Ο έρωτας

Απόβραδο, νύχτα του πυρετού, η φύση βούιξε στα σπλάχνα της,
Όπως βουίζει το κοκκινισμένο κάρβουνο που το σκεπάζει η στάχτη.
Τίποτα γύρω, μονάχα ένα καζάνι γεμάτο σκοτάδι στη φωτιά της αναμονής, κοχλάζει ορμές,
Μυρωδιές κατεβαίνουν απ’ το ιδρωμένο σίδερο,
Φέγγουν ένα άγγιγμα πλαγιαστό γεμάτο λαχτάρα στα μέτωπα τους.

Τα χείλια φιλήθηκαν καρτερικά στο σκοτάδι,
Κάτω απ τα αστέρια που μαρτυρούν,
Με ένα κουκούτσι λαχτάρα κολλημένο στα δόντια τους,
Και ροδισμένους ανθούς στις κοιλιές τους.

Ήταν μανιασμένα καράβια τα κορμιά τους,
Σκληρή πλώρη επάνω σε σιδερένια θάλασσα,
Λάβα επάνω σε πάγο,
Πάλευαν λυσσαλέα να σμίξουν κορμί με κορμί,
Γλώσσα μελίχρυση με χείλος βρεμένο.

Χέρια που βιάζονται να σκίσουν τον καρπό απ το κλαρί,
Να σπάσουν τη φυλλωσιά απ το ξύλο,
Να νιώσουν το χάϊδεμα της λεμονιάς να τους ξεραίνει τους λαιμούς πίσω απ τους θάμνους,
Εκεί όπου ετοίμαζαν να κόψουν τις σάρκες τους τσουρουφλισμένες με βία,
Στα μαχαίρια του ήλιου, ξαπλωμένοι στους βράχους και το αφρισμένο γαλάζιο
Που τους χαμογελούσε γυμνό.

Παλάμες που μέσα στις αυλακιές τους έσφιγγαν το χαλίκι,
Έσφιγγαν λίγο ύφασμα μουσκεμένο απ τα φιλιά,
Τσάκιζαν τους ανθούς με στόματα ολάνοιχτα δίχως προσοχή,
Ποτίζοντας τα γιασεμιά απ τα νότα τους.

Μάτια σφαλισμένα έκλειναν μέσα τους τις αχτίδες του πρωινού,
Και δέρματα που είχε ξεψαχνίσει η ζέστη κολλημένα στον γρανίτη,
Είχαν λιώσει τα ζουμιά τους,
Γλυκός πολτός, ξαναμμένος απ τον πόθο της φωτιάς,
Συγκινημένα απ τους όρκους που χάραζε η πέτρα,
Και το αίμα που κύλισε απ το σπασμένο νύχι της υπόσχεσης.

Λαβωματιές της σάρκας χώριζαν στα δυο αίμα και κρέας,
Όπως ανοίγει ο μίσχος του υάκινθου πληγωμένος.
Νερό δροσερό επάνω τους το φανάρι της τελευταίας ματιάς που τέντωσε το λιόγερμα,
Ήταν το βάλσαμο που ζεσταίνει τα κόκαλα και σταυρώνει τα στήθια.

Και το αλάτι της ακροθαλασσιάς μετά τις κουρασμένες γλώσσες,
Στην αγκαλιά της ανάπαυλας,
Εκείνης που αράζει τα κορμιά στην άμμο ξεψυχισμένα,
Κουλούριασε την μοιρασμένη ηδονή στα ράσα του έρωτα.
Η μάχη είχε τελειώσει…

Άλγος

Ασυντόνιστοι, περιμένουμε,
Πριν ο τελευταίος σπασμός της μέρας ακουστεί,
Το αίμα που κυλά απ’ τις χαραμάδες του ουρανού,

Να πιτσιλήσει τη δροσιά του στα πρόσωπα μας, στραφταλίζοντας,
Τα απομεινάρια του πρωινού, τις σκέψεις, την αγωνία,
Τους δείκτες των ρολογιών που χαράζουν το σώμα.

Μπροστά απ τον ήλιο, όπως το ξερό χορτάρι,
Λουσμένοι απ την κουφόβραση μιας αυγής αφόρητης,
Τεντώνουμε τα μέτωπα μας ψημένα απ τον πυρετό,
Μαζί με το στάχυ που κλαίει, την αγριάδα που μαραίνεται,
Το αυλάκι με την πέτρα, δίχως το νερό.

Η κραυγή του τζίτζικα, μετρημένη στα αυτιά μας,
Δεμένη με το θρόισμα της νύχτας,
Σιγογέρνει, στα πρόσωπα που έχουν ξεχάσει πια,
Το χρώμα, το σχήμα της ανάσας, τη σάρκα των κολλημένων χειλιών,
Τα βλέμματα και τα χαμόγελα των ερωτευμένων,
Όταν βυθίζαν τις καρδιές σε στήθια ξένα.

Απόμακροι τραγουδάμε με φωνές πρησμένες,
Μελωδία ασήμαντη, σκοπού νικημένου,
Τους ερχομούς των καταρτιών στις Μαρίνες,
Σαν ξεραμένα αγάλματα, με τις θηλιές των πλοίων,
Κουλουριασμένες σε δέρμα δίχως φλέβα,
Αναμένοντας τα κύματα του βραδινού,
Να μας πνίξουν ξανά στις φωνές των ανθρώπων που αγαπήσαμε.

Η βροχή

Τα σύννεφα μαζεύονται μπροστά μας, φέρνοντας τον θάνατο,
Κουβαλώντας την ανώνυμη βροχή που λιώνει τη σάρκα μέσα στο χορτάρι,
Μας κοιτάζουν κάθε απόγευμα, την ίδια ώρα,
Πρησμένοι λαιμοί, γεμάτοι κεραυνούς,
Κοφτερά παραγγέλματα που ξεχειλίζουν φωτιά.

Κάτω, τα χέρσα μας στόματα,
Απλωμένα μαζί με τα κλαριά απ’ τα καρύδια που σάπισαν,
Και τα γογγύλια που φιλοξενούν το σκουλήκι,
Δεν είναι πια τα λυχνάρια καμιάς ζωής,
Δεν είναι πια ο χυμός κανενός καρπού,
Δεν είναι πια τα ονόματα καμιάς πολιτείας.

Η βροχή σκληρή, σκληρότερη απ το χαλάζι,
Τροχισμένη στους θώρακες, σηκώνει λίγη σκόνη,
Στις μαραμένες σοδειές,
Εκεί που κανένας σκύλος δε τολμάει να σκάψει για κόκαλα,
Εκεί που κανένας σταυρός δε μπορεί να τρυπήσει την πέτρα.

Έρχεται και φεύγει, ξεκοκαλίζοντας τη γη,
Με αέρα παγερό, ξεχασμένο από θάλασσες βόρειες,
Στα μήκη που τα κύματα πνίγουν τους κατατρεγμένους.

Γλείφει το χώμα, φορτώνει με τη ρυτίδα το μάτι την ίδια ώρα,
Τυλίγει το δέρμα με το άρωμα με της λάσπης,
Πλαγιάζει δέρμα με δέρμα,
Κολλάει τα δόντια που ξύνουν τη φλούδα απ τη νιότη,
Στις ράχες των ανθρώπων με τις όρθιες παλάμες,
Και τα μπακιρένια ποτήρια διψασμένοι.

Περνάει και έρχεται, δυναμώνει και γλυκαίνει μαλακή,
Ξεραίνεται η γη,
Και πάλι τα ξυράφια της σέρνει στο χαλίκι.