ΤΟ ΣΚΙΑΔΙ

χορταίνω λήθη

α’. Ο εύηχος έρωτας παρήλθε
Αφίλητες πλεξούδες μες στο πιάτο
Οταν στρώσεις το τραπέζι θα στο πώ

Φλοισβίζουν σ’ άλλο πέλαγο τα όνειρά μου.

β’. Με την πελεκητή φωνή σου γλυστράς
Ο λόγος σου σα νόμισμα που πέφτει
σ’ άδειο σκεύος.

Το σκιάδι κάτω απο τα μάτια σου φοβίζει.

γ’. Σε κάθε λέξη καις ένα φωνήεν
Αποκαλύπτεσαι εύκολα κι είναι
μελανή η αναπνοή σου.

Η σχέση μας μια δοξολογία
χωρίς Θεό κι Αγίους
Τρύπια.

δ’. Αλείφω μ’ ελατόπισσα το στόμα σου
Αποθέτω τον ίλιγγο σιμά σου
και παίρνω την πετρωμένη Ανηφόρα.