε ξένους ανθρώπους που μήτε τους γνωρίζαμε ως τότε, κι εκείνοι θα μας έκαναν πια ό,τι θέλαν. Έτσι τουλάχιστο μας φαινότανε τώρα στην αρχή […] Όλα τα καλούδια βρέθηκαν για μας κείνο το πρωί μα εμάς δε μας κατέβαιναν οι χαψιές απ’ το λαιμό, δεν έφτανε το φαΐ στην καρδιά μας (όπως λέγαμε ακόμα, μαζί με τους άλλους, την κοιλιά). Μας έρχονταν κάτι σα λιγούρα, ένας κόμπος μας είχε πιάσει το λαρύγγι.[…] Αποχαιρέτησα τους δικούς μου κι όλοι μου δώσαν το χέρι τους, εξόν απ’ τη βάβω που αυτή, σα γεροντότερη, έλαβε την οικειότητα να με φιλήσει στα μάγουλα, έτοιμη πια να δακρύσει. Με είχε φυλαμένο στην αγκαλιά της, όπως έλεγε, και μ’ αγαπούσε καλύτερα απ’ τα παιδιά της. […] Τόσο πολύ είχα συνηθίσει τη γιαγιά μου, που εκεινής θα τα ’λεγα όλα, ό,τι στενοχώρια και να με βασάνιζε, ξέροντας πάντα πως αυτή θα μου έβρισκε το γιατρικό, θα με παρηγορούσε με τα γνωστικά της λόγια.Τώρα στο χωρισμό λοιπόν τη βάβω μου συλλογιόμουν περισσότερο απ’ όλους, μα ήμουν βέβαιος πως κι εκείνη με πόναγε, μ’ ένιωθε καλύτερα απ’ όλους».

(Γ. Κοτζιούλας, Από μικρός στα γράμματα)

Έτσι, ενώ μαίνεται ο πόλεμος στη Μικρασία και ο Βενιζέλος χάνει στον εκλογικό στίβο, ο μικρός Κοτζιούλας δίνει τη δική του άνιση μάχη για τα γράμματα, ξεριζωμένος από την οικογένειά του, οικότροφος, συμβιώνοντας με ξένους ανθρώπους, σε πανάθλιες συνθήκες, πρόωρα ωριμασμένος, παλεύοντας με κοινωνικές και εκπαιδευτικές ανισότητες, υλικά στερημένος, με ελάχιστα μέσα προς το ζην. Μόνο εφόδιό του το πάθος του για μόρφωση.

«Κοιμόμασταν σ’ ένα ξέχωρο οντά, απάνω στις ρόκες που έμεναν αξεφλούδιστες χρόνον καιρό κι έβγαιναν τα σκουλήκια τη νύχτα και περπατούσαν στα χέρια, στο λαιμό μας. Εμένα μ’ έπαιρνε γρήγορα ο ύπνος, γιατ’ ήμουν μισοάρρωστος και κουρασμένος […] Μ’ αυτά και μ’ αυτά, κακοτρώγοντας, από το ένα βράδυ στο άλλο μεσημέρι, κοιμούμενοι καταγής, χωρίς πάτωμα, με το νου μας ωστόσο πάντα στα γράμματα, σαν άυλοι ασκητές, βγάλαμε τη χρονιά μ’ επιτυχία στις εξετάσεις, και μάλιστα πήραμε άριστα στο ενδειχτικό. Άμα το ’μαθε ο πατέρας μου πήγε να πετάξει απ’ τη χαρά του».

(Γ. Κοτζιούλας, Από μικρός στα γράμματα)

Παρά τις αντιξοότητες, ο έφηβος μαθητής Κοτζιούλας αριστεύει. Η δικαίωση του υπεράνθρωπου αγώνα αποτυπώνεται συγκινητικά στο κείμενο, με την αγρυπνία της ευτυχίας κάτω από τον έναστρο αυγουστιάτικο ουρανό:

«Ήταν δεκαπενταύγουστος, είχε αστροφεγγιά. Όξω στ’ αστεράκι που κοιμόμουν, κοντά στη βάβω μου πάντα, δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι σχεδόν ως το πρωί. Ήταν η πρώτη ευχάριστη αγρύπνια της ζωής μου, για να μην πω κι η τελευταία».

(Γ. Κοτζιούλας, Από μικρός στα γράμματα)

Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή στη ζωή του Κοτζιούλα υπήρξε η εγκατάστασή του στην Άρτα στα δεκατρία του, προκειμένου να εγγραφεί στο Γυμνάσιο. Συντροφευόταν, όπως και στο Καλέντζι, από τον ξάδερφό του, τον επονομαζόμενο Νάκο της Λένως (Βογιατζόγλου, 2015).

«Τι προφορά που είχαν αυτά τ’ Αρτινόπουλα και τι διάβασμα και τι φιγούρα και τι αέρα! Εμείς καθόμασταν στην άκρη ζαρωμένοι με τα φτωχά μας ντρίλια και τα ξεβαμμένα καπέλα, σα να ντρεπόμασταν, θαρρείς, που υπάρχουμε στον κόσμο […] Τ’ αγοραστά ρούχα, τα πάνινα με τα ωραία κουμπιά, ήταν για τους άλλους, για τα παιδιά της πολιτείας. Για μας ήταν η στέρηση και η ντροπή, που κατακάθονταν νυχτόμερα μες στην καρδιά μας. […] Με τι καμάρι μπήκαμε στον καινούριο, τον ποθητό μας κόσμο! Μαθητής γυμνασίου, δεν ήταν μικρό πράμα για μας. Όπως ο πατέρας μου ήταν ο πρώτος από το χωριό που είχε ονομαστεί δημόσιος υπάλληλος, έτσι κι εμείς ήμασταν οι πρώτοι που αξιωνόμασταν να πατήσουμε στο ζηλευτό γυμνάσιο. Από δω και πέρα έπρεπε να ’χουμε τα μάτια μας τέσσερα να μην πάνε τα έξοδα των γονιών μας χαμένα».

(Γ. Κοτζιούλας, Από μικρός στα γράμματα)

Η Μικρασιατική Καταστροφή και το δράμα των προσφύγων που καταφτάνουν και στην Άρτα «πετσοκομμένοι, με την ψυχή στο στόμα», όπως γράφει, δεν αγγίζουν στα εσώψυχα τους δύο ανήσυχους για το μέλλον τους νέους. Ξεκινούν τις γυμνασιακές σπουδές τους με ζήλο, αλλά και μια έντονη αίσθηση κατωτερότητας απέναντι στους νέους αστούς συμμαθητές τους (Βογιατζόγλου, 2015), την οποία παλεύουν να αντισταθμίσουν με τον αδιάκοπο υπεράνθρωπο αγώνα τους για μόρφωση και αυταξία.

«Μου φαίνεται όμως πως εκείνες τις μέρες είχαν πλακώσει κι οι πρόσφυγες στην Ελλάδα με το χαμό της Μικρασίας, αφού οι εφημερίδες ήταν γεμάτες από εικόνες και περιγραφές της καταστροφής. Τις βλέπαμε στα χέρια των άλλων εδώ κι εκεί, γιατ’ οι δικοί μας πατεράδες δεν αγόραζαν βέβαια, για να μην ξοδευτούν.[…] Στο ίδιο σοκάκι μ’ εμάς, απ’ τ’ αντικρινό μέρος, στο παλιό Τούρκικο Προξενείο, κάθονταν τώρα οι πρόσφυγες, αυτοί που είχαν έρθει απ’ τη Μικρασία, πετσοκομμένοι, με την ψυχή στο στόμα. […] Αλλά δε μας έκοβε και τόσο –να πω την αλήθεια- για τα βάσανα της προσφυγιάς, επειδή εμείς είχαμε πια δικές μας έγνοιες. Θα μας πάρουν στο γυμνάσιο; Θα πετύχουμε στις εξετάσεις; Είχαμε διαβάσει καλά το καλοκαίρι, αλλά δειλιάζαμε εδώ στη μεγάλη πολιτεία. Όλα μας φαίνονταν σπουδαία και τρανά. Χανόμασταν μες στ’ ατέλειωτα σοκάκια με τα μαγαζιά και τα στενά τους. Τι καλούδια, τι πραμάτειες πούλαγαν σε κάθε βήμα! Τα διαλαλούσαν κιόλας δυνατά, σάμπως δεν είχαμε μάτια να τα ιδούμε. Τα κοιτάζαμε όλα και τα λιμπιζόμασταν μα δεν περίσσευε ν’ αγοράσουμε τίποτε. Αργότερα, αν ήθελε ο Θεός…».

(Γ. Κοτζιούλας, Από μικρός στα γράμματα)

Η μελαγχολία, ωστόσο, φαίνεται να έχει γίνει ήδη το μοτίβο της ζωής του Κοτζιούλα. «Η μελαγχολία είχε γίνει από πολύ νωρίς συντρόφισσά μου», γράφει. Η φτώχεια, η ακραία οικονομική στέρηση, το πικρό βίωμα των κοινωνικών ανισοτήτων τραυματίζει την αναδυόμενη ταυτότητα, υποσκάπτει την πεποίθηση στην προσωπική αξία, διαβρώνει την αυτοαντίληψη και αυτοεκτίμηση (Cummins, 2005· Μακρή-Μπότσαρη, 2001). Η Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης (Bernstein, 1958, 1971· Bourdieu, 1966· Φραγκουδάκη, 1985, 2001), υποστηρίζει ότι η φτώχεια είναι από τις πιο ύπουλες, άδηλες μορφές βίας, γιατί εγχαράσσει τα ίδια τα θύματά της με μια βαθιά, ασύνειδη αίσθηση ενοχής (Cummins, 2005), ένα αδιόρατο αίσθημα ντροπής, ενώ συχνά τα ωθεί σε ισόβιο αγώνα να πείσουν για την αυτονόητη, αυταπόδεικτη ανθρώπινη αξία τους. Βέβαια, η μελαγχολία και το αίσθημα κατωτερότητας του Κοτζιούλα αντισταθμίζεται, βρίσκοντας ανακουφιστική διέξοδο στην πρώιμη ενασχόληση με τη δημιουργική γραφή:

«Η μανία του γραψίματος είχε καιρό που ανάδευε μέσα μου. […] Ήταν κάτι που ευχαριστούσε κυριότερα εμένα τον ίδιο, μ’ έκανε να πιστεύω πως κάτι αξίζω κι εγώ μες στην πλάση, πως δεν ήμουν ολωσδιόλου για πέταμα, όπως μου περνούσε συχνά η ιδέα. […] Δεν έβρισκα άλλο καταφύγιο πιο ανέξοδο, πιο βολικό απ’ τη μελέτη, απ’ το γράψιμο. Κανένας δε μπορούσε να με διώξει από κει, γιατί λίγοι ζήλευαν αυτή τη θέση. Ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα οι μαθητές που ενδιαφέρονταν για τη φιλολογία. […] Μα κι εγώ δεν άφηνα τον καιρό μου μα πάει χαμένος, ας μην είχα ν’ αγοράσω βιβλία και περιοδικά. Έγραφα μόνος κρυφά και φύλαγα τους στίχους μου σα θησαυρό. Φλογιζόμουν ωστόσο απ’ τη φιλοδοξία να τους τυπώσω πουθενά, όπως γίνονταν με όλους τους ποιητές του κόσμου. Αυτό θα ’ταν η καθιέρωσή μου, η επιβολή της αξίας μου. Τι ωφελούσε να τους μουρμουρίζω μονάχος μου στ’ απόμερα στενά;»

(Γ. Κοτζιούλας, Από μικρός στα γράμματα)

Στο κατακάθι του πόνου συχνά ανιχνεύεται η ευλογία. Μέσα από τις δυσκολίες, τη στέρηση, τη βαθιά αίσθηση της κοινωνικής αδικίας αναδύεται και αποκρυσταλλώνεται σιγά σιγά το λογοτεχνικό τάλαντο, αρχικά με την ευκαιριακή άσκηση στην πλοκή του στίχου.

Στην πρώτη τάξη του Γυμνασίου ο Γιώργος Κοτζιούλας συνέθεσε ένα χαμένο σήμερα ποίημα για τον Αρτινό Νικόλαο Σκουφά, αρχηγέτη της Φιλικής Εταιρείας. Το ποίημα απήγγειλε στα αποκαλυπτήρια της προτομής του Σκουφά στο Κομπότι Άρτας ένας συμμαθητής του (Βογιατζόγλου, 2015):

«… με την απαγγελία… δε θα τα ’βγαζα πέρα. Δεν είχα καλή φωνή, μου έλειπε και το θάρρος, μπορούσα να τα παρατήσω στη μέση», ανασύρει τις αναμνήσεις του από το  σχετικό περιστατικό.

Ταυτόχρονα, μοιράζεται με φίλους το πάθος για τη λογοτεχνία αλλά και τις νεανικές φιλοδοξίες για απόκτηση φήμης. Μέσα στο κείμενο υπάρχουν αναφορές σε μορφές των Γραμμάτων εκείνης της εποχής, π.χ. στους, Σικελιανό, Παλαμά, Ελιγιά, Ταγκόπουλο, Ζαρκιά, Μυρσίνη κ.α.. Ακόμη, γίνεται λόγος για τον Τύπο της εποχής, για παράδειγμα αναφέρεται το πρώτο περιοδικό ποικίλης ύλης του Μεσοπολέμου, το τεράστιας αναγνωστικής απήχησης Μπουκέτο (1924-1946), το οποίο διαμόρφωσε, σε μεγάλο βαθμό, τους επαρχιώτες λογίους.

Τον Φεβρουάριο του 1924, στα δεκαπέντε του χρόνια, ο Κοτζιούλας είδε τις πρώτες δειλές προσπάθειές του στη λογοτεχνική γραφή να επιβραβεύονται. Το τεχνικά άρτιο ποίημά του, «Φεγγάρι», διάχυτο από συναισθηματισμό, σαφώς επηρεασμένο από τον γαλλικό ρομαντισμό, δημοσιεύτηκε, με το ψευδώνυμο Φώτος Πούλιος, στη γιαννιώτικη εφημερίδα Ηπειρώτικη Ηχώ του Ευθυμίου Τζάλλα (Βογιατζόγλου, 2015).

«Και τότε… Θεέ μου! Τι ήταν αυτό; Στις τόσες του Φλεβάρη, σωτήριον έτος 1924, δημοσίευαν το ποίημά μου: Φεγγάρι μου χλωμό και λυπημένο… Ήταν η πρώτη μου φορά που έβλεπα τυπωμένο τ’ όνομά μου. Κι η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, σαν τότε με το «άριστα» του ενδεικτικού. […] αυτός εδώ είμαι εγώ […] ο φτωχούλης, ο παραπεταμένος, που το χειμώνα μου τρέχει τ’ αυτί […] δεν είμαι πια χλωμός και λυπημένος, είμαι ο πιο χαρούμενος άνθρωπος του κόσμου…»

(Γ. Κοτζιούλας, Από μικρός στα γράμματα)

Σιγά σιγά έρχεται η αναγνώριση: δημοσιεύσεις σε γιαννιώτικα και αρτινά φύλλα, χρονογραφήματα και ανταποκρίσεις στην Ηπειρώτικη Ηχώ, μεταφράσεις στο Μπουκέτο. Το φτωχό γυμνασιόπαιδο έχει οικοδομήσει επιτέλους μια θετική κοινωνική ταυτότητα. Πιστεύει πλέον ότι έχει προσωπική αξία και άρα μπορεί, δικαιούται, να οραματίζεται ένα καλύτερο μέλλον.

«Ήμουν πια ανταποκριτής στην «Ηπειρώτικη Ηχώ» και τα φύλλα μου έρχονταν στο γυμνάσιο φανερά, στ’ όνομά μου. Έστελνα μεταφράσεις στο «Μπουκέτο» κι απ’ την τελευταία σελίδα τις έβαζαν τώρα μέσα, μ’ είχαν προβιβάσει. Τι όμορφα ήταν να γράφει κανένας στα περιοδικά και στις εφημερίδες, να βλέπει τ όνομά του κάτω απ’ το «Νεοελληνική Ποίηση»! Τι σπουδαία ήταν απ’ την άλλη μεριά, ν’ ανεβαίνει κανείς τις σκάλες του γυμνασίου ξεθάρρευτα σα νοικοκύρης και να τον κοιτάν από κάτω με θαυμασμό τόσα μάτια! Ω, αν μπορούσε να πετύχει κανείς αυτόν τον περίφημο συνδυασμό, λογοτέχνης και καθηγητής! Ω, αν μπορούσε κανείς να συνδυάσει εργασία και φοίτηση, για να πετύχει και τους δυο τίτλους μαζί! Πώς πρόκοψαν τόσοι άλλοι; Θα πάλευα κι εγώ. Θα σπούδαζα δουλεύοντας. Αυτό ήταν η ανώτερη φιλοδοξία για ένα νέο σαν εμένα. Ένιωθα κιόλα πως είχα γίνει σκλάβος των ονείρων μου, πως είχα δεθεί για πάντα με το ριζικό μου…»

(Γ. Κοτζιούλας, Από μικρός στα γράμματα)

Λογοτέχνης και καθηγητής! Θα τον αφήσουμε σ’ αυτό το σημείο, τελειόφοιτο του γυμνασίου, με διαμορφωμένο το σκαρίφημα της ζωής του, λαγαρές τις βασικές συντεταγμένες της πλοήγησής του στον κόσμο, έτοιμο να ανοίξει τις εφηβικές φτερούγες του προς την κατεύθυνση του δισυπόστατου ονείρου του. Θα τον αφήσουμε ψυχικά ενδυναμωμένο και αισιόδοξο, πριν γευτεί τα βάσανα, τις ματαιώσεις και διαψεύσεις της ενήλικης ζωής του και μας αφήσει, δίκην επιλόγου, το πικρό έμμετρο απόσταγμα της ζωής του:

«Ήμουν μια σταλιά παιδάκι,

μ’ έλεγεν ο πατέρας Γάκη

και με βλέπαν τοσοδούλη

στο σκολειό με το τσατσούλι.

Μη ζηλεύοντας τη χάρη

του τσοπάνου του εξοχάρη,

γράμματα ήθελα να μάθω

να μην κάνω ούτε ένα λάθο.

Πήγα στα Κατσανοχώρια,

να ’μαι απ’ τους δικούς μου χώρια,

και της Άρτας το γιοφύρι

μ’ είχε χρόνια μουσαφίρη.

Το παιδί της Πλατανούσας

(χωριατόπουλα το νου σας!)

γράμματα ήθελε να μάθει

και κατάντησε στη Βάθη…

Μη ρωτάτε παρακάτω,

ποια ήταν τα καλά υστερνά του.

Για σπουδάματα όποιος τρέχει,

διάφορο τη φτώχεια του έχει…»

 

(Παγκράτι 1948, Σαν επίλογος, Κοντός ψαλμός)

 

 

 

 

 

Βιβλιογραφικές Αναφορές

Bernstein, B. (1958). Κοινωνική τάξη και γλωσσική ανάπτυξη: μια θεωρία της κοινωνικής μάθησης. Στο: Α. Φραγκουδάκη (Επιμ.), Κοινωνιολογία της εκπαίδευσης: θεωρίες για την κοινωνική ανισότητα στο σχολείο. Αθήνα: εκδ. Παπαζήση

Bernstein, B. (1971). Κοινωνιογλωσσολογική προσέγγιση της κοινωνικοποίησης με αναφορά στη σχολική επίδοση. Στο: Α. Φραγκουδάκη (Επιμ.), Κοινωνιολογία της εκπαίδευσης: θεωρίες για την κοινωνική ανισότητα στο σχολείο. Αθήνα: εκδ. Παπαζήση

Βογιατζόγλου, Α. (2015). Ποίηση και Πολεμική. Μια βιογραφία του Γιώργου Κοτζιούλα. Αθήνα: εκδόσεις Κίχλη

Bourdieu, P. (1966). Το συντηρητικό σχολείο: οι ανισότητες στην εκπαίδευση και την παιδεία. Στο: Α. Φραγκουδάκη (Επιμ.), Κοινωνιολογία της εκπαίδευσης: θεωρίες για την κοινωνική ανισότητα στο σχολείο. Αθήνα: εκδ. Παπαζήση

Cummins, J. (2005). Ταυτότητες υπό διαπραγμάτευση: εκπαίδευση με σκοπό την ενδυνάμωση σε μία κοινωνία ετερότητας (μτφ: Σ. Αργύρη). Αθήνα: Gutenberg

Μακρή-Μπότσαρη, Ε. (2001). Αυτοαντίληψη και αυτοεκτίμηση: μοντέλα, ανάπτυξη, λειτουργικός ρόλος και αξιολόγηση. Αθήνα: ελληνικά γράμματα

Μπεζεβέγγης, Γ. Η.(2008). Οικογένεια και σχολική επίδοση του παιδιού: ο ρόλος της γονεϊκής εμπλοκής. Στο: Δ. Γεώργας, Η. Μπεζεβέγγης, & Α. Γιώτσα, Σχέσεις σχολείου-οικογένειας: οικογένεια και σχολείο, μαζί για τον ίδιο σκοπό, την πρόοδο του παιδιού. Αθήνα: ΥΠ.Ε.Π.Θ.- Γενική Γραμματεία Εκπαίδευσης Ενηλίκων- Ινστιτούτο Διαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων

Φλουρής, Σ. Γ. (1989). Αυτοαντίληψη, σχολική επίδοση και επίδραση γονέων. Αθήνα: εκδ. Γρηγόρη

Φραγκουδάκη, Α. (1985). Κοινωνιολογία της εκπαίδευσης: θεωρίες για την κοινωνική ανισότητα στο σχολείο. Αθήνα: εκδ. Παπαζήση

Φραγκουδάκη, Α. (2001). Κοινωνικές ανισότητες στην εκπαίδευση. Στο: Θ. Δραγώνα, Ε. Σκούρτου, & Α. Φραγκουδάκη (Επιμ.), Εκπαίδευση: πολιτισμικές διαφορές και κοινωνικές ανισότητες. Κοινωνικές ταυτότητες/ετερότητες-κοινωνικές ανισότητες, διγλωσσία στο σχολείο (τόμος α). Πάτρα: Ε.Α.Π.

 

(Βιβλιογραφική αναφορά στο προηγηθέν κείμενο «Γιώργος Κοτζιούλας: Από μικρός στα Γράμματα»:

Μπουκουβάλα, Ε. (2019). Γιώργος Κοτζιούλας: Από μικρός στα Γράμματα. Στο: Ζ. Μπενάρδος (Επιμ.), Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας. Ο Γιώργος Κοτζιούλας και το συγγραφικό του έργο (σσ.147-161). Πρακτικά Ημερίδας, Χανιά, 16 Ιουλίου 2018. Αθήνα: εκδ. Δρόμων)

 

Η Ευθαλία Μπουκουβάλα είναι φιλόλογος- ψυχολόγος Msc Επιστήμες Αγωγής