Ανοιχτή η αυλαία προτού αρχίσει η παράσταση και το σκηνικό σου θύμιζε στιγμές στιγμές έναν μισόπικρο Καραγκιόζη. Το μαγνητόφωνο καβούρντιζε παλιά τραγούδια, οι λιγοστοί στην αρχή θεατές φαίνονταν βυθισμένοι, παρεκτός από ένα μωρό που έκλαιγε παραπονεμένο, και τα προσχολικά πιτσιρίκια δε σταματούσαν να μασουλάνε. Κάποιο περίεργο καράβι είχε ξεμπαρκάρει μπροστά μου τρεις Πακιστανούς ή κάτι τέτοιο, καναδυό εύσωμες είχαν μισοκοσμικό μισοδιανοούμενο ύφος, κάπου ανταλλάχτηκαν διεκδικητικοί διαξιφισμοί «δεν επιτρέπω… ποιοι είστε σεις;», «με ποιο δικαίωμα μας εμποδίζετε;», τα μηχανάκια βούιζαν ασταμάτητα απέξω. Σιγά σιγά έρχονταν όλο και περισσότεροι, η παράσταση αργούσε ν’ αρχίσει, μπορεί να περιμέναμε κανέναν επίσημο, δεν πείραζε, το σκηνικό έδινε λαμπρές, που λένε, υποσχέσεις, θα ξαναρχόταν λοιπόν η Χαλκίδα;

Η διπλανή μου φιλόλογος με ρωτούσε αν πράγματι το έργο έχει βασιστεί σε περιστατικό της προπολεμικής πάλης. Με πήρε ο κατήφορος ξαφνικά, ξύπνησε ο σχολαστικός εαυτός μου, όχι, αποκρίθηκα, δάνειο και μεταγραφή είναι το έργο, αγγλονορβηγικά πρότυπα μεταφερμένα στα καθ’ ημάς θα δούμε, πήγαινα να καταστρέψω από μόνος μου την προσδοκία, μαχόμουν vα διώξω τη Χαλκίδα.

Τη φέραν όμως ολόσωμη τα συμπαθητικά παιδιά του θιάσου, που ξεκίνησαν μ’ έναν σχεδόν ακίνητο χορό, ωσάν σε κατάστρωμα πετρωμένου καραβιού. Ο Αργυράμος μάλλον παραφωνούσε κάνοντας τους Πακιστανούς, ποιος ξέρει πούθε φερμένους, να χασκογελάνε, τα μικρά συνέχιζαν να τσαλακώνουν σακούλες, τα παιδιά όμως που έπαιζαν στη σκηνή κρατούσαν τη θερμή ψυχραιμία τους και μπέρδευαν τρομερά τις μοίρες τους. Η Χαλκίδα είχε έρθει και κυμάτιζε βαρειά μέσα σε θολό νοτιά.

Η Μύριαμ, με την υπόβραχνη φωνή της, δεν μου θύμιζε την εξωτική Μύριαμ Χόπκινς Λάι, εκείνην που αθέλητα κεραύνωσε με λυκόσκαγα του Πριόβολου τον μυστήριο γεωπόνο. Καθόλου μα καθόλου δεν της έμοιαζε κι ωστόσο όλα τραβούσαν καλά, έρχονταν βαπόρια με γιρλάντες αφρών, η Σουβάλα  κοιμόταν στο λυκόφως και στη σκιά του Κόκκινου Σπιτιού*. Η Ιουλία καμιά σχέση δεν είχε με την Ουλαλούμ* της Χαλκίδας —ή, μάτια μου, είχε και με το παραπάνω, και μόνο εγώ ο στραβός δεν το ‘βλεπα: Όπως και να ‘ναι, καλά τους έπαιξε και τους τρεις στην παλάμη της, καλά τραβούσε ή χαλάρωνε τα σκοινιά, άσχετα αν στο τέλος μπλέχτηκε αξέμπλεχτα κι η ίδια.

Το μωρό αποκάτω δεν έλεγε να μερώσει, τα μεγαλύτερα δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι παρασταίναν αυτοί πάνω στη σκηνή, κάπου κάπου φαλτσάριζε κάποιο γέλιο, όμως η Χαλκίδα είχε κουβαληθεί οριστικά στο σαλόνι της Ιουλίας. Κανείς και τίποτε δεν δήλωνε πως φυσάει νοτιάς, αλλά τον ένιωθες που έγλειφε τα παραθυρόφυλλα, ξεμάλλιαζε τις στρατιωτικές φιλύρες του τραίνου, ρήμαζε τον μακάβριο κήπο, η Ζαλούχου θα κρύωνε και θα σφιγγόταν στην μπέρτα της, η Έλιζε Μαίηλυ, δραπετεμένη από το πορτραίτο της, θα έκοβε σπαθάτη απελπισμένες βόλτες στα έρημα και υγρά νότια μουράγια. Πώς μπορούσε λοιπόν ο Αντρέας Βλαντής να ξεφύγει από το πεπρωμένο τέλος, έτσι στενά κυκλωμένος και αδυσώπητα πολιορκημένος από τη Χαλκίδα; Αδύνατο πράγμα βέβαια.

Ύστερα βρόντηξε η μαγνητοφωνημένη καραμπίνα και η Χαλκίδα μαρμάρωσε για ώρα. ‘Οταν σβήσανε τα φώτα της σκηνής και βγήκα στο δρόμο, η πόλη, η άλλη πόλη, με ακολουθούσε παραπατώντας κι αυτή. Όμοια όπως εδώ και αναρίθμητα χρόνια, τότε που βγήκα τρεκλίζοντας από τη βιβλιοθήκη, εκεί στο παλιό Δημαρχείο, και τραβούσα κατά το σπίτι μου συνομιλώντας ψιθυριστά με τον πεθαμένο Μαριάμπα. Ψιθύριζα και τώρα:

Τράβα τυφλά! θε να ‘βρουν την καρδιά μου
τα σκάγια και τ’ αμίλητο σκοτάδι,
αλλά, χρυσή, με μια στρώσε με χάμου
και μην στητή προβάλεις, μες στο βράδυ.