Καθώς χτυπούσε το κινητό του τηλέφωνο, αναγνώρισε αμέσως τον αριθμό στην οθόνη: ήταν το νούμερο του πατρικού του σπιτιού. Στο νου του, μες σε καύμα, επανήλθαν τα τελευταία λόγια που είχε ανταλλάξει με τον πατέρα του πριν είκοσι χρόνια. «Δεν ήσουν ποτέ δίπλα μου», του είχε πει, «δε με είχες ανάγκη, ήσουν δυνατός», είχε αποκριθεί ο πατέρας. Πατά το πλήκτρο της απάντησης. «Γεια σου, Γιώργο», λέει ο πατέρας, «είσαι καλά;». «Καλά είμαι», απαντά, «εσύ;». «Εγώ δεν είμαι καλά, παιδί μου, θέλω να σε δω». «Είσαι δυνατός εσύ, πατέρα, δε με έχεις ανάγκη», λέει με σταθερή φωνή ο Γιώργος.

Και κλείνει το τηλέφωνο.


*

Είχε έρθει η ώρα να γράψει το γιο του στο βρεφονηπιακό σταθμό. Όπως συζητούσε με τη νηπιαγωγό, φαντάστηκε το παιδί του μες σε είκοσι άλλα παιδιά, να κλαίει απελπισμένο που το φτύνουν, το δαγκώνουν και το χτυπούν. Σηκώθηκε με δάκρυα στα μάτια κι έκαμε να φύγει δίχως εξήγηση.

Του έλειπε αφόρητα η μάνα του.