ΑΝ ΕΝΙΩΣΑ ΣΤΙΓΜΕΣ ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟΥ, αυτό το οφείλω στην τέχνη. Κι όμως, τι ματαιοδοξία κι αυτή η τέχνη! Να θέλεις να δώσεις ανθρώπινη μορφή σε έναν πέτρινο όγκο, ή να απεικονίσεις την ψυχή με λέξεις, τα αισθήματα με ήχους και τη φύση πάνω σ’ ένα μουσαμά! […]

ΑΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ, ΕΝΩ ΗΜΟΥΝ ΑΠΟΡΡΟΦΗΜΕΝΟΣ, από έργα μεγαλοφυή, δεμένος μ’ εκείνες τις αλυσίδες, που σε κρατούν μαζί τους, στο ξαφνικό μουρμούρισμα κάποιων φωνών, στο κολακευτικό ουρλιαχτό, σ’ αυτό το βουητό το χαριτωμένο, αναζητούσα με ζήλο τη μοίρα αυτών των ισχυρών αντρών που έχουν τη δύναμη να χειρίζονται το πλήθος σαν θήραμα και που το κάνουν να κλαίει, να στενάζει, να ποδοκροτά μ’ ενθουσιασμό. Πόσο ανοιχτή πρέπει να είναι η καρδιά σ’ εκείνους που γοητεύουν τους ανθρώπους και πόσο τούτη η ικανότητα έχει νεκρωθεί στη δική μου φύση! Πεπεισμένος για την αδυναμία και τη στειρότητά μου, κυριευόμουν από ένα ζηλόφθονο μίσος, έλεγα στον εαυτό μου πως όλα τούτα δεν ήταν τίποτα, πως η μοίρα είχε επιβάλει αυτή την κατάσταση.

ΕΡΙΧΝΑ ΛΑΣΠΗ ΣΕ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΑΝΩΤΕΡΑ που τα φθονούσα. Αψηφούσα τον Θεό, μπορούσα να χλευάζω τους ανθρώπους το ίδιο καλά. Εντούτοις αυτή η ζοφερή διάθεση ήταν περαστική και ξανάνιωθα αληθινή ευχαρίστηση καθώς παρατηρούσα το πνεύμα να λάμπει μέσα στις αίθουσες τέχνης σαν ένα μεγάλο λουλούδι που ανοίγει τον ευωδιαστό του ρόδακα στον καλοκαιρινό ήλιο.

Η ΤΕΧΝΗ -Η ΤΕΧΝΗ… ΟΜΟΡΦΟ ΠΡΑΓΜΑ αυτή η ματαιοδοξία! Αν υπάρχει κάτι πάνω στη γη, κι ανάμεσα στα άυλα, μια πίστη που όλοι προσκυνούν, αν υπάρχει κάποια άγια δύναμη, κάτι αγνό και μεγαλειώδες, κάτι συναφές με την απεριόριστη επιθυμία για το άπειρο και το ασαφές που ονομάζεται ψυχή, αυτό είναι η τέχνη.

ΚΑΙ ΟΠΟΙΑ ΜΕΤΡΙΟΤΗΣ! ΜΙΑ ΠΕΤΡΑ-μια λέξη-ένας ήχος, να ο συνδυασμός όλων αυτών που αποκαλούμε μεγαλείο. Θα επιθυμούσα κάτι που να μην είχε χρεία έκφρασης ή μορφής. Καθαρό σαν ένα άρωμα, δυνατό όπως η πέτρα, ασύλληπτο σαν μια ωδή· κάτι που να τα συνδυάζει όλα αυτά και να μην είναι τίποτα από αυτά συνάμα.

ΟΛΑ ΣΤΗ ΦΥΣΗ ΜΟΥ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ περιορισμένα, στενά, αποτυχημένα. Ο άνθρωπος με το πνεύμα του και την τέχνη του δεν είναι παρά ένας δυστυχισμένος μίμος μιας άλλης ευγενέστερης πραγματικότητας. Επιθυμώ την ομορφιά του απείρου και δεν βρίσκω παρά μόνο την αμφιβολία.

 

`

*****************************************************************

Το χειρόγραφο των Αναμνήσεων ενός τρελού δόθηκε από τον Φλομπέρ στον Αλφρέ Λε Πουατεβέν στις 4 Ιανουαρίου 1839, ως δώρο Χριστουγέννων. Οι Αναμνήσεις ενός τρελού δεν αποτελούν μια επανάληψη – ταλαντούχα έστω – των θεμάτων και των σκέψεων που είχαν γαλουχήσει ως εκείνη τη στιγμή το έργο του Φλομπέρ. Σ’ αυτό το κείμενο βλέπουμε να αναδύεται ήδη ένας σημαντικός συγγραφέας. Στα θαλασσινά μπάνια, στα δεκαπέντε του χρόνια, ο αφηγητής συναντάει μια νέα γυναίκα την οποία ερωτεύεται. Το τέλος των διακοπών τους χωρίζει. Δύο χρόνια αργότερα, επιστρέφοντας στον τόπο συνάντησης, ο νεαρός άντρας καταλαβαίνει ότι τα αισθήματα που είχε νιώσει τότε δεν ήταν τίποτα σε σχέση με τον έρωτα και την επιθυμία που αισθάνεται τώρα, έτσι όπως έχουν ωριμάσει μέσα από την ανάμνηση. Τα σύντομα επεισόδια όπου ο αφηγητής δοκιμάζει την πρώτη του σεξουαλική εμπειρία στην αγκαλιά μιας εύκολης γυναίκας και οι ερωτικές περιπέτειες που ακολουθούν, παραπέμπουν πιθανότατα σε προσωπικές εμπειρίες που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη ζωή του Φλομπέρ. Ο συγγραφέας μας προειδοποιεί για τον κίνδυνο της απλουστευτικής εξομοίωσης του ήρωα με τον αφηγητή και μας προσκαλεί να αντιμετωπίσουμε από την αρχή τις «Αναμνήσεις» σαν ένα λογοτεχνικό είδος που θα πρέπει να τοποθετηθεί ανάμεσα στην αυτοβιογραφία και το μυθιστόρημα.
(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)