Ο ΣΠΑΝΙΟ ΜΕΤΑΛΛΟ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΛΟΖΩΗ!

 

Η ΝΕΑ ΣΥΛΛΟΓΗ-ΤΟΥ ΤΙΤΛΟΦΟΡΕΙΤΑΙ «Η ΠΛΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΜΟΡΙΩΝ»

 

 

Η τελευταία ποιητικη συλλογη του Γιώργου Καλοζώη, που εκδόθηκε στις αρχες του 2019,  απο τις εκδόσεις «Φαρφουλας», τιτλοφορείται «Η πλαστικότητα των μορίων», και περιέχει, όπως διαπιστώνω, μία περιεκτικη  ποίηση, αρκετα ηλεκτρισμένη και φορτισμένη, στο έπακρον ευρηματικη και αφοριστικη, ερμητικη αλλα και θορυβώδης, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης ή ο μελετητης να μην μπορει εύκολα να την τιθασεύσει και να την υποτάξει. Για την ακρίβεια, διαπιστώνω πως δεν μπορεις να διαβάσεις αυτη την πολυπρισματικη ποίηση μονοκοπανια ή, κατα το πιο εξευγενισμένο, απνευστι, γιατι θα νιώσεις να σ’ εγκαταλείπουν μεσοστρατις οι δυνάμεις-σου ή, το χειρότερο, υπάρχει η πιθανότητα να λιποθυμήσεις, με αποτέλεσμα να ναυαγήσει η αναγνωστικη προσπάθειά-σου.

Εννοω πως η ποιητικη ενέργεια που μεταφέρει αυτη η συλλογη, αλλα και η καταιγιστικη λάμψη που εκπέμπει, είναι τέτοιας έντασης, διάρκειας και δυναμικης που δεν τ’ αντέχει η αθώα ματια-μας ή η αμάθητη πλάτη-μας, με κίνδυνο να λυγίσουμε κάτω απο το ασήκωτο βάρος-τους. Επομένως, αυτη τη δαιδαλώδη και έμφορτη απο πνευματικη λάβα ποίηση, με νύγμα υπερρεαλισμου, για να τη νιώσει και να την απολαύσει κάποιος, πρέπει να τη διαβάζει αποσπασματικα και κατα διαστήματα, αρκετα πρωί και με απώλητη ησυχία, κατα προτίμηση σε μία «παραλία πανέρημη, γεμάτη μαύρα βότσαλα», όπως θα έλεγε και ο Οδ. Ελύτης.

Κατ’ εμένα, αυτη η δουλεια του Γ. Καλοζώη (αλλα και οι αμέσως προηγούμενες) συνιστα μια ιδιαίτερη πρόταση ποιητικης γραφης που δεν μπορεις να την κατατάξεις με ευκολία ή απερίσκεπτα σε κάποια λογοτεχνικη σχολη, κατηγορία ή ομάδα. Με άλλα λόγια, δεν είναι εύκολο να διαγνώσεις και να καταγράψεις με σιγουρια τον γεννητικο κώδικα αυτης της δαιμονικης γραφης. Υπο αυτο το πρίσμα είναι μια σύνθετη και ιδιόμορφη (ποιητικα και αισθητικα) γραφη που λες και είναι κομμένη απο ένα σπάνιο μέταλλο που μόνο ο Γ. Καλοζώης το έχει στην κατοχη και διάθεσή-του! Κανένας άλλος!

Χαρακτήρισα την ποίηση του Γ. Καλοζώη «δαιδαλώδη», και έτσι πιστεύω ότι είναι! Γιατι, κρατώντας στα χέρια-μου τη συλλογη-του, αντιλήφθηκα με δέος πως ήταν ωσάν να είχα στα χέρια-μου τα εμπνευσμένα αρχιτεκτονικα σχέδια με την κάτοψη ενος πολυσύνθετου κτιριακου συγκροτήματος, που εκτεινόταν σε πέραν των 82 σελίδων! Δεν θα διστάσω, χαριτολογώντας, να παρομοιάσω αυτο το κτιριακο συγκρότημα με τον μυθικο Λαβύρινθο που κατασκεύασε στην Κνωσσο ο Βασιλιας της Κρήτης Μίνωας.

Το δαιδαλώδες, εξάλλου, που διακρίνει γενικα την ποίηση του Γ. Καλοζώη, ενισχύεται και απο το γεγονος ότι ο ποιητης δεν χρησιμοποιει σημεία στίξης στα ποιήματά-του, με επακόλουθο ο αναγνώστης να συναντα μέσα στις σελίδες του καινούργιου βιβλίου-του ποιήματα που αποτελούνται απο 140 στίχους, ίσως και περισσότερους, και σ’ αυτα να μην υπάρχει ούτε ένα κόμμα, ούτε μία άνω τελεία αλλα ούτε και μία τελεία! Αυτοι οι στίχοι, που ξεχωρίζουν για την αφύσικη και ασύλληπτη ομορφια-τους, άλλοτε είναι βατοι και ευκολονόητοι και άλλοτε τραχεις και δύσκαμπτοι, γεμάτοι γρίφους, μυστήριο και μαγεία! Μία μαγεία που τ’ ανθρώπινα μέτρα και κριτήρια παρουσιάζονται ανεπαρκη στο να την προσδιορίσουν και να την περιγράψουν.

 

«…όχι λοιπον κάστρα αλλα οπες

πρέπει να είναι τα σπίτια-μας κι

οι διαμονες-μας

να χτυπουν το κουδούνι για επίσκεψη

οι κερατωμένες οχιες

να κρεμουν στα παράθυρα κουρτίνες

διάφανες οι πωλήτριες αράχνες

αγορασμένες απο τα καταστήματα με

τα είδη προικος και με δωρεαν

τοποθέτηση

όχι λοιπον κάστρα αλλα οπες

πρέπει να είναι τα σπίτια-μας κι οι

βεράντες-μας με τέντες ανοιχτες να

μη μας βλέπουν οι θηρευτες

ξαπλωμένους το ζεστο καλοκαίρι

γυμνους το μεσημέρι με το

χωμάτινο δόρυ πέος-μας και

με τις γυναίκες-μας δίπλα-μας τις

δορίκτητες…»

                                            Σελ. 36

 

Ο ποιητης, με τη νέα δουλεια-του, καλοπροαίρετα, υποθέτω, μάς προτρέπει να εισέλθουμε στο δικο-του πολύπλοκο κτιριακο συγκρότημα, δηλαδη στο δικο-του σύγχρονο μονόπορτο λαβύρινθο που κατασκεύασε, για να τον εξερευνήσουμε. Ο προικισμένος αυτος ποιητης όμως αγνοει την εξης σημαντικη λεπτομέρεια: στα χέρια-μας δεν κρατάμε απο καιρο τώρα το μίτο (κουβάρι) της Αριαδνης, που θα διευκολύνει (αν τελικα διευκολύνει) την επιστροφη και την έξοδο-μας απο τον λαβύρινθό-του. Επιπλέον, αγνοει και τη σωματικη κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε, εντελως απροετοίμαστοι για ένα τέτοιο δύσκολο εγχείρημα. Με αυτο θέλω να επισημάνω πως εκείνος που θ’ αποφασίσει να διέλθει με επιτυχία μέσα απο τις στοες του λαβύρινθου της ποίησης του Γ. Καλοζώη, που στην ουσία οδηγουν στα ερέβη της ψυχης-του, πρέπει να είναι γερα οπλισμένος ή προετοιμασμένος, τουλάχιστον απο ψυχολογικης και πνευματικης άποψης.

Απο τη δικη-μου πλευρα, και παρα τον έκδηλο ενθουσιασμο-μου για ένα τέτοιο περιπετειώδες πνευματικο ταξίδι, ομολογω πως διακατεχόμουν απο ανεξήγητο φόβο όταν επιχείρησα το ριψοκίνδυνο αυτο εγχείρημα, ίσως γιατι σκεφτόμουν και προβληματιζόμουν πως δεν είχα στην κατοχη-μου χάρτες και σχέδια πλοήγησης. Για να γίνω πιο κατανοητος, φοβόμουν ότι θα περιπλανιόμουν άσκοπα, με κίνδυνο να χαθω στα έγκατά-του, χωρις τελικα να μπορέσω να επιστρέψω πίσω στην είσοδο, και έτσι εξαντλημένος να με πολιορκήσει και να με φάει, κατα πάσα πιθανότητα, το αμείλικτο μαύρο σκοτάδι που θα παραμόνευε στη γωνία.

Με άλλα λόγια, η ποίηση του Γ. Καλοζώη, θα έλεγα πως μοιάζει με μία απέραντη, αγαλήνευτη θάλασσα που γεννάει ακατάπαυστα νέες θάλασσες, με τα περιστρεφόμενα, τα περιδινιζόμενα κύματά-τους να φθάνουν στη στερια και πάλι ν’ αποσύρονται. «Παρα θίνα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης», το χαρακτήρισε ο Όμηρος. Αυτη η ποίηση όμως, που την παρομοίασα με  αγαλήνευτη θάλασσα, πρέπει να νοείται στη μεταφορικη-της διάσταση, δηλαδη ως μία διαρκης αγωνία μέσα στο απέραντο διάστημα του αέναου χρόνου.

 

«Καβάλησα διηπειρωτικους

πυραύλους μπήκα μέσα σε

κανόνια κι εκτοξεύτηκα

στη χώρα που λέγεται Μακρια

όσο γίνεται πιο μακρια

πάγωσα στη στρατόσφαιρα

ύστερα βούλιαξα μέσα στην

άπατη θάλασσα κι αυτο που

σας φαίνεται ακατανόητο

μπορει να κατανοηθει αργα

αργα

εξομοιώθηκα εξισώθηκα σχεδον

με την ανόργανη ύλη στην

προσπάθεια-μου να γίνω αρεστος

ο μόνος τρόπος να γίνεις αρεστος

σε κάποιους είναι να μηδενιστεις

να γίνεις πέτρα και χαλίκι και

χώμα και άμμος κι

αυτο δεν είναι πάντα αρκετο…»

 

                                         Σελ. 64

 

Επιπλέον, έχεις την εντύπωση πως τα ποιήματά-του, μεγάλα, όπως είπα, στην πλειονότητά-τους, αποτελούνται απο ένα μόνο στίχο, μονοκόμματο, με το μήκος-του να φθάνει αρκετα μακρυα! Θα τον συνέκρινα με τα καλώδια που βρίσκονται στηριγμένα στους ψηλους στύλους και κρέμονται επικίνδυνα πάνω απο τα κεφάλια-μας, εφόσον μεταφέρουν υψηλης έντασης ηλεκτρικο ρεύμα ή με το κουλουριασμένο λάστιχο που χρησιμοποιούμε για να ποτίζουμε τον κήπο-μας και, που όταν ξεδιπλωθει, εκτείνεται σε μεγάλη απόσταση. Γι’ αυτο και χαρακτήρισα, χωρις ενδοιασμους, την ποίησή-του δαιδαλώδη. Αλλα και το ποιητικο ύφος του Γ. Καλοζώη δεν είναι άσχετο με τον στίχο-του. Απεναντίας, είναι έντονα επηρεασμένο απο τον μονοκόμματο στίχο-του με αποτέλεσμα να καταλήγει και αυτο μονότονο, ωμο και μερικες φορες ισοπεδωτικο!

Μέσ’ απο αυτα τα μεγάλα ποιήματα όμως, που, όπως προηγουμένως ανάφερα, είναι ωσαν ν’ αποτελούνται απο ένα μόνο, αρκετα μακρυ στίχο, με τις πολλες διπλώσεις και τσακίσματα, διαβλέπεις να διαγράφεται και μία εντυπωσιακη ελικοειδης κίνηση ή, όπως την χαρακτήρισε ο ποιητης, «κίνηση τύπου ακορντεον», που δίνει την εντύπωση ενος ακατάπαυστου ανεμοστρόβιλου που προχωράει με μεγάλη ταχύτητα προς το άγνωστο, μέχρι να χαθει απο την όρασή-μας.

 

«…έπρεπε να δω τα πράγματα με την

πρώτη όραση την όραση του

βρέφους

κι έγινα ποιητης

πολλοι μέσα στα πλαίσια του

ωφελιμισμου με περιγέλασαν

σεισμογενη ήταν τα γέλια-τους

τρέχαν οι μύξες-τους απο τα

τρανταχτα αναφιλητα

νεκρους τους ονομάζω

που αποφάσισαν να πεθάνουν πριν

απο την ώρα-τους

όμως με τίμησαν με τη φιλία-τους

μισοκατεστραμμένοι απροσάρμοστοι

αλκοολικοι

όλοι όσοι φορούσαν το δέρμα-τους

ανάποδα ώστε να φαίνεται η φόδρα

όχι οι υπόλοιποι γυαλιστεροι

υιοθέτησα την κίνηση τύπου ακορντεον

με απαλες κινήσεις ελικοειδεις

έφτασα εις τα μέρη του

στη χώρα του απόλυτου γρίφου

εκείνος είχε κρεμάσει

για να στεγνώσουν πάνω σε σύρματα

τον οισοφάγο-του το στομάχι

τη σπλήνα το πάγκρεας τα έπλενε με

άφθονο νερο…»

 

                                               Σελ. 79

 

Απο αυτα τα μακροσκελη ποιήματα, απο αυτους τους τεράστιους ελικοειδεις στίχους, ο αναγνώστης αισθάνεται τώρα να ξεδιπλώνονται ή, καλύτερα, να ξεπετάγονται μπροστα-του, ωσαν τις πολύχρωμες πεταλούδες  και πάρα πολλες εικόνες, μοτίβα και σχήματα. Συναποτελούμενα όλα αυτα τα στοιχεία, που στην ουσία είναι οι στιβαροι αγωγοι που μεταφέρουν τις σκέψεις και τους στοχασμους του Γ. Καλοζώη, συνθέτουν και μας προσφέρουν πολλες μικρες ιστορίες. Ιστορίες αφορμώμενες απο τη ζωη του ποιητη ή απο τη δικη-μας ζωη. Γιατι, είναι πλέον αποδεδειγμένο πως όταν μιλάνε οι αληθινοι ποιητες είναι επόμενο να διαβάζουμε κάτι και απο τον εαυτο-μας.

Δηλώνω με έμφαση, και με πλήρη συναίσθηση του λόγου-μου, πως ο Γ. Καλοζώης είναι ένας εμμανης, ένας καταπληκτικος και ανεξάντλητος μυθοπλάστης! Προς Θεου, δεν εννοω μυθομανής. Δηλαδη, τον άνθρωπο που φλυαρει περιαυτολογώντας. Εννοω τον δημιουργο που έχει το θείο χάρισμα να εμπνέεται και να πλάθει περίτεχνους μύθους απο τα μικρα και ασήμαντα πράγματα, μαγεύοντας τους πάντες με την εξιστόρησή-τους! Απο αυτη τη τάση και ικανότητά-του εκπηγάζει, νομιζω, και ο τίτλος της ποιητικης συλλογης-του. Γιατι, τι είναι στην ουσία τα μόρια στις φυσικες επιστήμες; Δεν ειναι η μικρότερη ποσότητα ύλης που μπορει να υπάρχει ελεύθερη χωρις να χάνει τις ιδιότητες-της όταν υποστει κάποια επεξεργασία;  Και ακριβως, είναι αυτη την ελάχιστη ποσότητα ύλης που επεξεργάζεται ο Γ. Καλοζώης, με μεγάλη μαστορια στο εργαστήριο-του, προσφέροντάς-μας τώρα την «πλαστικότητα των μορίων», μέσα απο τη καινούργια συλλογη-του.

Επιμένω όμως, και επαναλαμβάνω, πως τα ποιήματα του είναι γεμάτα (και εδω κυριολεκτω) απο μικρα σωματίδια ύλης, δηλαδη μικρες συναρπαστικες ιστορίες, σαχτουρικής θα έλεγα έμπνευσης. Ιστορίες μακάβριες, εφιαλτικες, χωρις λογικο ειρμο ή συνοχη, με τις περισσότερες να έχουν παράλογο ή και παράτολμο περιεχόμενο, με κύριο στόχο να εκφράσουν τον κατακερματισμένο, τον «ανάποδο κόσμο»-μας, σε όλες τις διαστάσεις-του και με όλα τα προβλήματά-του, με τον αντίκτυπό-του να φθάνει και ως μέσα βαθια στην ψυχη-μας.  Όπως πολυ εύστοχα λέει ο Γ. Καλοζώης στο ποίημα «Το μηδεν της γραφης», που είναι καταχωρημένο στη σελίδα 69 «…και πάντα κάτι με κράταγε να μη/ φυτρώσω όπως οι ρίζες ανάποδα/ έζησα σε έναν ανάποδο κόσμο». Ας μην μας διαφεύγει, εξάλλου, το γεγονος πως η λέξη «ανάποδος», είναι η λέξη που χρησιμοποιείται περισσότερο στους στίχους του Γ. Καλοζώη! Δεν θα διστάσω επομένως ν’ αναφέρω πως η ποίησή-του, στο σύνολό-της μοιάζει ή θυμίζει τεράστιο ή πολύπτυχο πίνακα του άγγλου ζωγράφου Φράνσις Μπέικον, όπου αναπόφευκτα ερχόμαστε  κάποια στιγμη αντιμέτωποι με το κατασπαραγμένο και εφιαλτικο περιεχόμενο που υπάρχει στον καμβά-του!

Η ποίηση του Γ. Καλοζώη αναπόφευκτα κρύβει μέσα-της και πολλα μυστικα! Το μεγάλο μυστικο-της όμως είναι, ότι, μέσα στην παραμικρη-του φράση περικλείεται, συμπυκνωμένος, όλος ο κόσμος-του. Με αυτο θέλω να επισημάνω πως η κάθε φράση-του, που εξωτερικα δίνει την εντύπωση φουριόζας και ατημέλητης γυναίκας, περικλείει όλη την κοσμοθεωρία-του, που συνίσταται στη γνώση όλων των πραγμάτων. Φράσεις ατίθασες, που αρδεύονται άλλοτε απο τις πηγες της φαντασίας και άλλοτε απο τις πηγες της πραγματικότητας.

Έτσι, κάθε ποίημά-του, που αποτελείται, όπως τόνισα, απο ένα τεράστιο στίχο, δεν είναι παρα μία σειρα απο μικρογραφίες του κόσμου και γενικα της κοσμοθεωρίας-του. Και όπως πολυ σωστα έλεγε ο αξέχαστος Χριστόφορος Λιοντάκης, η αυθεντικη «ποίηση αποκαλύπτει τις αθέατες όψεις και τις άδηλες αναλογίες του κόσμου». Θέση την οποία ασπάζεται, όπως αντιλαμβάνουμαι, ο Γ. Καλοζώης αλλα και που πρέπει να έχουν  υπόψη-τους οι αναγνώστες όταν διαβάζουν την ποίησή-του.

 

«…και τον κίνδυνο φόρεσα που

έρχεται ξαφνικα αλλα πάντα

προγραμματισμένα

ένα αντρόγυνο λύκους φόρεσα

που παντρεύτηκε στην εκκλησία

των λύκων με λύκο παπα και που

κατέβηκαν απ’ τα χιονοσκεπη βουνα

την κατάβαση φόρεσα

ένα ρυάκι φόρεσα και τους

κτηνοτρόφους που δεν διαφέρουν

πολυ απο τα ζώα που ανατρέφουν…»

 

                                                 Σελ. 37

 

Και λίγο πιο κάτω, στο ποίημα που τιτλοφορείται «Η φωνη του φιδιου» θα σημειώσει και αυτα:

 

«…Στάθηκα απέναντί-του

προετοιμασμένος κι απέναντι

στη συμφιλίωση των ανθρώπων

με το αμετάκλητο τέλος

απείθαρχος

κρατούσα στα χέρια-μου

τον σμυριδοτροχο την τσάπα

όταν με έπιανε φαγούρα ξυνόμουν

με έναν κασμα

έκανα απολέπιση στο πρόσωπο με

το γυαλόχαρτο

χτένιζα τα μαλλια-μου με το

κλαδευτήρι

καθάριζα τ’ αυτια-μου με δύο

μπατονέτες σμίλες

που πουλούσαν οι τσιγγάνες κι

ήμουν πανέτοιμος κι είχα μάθει

απο τους προγόνους-μου πως

να γδέρνω τα γουνοφόρα για να

φτιάχνω τσάντες και παπούτσια

τα οφιοειδη…»

 

                                        Σελ. 44

 

Ο Γ. Καλοζώης, στην αντισυμβατικη και ανατρεπτικη ποίησή-του, όπως είδαμε, φοράει ένα αντρόγυνο λύκους, τους παντρεύει στην εκκλησία των λύκων και ο παπας που τους στεφανώνει είναι και αυτος λύκος, δίνει σχέδια πτήσεως στα αποδημητικα πουλια, εκτοξεύει μη επανδρωμένα πουλια, εργοδοτει πωλητριες αράχνες, κάνει απολέπιση στο πρόσωπό-του με γυαλόχαρτο, ξύνει τη ράχη-του με κασμα, κτενίζει τα μαλια-του με κλαδευτήρι και άλλες μη λογικες ή συμβατικες πράξεις! Αυτοι  όμως οι παράξενοι λεκτικοι τρόποι ή τα ποιητικα τερτίπια-του, είναι πιστεύω μία έξυπνη επινόησή-του για ν’ αποτυπώνει, στις πραγματικες-του διαστάσεις, τον ανάποδο και παράλογο χαρακτήρα που διακρίνει τον κόσμο στον οποίο καλούμαστε να επιβιώσουμε, ελπίζοντας πως με αυτο τον παραστατικο  τρόπο θα μπορέσει να διαφωτίσει το πλατυ κοινο, ίσως αντιληφθει τα πολλα και δύσκολα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η ανθρωπότητα.

Ο Γ. Καλοζώης όμως, για να συνθέσει αυτους τους στίχους ή τις ιστορίες-του, εκκινει ή αφορμάται, όπως διαπιστώνω, απο ασήμαντα γεγονότα, απο απλα, κυρίως καθημερινα στιγμιότυπα, πάνω στα οποία ξεδιπλώνει ή υφαίνει, όπως σημείωσα, τις σκέψεις και τους στοχασμους-του. Το απόσταγμα όμως, της σκέψης, του στοχασμου και της έμπνευσής-του, γενικα της σοφίας-του και της ποιητικης τέχνης-του, ο αναγνώστης το εισπράττει συνήθως στο τέλος κάθε ποιήματος ή στο τέλος των μαραθώνιων στίχων-του.

Στο σύνολό-της, η ποίηση του Γ. Καλοζώη, λόγω κυρίως και της φύσης των θεμάτων με τα οποία καταπιάνεται, είναι επόμενο να εκδηλώνει και μία κριτικη διάθεση απέναντι στους πάντες και τα πάντα, είτε αυτα είναι έμψυχα είτε άψυχα. Πρόκειται για θέματα τα οποία αναλύει σε βάθος και αναπτύσσει εξαντλητικα στους στίχους-του, με κύριο στόχο να καυτηριάσει, με χιουμοριστικο τρόπο, όλα όσα αρνητικα εντοπίζει στην ντόπια αλλα και στην παγκόσμια κοινωνία-μας. Έτσι, η ποιητικη γραφη-του καταλήγει να είναι άλλοτε ειρωνικη και σκωπτικη και άλλοτε σαρκαστικη και αυτοσαρκαστικη. Στιγμες στιγμες καταλήγει να είναι και διδακτικη.

 

«….πάει καιρος απο τότε που η φύση

ήταν δάσκαλος και μαθητης

τα δυο μαζι

πάει καιρος απο τότε που

πορευόμασταν χωρις λόγο κι

ανόητα πάει καιρος απο τότε που

φύγαμε απ’ τη δουλεια και το

καθήκον

εμεις δεν ήμασταν οι δάσκαλοι οι

γνωστικοι που θα έφταναν κάποτε

στη χώρα του Μαύρου Πίνακα;…»

 

                                             Σελ. 33

 

Ο σαρδόνιος καγχασμός-του όμως ξεδιπλώνεται σε όλη την ένταση και έκτασή-του στο ποίημα που τιτλοφορείτα «Κιβωτος 3», το οποίο αρχίζει με τους εξης χαρακτηριστικους στίχους:

 

«Θα φτιάξω μια κιβωτο

μέσα θα έχω ό,τι θέλει ο

καθένας φάρμακα θα έχω

για όσους έχουν φαρμακομανία

αρνήσεις θα έχω απωθήσεις κι

αμυντικους μηχανισμους

του Εγω και αδιαφορίες

μακάριες

παιδια για τους άτεκνους

ποτα ομπρέλες και

ξαπλώστρες στο κατάστρωμα

για να ξαπλώνουν οι χλωμοι

Θα έχω τον ήλιο πρόχειρο

με ένα σκοινάκι

δεμένο και θα τον τραβω

όποτε έχει συννεφια προς

τα κάτω όπως το καζανάκι

της τουαλέτας

ωραίες γυναίκες θα έχω

που όταν ανοίξουν το στόμα

τους οι άντρες θα φεύγουν

μακρια αλλα και άντρες

που συζητουν

συνέχεια για λεφτα κάφρους

για να υπάρχει

το μέτρο σύγκρισης με τους

υπόλοιπους…»

                                 Σελ. 26

 

Επιφανειακα, η ποίηση του Γ. Καλοζώη, όπως προείπα, ίσως φαίνεται ανέπαφη και παρθένα. Ανεπηρέαστη δηλαδη απο άλλες ποιητικες γραφες ή φωνες. Ακόμη, μπορει να φαίνεται ξεκομμένη και απο τ’ άλλα είδη λογοτεχνίας, όπως η πεζογραφία ή το δοκίμιο. Αλλα και απο την φιλοσοφία ή τις ανθρωπιστικες επιστήμες. Κατα βάθος όμως, τα πράγματα δεν είναι έτσι, όπως τα φανταζόμαστε. Γιατι, όπως αφοριστικα έλεγε και ο Νομπελίστας ποιητης Γιώργος Σεφέρης, «δεν υπάρχει παρθενογέννηση στην Τέχνη». Το ίδιο ισχύει και για την ποίηση του Γ. Καλοζώη, όπου ο ποιητης φροντίζει με εντιμότητα να μάς το υποδεικνύει με κάθε ευκαιρία. Δηλαδη, κατα διαστήματα, αφήνει ν’ αντιληφθούμε πως η ποίησή-του έχει και αυτη τις υπόγειες διαδρομες-της και πως ο ίδιος δεν αγνοει ή δεν περιφρονει τ’ άλλα είδη τέχνης. Όπως και τώρα, με την καινούργια δουλεια-του, που παρουσιάζεται σε ύψιστο βαθμο διαβασμένος και ενημερωμένος γύρω απο την ποιητικη τέχνη ή τα ποιητικα επιτεύγματα άλλων συναδέλφων-του. Την σπουδη-του όμως πάνω στο ξένο μόχθο, την διοχετεύει και την ενσωματώνει αρκετα καλα αφομοιωμένα στη δικη-του ποίηση, χωρις όμως ν’ αφήνει ούτε ένα ξένο ίχνος απάνω στο ευαίσθητο δέρμα-της. Δεν είναι τυχαία, λοιπον, που αποτίει «φόρο τιμης στους πρώτους διδάξαντες», και κυρίως στον Όμηρο, όπως σημειώνει, ή όταν κάνει αναφορα στο εμβληματικο φιλοσοφικο έργο «Τετράκτους», του Λούντβιντ Βινγκενστάϊν. Θα γράψει στο ποίημα «Η διπλη πραγματικότητα»:

 

«…ο πρώτος λατόμος ήταν ο Όμηρος

εμεις παλεύουμε με ό,τι άφησαν οι

προηγούμενοι

εκφραστικα μέσα τεχνικες

ομοδιηγητικους αφηγητες εγκιβωτισμους

εσωτερικες εστιάσεις και τρέχα γύρευε…»

 

                                                         Σελ. 29

 

Καταλήγοντας, θέλω να τονίσω πως, με αυτο το κείμενό-μου, επεδίωξα, εν τω μέτρω των δυνάμεών-μου, να χαρτογραφήσω την κοσμοθεωρία και όσα άλλα περικλείει στη νέα συλλογη-του ο Γ. Καλοζώης αλλα και να αποτυπώσω το αρχιτεκτονικο-της σχέδιο. Ταυτόχρονα, προσπάθησα να προσδιορίσω και να αποτιμήσω τη λογοτεχνικη εμβέλεια της ποίησής-του. Μιας γνήσιας ποίησης που έχει ανθρώπινο βάρος, γιατι έχει άγχος μέσα-της και ανθρώπινη αγωνία! Δεν είμαι όμως σε θέση να γνωρίζω μέχρι σε ποιο σημείο έχει φθάσει η προσπάθειά-μου αλλα και πόση βοήθεια κατόρθωσα (αν κατόρθωσα τελικα) να προσφέρω στους αναγνώστες-μου. Αυτο, εξάλλου, απόκειται στους ίδιους τους αναγνώστες να το διαπιστώσουν.

Δεν θ’ αποφύγω όμως να σημειώσω πως ο ποιητης Γ. Καλοζώης, με την καινούργια δουλεια-του, που την αισθάνθηκα σαν μία βαρια πέτρα που πέφτει με δύναμη και αναταράζει στα στεκάμενα, εδω και χρόνια, νερα της νεοελληνικης ποίησης, συνειδητα πιστεύω επέλεξε να ρίξει τους αναγνώστες-του στις βαθιες σήραγγες του ποιητικου λαβύρινθου που έχει δημιουργησει. Εννοω, πως επεδίωξε να τους οδηγήσει στο δρόμο της υψηλόφωνης και μεγαλόπνοης  ποίησης. Έχει, νομίζω, (ειδικα απο την σκοπια του μη εφησυχασμένου δημιουργου), κάθε δικαίωμα να το πράξει. Εξάλλου, η τακτικη-του αυτη μπορει να εκληφθει και ως μία θαρραλέα, ψυχωμένη και καθαρη αναμέτρησή-του με τους αναγνώστες-του. Δηλαδη, βάλθηκε να τους αντικρύσει πρόσωπο με πρόσωπο, κοιτάζοντάς-τους κατευθείαν στα μάτια, παρα τη σύγχυση και ψυχικη ταραχη που πιθανον να τους προκαλέσει!

Στο τέλος όμως, ο σπάνιος αυτος ποιητης, όπως διαβλέπω, έχει τον τρόπο να τους αποζημιώνει και μάλιστα με το παραπάνω! Γιατι, είμαι απόλυτα σίγουρος πως εκείνοι οι αναγνώστες που θα παρουσιαστουν στην αναγνωστικη διαδικασία με γερες δυνάμεις και αντοχες, με πλούσια ευαισθησία, αισθητικα και καλλιτεχνικα χαρίσματα αλλα και με κοφτερη σκέψη, θα μπορέσουν να επιστρέψουν ακμαίοι και ευτυχεις πίσω στην είσοδο του λαβύρινθου-του, και απο εκει στο άπλετο φως. Θα έχουν όμως, τώρα, το ξεχωριστο προνόμιο να κρατάνε στα χέρια-τους τη μεγάλη κυψέλη με το μέλι της ποίησής-του, το οποίο βέβαια θα γεύονται για πολλα χρόνια! Γιατι, επαναλαμβάνω πως, η συλλογη «Η πλαστικότητα των μορίων» είναι ένα προκλητικο βιβλίο, που περιέχει ποίηση ασυνήθιστης ευαισθησίας, πρωτοτυπίας και αφύσικης ομορφιας με τον δημιουργο-του να ξεχωρίζει ως ένα δεινος μάστορας του ποιητικου λόγου!

 

*Ο συγγραφέας του κειμένου ακολουθει κανόνες του μονοτονικου συστήματος που καθιέρωσε ο Αντώνης Μυστακίδης-Μεσεβρινος