Το ΠΟΙΕΙΝ ξανά μαζί σας τη Δευτέρα 19 Αυγούστου.

Καλό καλοκαίρι στους συνεργάτες, αναγνώστες και φίλους μας. 

 

 

 

Μου λείπει η θάλασσα.
Μια του Αυγούστου μού λείπει θάλασσα.
Το νιώθω τώρα πια.
Τώρα που με φύτεψαν σε μιαν του φθινοπώρου μήτρα
ψάχνω τον ήλιο σε μαραμένα ηλιοτρόπια
που δεν έχουν πού να στρέψουν το εξαρθρωμένο κεφάλι τους.
Με τα ακανθώδη πτερύγια της στέρφα καθώς είναι
με θρέφει με τα κόλλυβα των περασμένων ψυχών.
Αυτών που γεννήθηκαν και πέθαναν μακριά από τον ήλιο.
Σε παγωμένες ξέρες γιομάτες νεκρά πετούμενα
που δεν είχαν πού να κουρνιάσουν
όταν το ψύχος λύγιζε τα κρίνα.

Στάχυα και κρίνα ανάμεσα στις θερμές κυψέλες.
Κοχλάζει το μέλι στις γούβες των βράχων
που φύτρωσαν στα μάτια μου.
Μάτια από αχάτη, από κρυσταλλωμένο μέλι.
Αρμυρό μέλι να στάζει στις ανοιχτές φτερούγες
βαλσαμωμένων ανάμεσα στα σύννεφα γλάρων
κι ένα με τη γλώσσα του βατράχι
να γεύεται  αυτά που στάζουν τα μάτια μου.
Με τα βράχια στις κόχες του στόματος
αναμασώ τις μέλισσες, τη γύρη που θρέφει το κεντρί τους.

Ανοίγω τα χέρια μου και φυτρώνουν στα δάχτυλα γιασεμιά.
Γαλάζια άνθη γιομάτα με αρμυρό της θάλασσας νερό.
Καθένα τους κρύβει κι έναν αυγουστιάτικο ήλιο.
Σπρώχνω με τα δάχτυλα μια χούφτα στάχυα στο στόμα
κι αυτά φυτρώνουν στη γλώσσα μου.
Πέτρες, φύκια και ράθυμα ερπετά
φωλιάζουν στο στόμα μου.
Ξερνάω από τα σπλάχνα μου τη θάλασσα του Αυγούστου
με όλο το πένθος που μάζεψε στους κόκκους του άλατος
να σκεπάσει τους σταυρούς στο αντικρινό κοιμητήρι
με το λευκό ξωκλήσι που κατάπιε τον ήλιο
εκείνο το καλοκαίρι που δεν ξημέρωσε Αύγουστος.
Πένθιμος ο Αύγουστος
κι όλο τον προσμένω να ξημερώσει
μέσα από τα βλέφαρα αυτών που λιγοστεύουν.
Βαραίνει στα στήθια τους η ζωή
και κάθε Αύγουστο οι φλέβες ανοίγουν
να βάψουν ρόδινο το τελευταίο χάραμα.
Κλαδιά από φλέβες οδηγούν στη θάλασσα.
Για του Αυγούστου τη θάλασσα
όλο και λιγοστεύουν τα χέρια,
όλο και τελεύουν τα βήματα.
Το ξεραμένο αλάτι στις λακκούβες της άμμου
μαρτυρά ότι κάποτε ο Αύγουστος θα επιστρέψει
με τα λιγοστά που μας απέμειναν χέρια
μπλεγμένα στα δάχτυλα μας.