ΜΑΥΡΟΙ ΚΥΚΝΟΙ

Υδρόβια πουλιά της γενεάς των Νησσιδών
συχνά στις όχθες επιπλέετε
και με γοργά κτυπήματα φτερών
σε διαγώνιους σχηματισμούς
την ερημία του ουρανού παρηγορείτε.
Μετανάστες μουγκοί
πέρα απ’ τη θάλασσα του βορρά
βγαλμένοι από παραμύθι
τσαλαβουτάτε σε διάφανα νερά
να ξεγελάσετε την πείνα σας
και το ένα πόδι πίσω απ’ την πλάτη σας
περίτεχνα διπλώνετε μες στη σιωπή
να μη σας πουν υπάκουους και δειλούς.

Κάποτε πλέκατε στεφάνια από δάφνες και χρυσό.
Κάποτε συγγράφατε εσείς τους νόμους
σε πάπυρους φτιαγμένους με λωτό
εκεί που τα επιμέρους δε μεταβάλλανε το σύνολο
και οι κλιμακώσεις απουσίαζαν οικτρά.
Εκεί που η μικρή σας αδερφή ακόμα πλέκοντας ψιθυρίζει:
Το νερό μαλακώνει τον βράχο.
Θα κάνω υπομονή. Θα βρω τ’ αδέρφια μου.

Στην άκρη όμως του παραμιλητού
μια ήπειρος γηραιά σας περιμένει
για να λουστείτε μες τα ιαματικά νερά
κάποιας αρχέγονης πηγής
που διαψεύδει την ανυπαρξία της.
Εκεί στη χώρα του απρόβλεπτου και του τυχαίου
μεταμορφώνεστε.
Kαι επιστρέφετε.

Έντεκα μαύρα πουλιά σκίζοντας τον ουρανό
επιστρέφετε.
Έντεκα μαύροι κύκνοι, βασιλιάδες πια.
Επιστρέφετε.
Φαινόμενα σπάνια μιας υψηλής
μα ανατρεπτικής τυχαιότητας.
Έντεκα πουκάμισα φτιαγμένα από αγάπη
πέφτουν απαλά στην πλάτη σας.
Άξαφνα ακούγεται βροντή.
Έντεκα πρίγκιπες υποκλινόμενοι στο αιώνιο Καλό
πιασμένοι χέρι χέρι με ένα κορίτσι παραδομένο στο όνειρο.

Γιατί το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε
είναι να είμαστε λιγότερο εως καθόλου βέβαιοι
για όλα.

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΟΠΤΙΚΗ

Μου αρέσει να κοιτώ τη θάλασσα.
Έχει μια αύρα ιαματική
που οδηγεί στο φως
σαν χτυπά κι επιστρέφει σε κατάρτια αταξίδευτα
την ώρα που τα ξεβρασμένα ξύλα
-ενδεχόμενες δημιουργίες αξεπέραστης ομορφιάς-
πηγαινοέρχονται.

-Μιαν άλλη εκδοχή ,φωνάζουν.
-Μιαν άλλη εξήγηση , δώστε.
Τίποτα περισσότερο.
Μέσα απ’ τα μάτια σας καθρεφτιζόμαστε εμείς
και μέσα απ’ τα δικά μας οι άλλοι.
Χωρίς αυτά η αλήθεια αιωρείται αινιγματική και ατελεύτητη
ανάμεσα σε πέλαγα και χέρια που ιδρώνουν.

Μόνο κάτι νούφαρα λευκά σε υδάτινο χαλί ριγμένα
με ενωμένα πέταλα σχεδόν σφιχταγκαλιασμένα
διαβάζουνε συλλαβιστά, μα εύηχα
σαν πολυφωνική ορχήστρα
όλες τις γλώσσες των θνητών και των αγγέλων
που κατεβαίνουνε τα βράδια μυστικά
τη σκάλα του ουρανού
ονόματα πολλά κι αμφίσημα
να θυμιατίσουν.

Μια λάμψη αναπάντεχη διάχυτη παντού
να καθρεφτίζει όλα όσα είσαι
και όσα έχεις ακόμη να μάθεις.
Κι η ερμηνεία ολότελα δική σου…

ΜΟΝΑΞΙΑ

Η μοναξιά είναι σιωπή ντυμένη με βιώματα και λέξεις.
Γοργά ξεθάβει θησαυρούς άλλοτε τους σκεπάζει
μα πιο πολύ τις σάρκες μας λαίμαργα κατατρώει εως να στάξουν.
Συχνά – πυκνά μονολογώντας γράφει ένα τραγούδι
με νότες ζόρικες – στακκάτες
δίχως παύσεις και κορώνες
για βασιλιάδες γυμνούς και ανόητους.
Η μοναξιά έχει φίλες της φευγάτες πεταλούδες
που δύσκολα ζυγιάζουνε μα ούτε επιστρέφουν
γιατί βαρέθηκαν να επιθυμούν
μα πιο πολύ να ορίζουν
αυτά που δε χαρίζονται και δεν αποτιμούνται.
Η μοναξιά είναι φωτιά που αναβοσβήνει κάθε Απρίλη
και μέσα από τις στάχτες της ανθίζουνε κλωνάρια.