Δεν ξέρω πώς ξεχωρίζουν οι άλλοι τους χοίρους. Εμένα μ’ οδηγεί η μυρωδιά. Είναι μυρωδιές που σε διώχνουν· άλλες που σου υπόσχονται μιαν ιδιαίτερη ώρα κάπου φυλαγμένη σαν έκπληξη όπως ένα κρυφό δωμάτιο. Άλλες σε προσκαλούν για άπλωμα και ευδαιμονία — οδαλίσκες μυρωδιές. Άλλες που σε ξυπνάνε, σου ζητούν δυνατή σκέψη, πτήσεις ή καταδύσεις του νου, κι άλλες, σπάνιες, που σε παίρνουν ολόκληρο και σε δέχονται να ‘σαι ό,τι είσαι χωρίς κανένα σχόλιο.

Μυρωδιές που δεν ζητάνε ανταλλάγματα χωρίς και να υπόσχονται τίποτα, δε σε σφίγγουν πάνω τους, δεν κολλάνε πάνω σου, ούτε σε σπρώχνουν έξω βίαια. Σε αφήνουν να κολυμπάς μέσα τους, όπως στην αιώνια θάλασσα μπορείς να στριφογυρνάς σαν τους ελεύθερους δείκτες ενός νοητού υδάτινου ρολογιού όπου η κίνησή σου θέτει και μεταθέτει με τους όγκους του νερού τις ώρες χωρίς τίποτα και ν’ αλλάζει δραματικά. Χωρίς τίποτα ν’ αλλάζει… Μόνο που σπάνια συμβαίνει.

 

Δεν είναι έτσι πάνω στη γη.

Το σπίτι των Π. για παράδειγμα μύριζε πολύ ωραία. Μύριζε ορεκτικά. Μύριζε σαν παλιό καλό μαγέρικο. Για να ‘μαι ειλικρινής, όπως φαντάζομαι ότι πρέπει να μύριζε ένα παλιό καλό μαγέρικο! Ένα δυο πάντως που πρόλαβα μύριζαν μ’ έναν απερίγραπτο εξαίσια ζεστό τρόπο.

Το ίδιο και το σπίτι των Π…. Η μυρωδιά του δεν ήταν φαγητίλας ωστόσο. Ήταν μυρωδιά από μπαχαρικά κυρίως: κανέλα, μοσχοκάρυδο μαζί με λεμόνι ή δυόσμο… Αλλά δεν ήταν τίποτα απ’ αυτά μόνο του και πάλι καθόλου «όλα μαζί», ένα μπέρδεμα δηλαδή από ανάκατες μυρωδιές.

Ίσα ίσα που ήταν μια ξεκάθαρη μυρωδιά σαν καλογραμμένο πρόσωπο, μ’ εύχυμες παρειές, γλυκές καμπύλες, εύσαρκο στόμα και σκιάσεις αναπαυτικές σαν αιώρα γύρω απ’ τα λακκάκια στο πηγούνι, στις άκρες των χειλιών ή τις αδιόρατες σοφές ρυτίδες, όπου μπορούσε κανείς να χωθεί και ν’ ανασάνει βαθιά μέσα στη ζέστη του λαιμού που έπαλλε…

Αυτά τα ευκρινή χαρακτηριστικά που ήταν ωραία γιατί ήσαν ευκρινή στις γραμμές τους, ανεπιτήδευτα καθαρά, ήσαν αποτυπωμένα πάνω στο κάθε τι σχεδόν στο σπίτι των Π.

Έτσι ήταν η υπόγκριζη μαντεμένια αυγουλωτή ξυλόσομπα στη γωνιά της. Και τα μπρούντζινα χερούλια της αστράφτανε χρυσά στα πορτάκια και στο συρταράκι της στάχτης.

Έτσι ήταν τα μπακιρένια σκεύη στη σκοτεινή κουζίνα στο βάθος πάνω στο ράφι τους, καθρεφτίζοντας το σκιερό ταβάνι στα πυρά τους μάγουλα που κρύβανε μύγδαλα, καρύδια, κάστανα, φουντούκια, ξερά σύκα, πρώτης ποιότητας.

Έτσι ήταν η ηλεκτρική κουζίνα απέναντι από την ξυλόσομπα (από τα πρώτα μοντέλα), με τα πιτσιλωτά εμαγέ και τα στεφάνια των ματιών της να λάμπουνε αψεγάδιαστα, και στη χύτρα το φαγητό κοχλάκιζε με άφθονες εύθυμες φουσκάλες και τα καρότα, τα κρεμμυδάκια, οι στρόγγυλες ντοματούλες διατηρούσαν το σχήμα και το χρώμα τους λες κι είχαν οι γυναίκες των Π. μια μαγική συνταγή να τα διατηρεί ακέραια σ’ ολόκληρη την αλχημεία του βρασμού.

Έτσι ήταν το κάθε τι μέσα στο σπίτι τους που το σχήμα του ήταν κι αυτό ένα ξεκάθαρο… Π! Το δωμάτιο με την ξυλόσομπα και την κουζίνα ήταν στο βάθος προχωρώντας μέσα στο Π από την πλακόστρωτη εσωτερική ορθογώνια αυλή με τις πόρτες ολόγυρα. Ήταν στην οροφή του Π — η στέγη του, ας πούμε. Και κει στο μακρόστενο δωμάτιο χωρούσαν (εκτός από την ξυλόσομπα και την ηλεκτρική), ένα ντιβανάκι, ένα μακρύ τραπέζι με καρέκλες, ένα δυο πολυθρόνες πάνινες. Υπήρχαν πόρτες προς κάθε κατεύθυνση εκτός από τον τοίχο που ακουμπούσε το ντιβανάκι κι έτσι, καθώς όλοι μαζεύονταν πάντα σ’ αυτό το δωμάτιο, γινόταν συνεχείς μετατοπίσεις, γιατί απ’ τις πόρτες μπαινόβγαιναν άνθρωποι κι όλο και κάποιος χτυπούσε την είσοδο λες και τον τραβούσε η μυρωδιά…

 

Το τραπέζι είχε πάντα έναν ωραίο, πολύχρωμο, ακριβό μουσαμά που λαμποκοπούσε κι ο γέροντας ο Θεοδόσης έκοβε προσεκτικά εκεί πάνω το ψωμί, ακουμπώντας το στο στήθος του, με τα φαρδιά γενναιόδωρά του δάχτυλα και τα πεντακάθαρα μισοφέγγαρα των νυχιών του, στις πιο μπόνες παλάμες που αντίκρισα ποτέ να φωνάζουν με τον τρόπο τους κεφάτα μια μοναδική εντολή:

«Δώσε! Δώσε, βρε Φιορίτσα μου!»

Και κείνη την ώρα είχα την ίδια πάντα σκηνή μπροστά μου: Στις όχθες της Λίμνης… Σαν να με κατηχούσε ο γερο-Θεοδόσης έργω για την αλήθεια του χιλιασμού των άρτων και… δεν είχα καμιάν αμφιβολία πως όσοι μα όσοι κι αν έρχονταν ο άγιος-Θοδοσάκης θα τα αύξαινε τα ψωμιά ίσαμε να χορτάσει ο πάσα ένας.

Τα άσπρα παχιά του μουστάκια λάμπανε· οι χοντρές του ρυτίδες λάμπανε πάλι, όπως και το καφέ κουστούμι έλαμπε, το καφέ του καπέλο με την άψογη τσάκιση έλαμπε… καθώς το έβγαζε να χαιρετήσει τις κυρίες στην έξοδο της εκκλησίας.

Το κοντό του ανάστημα ήταν αγαθό. Αγαθό, ήταν το κάθε τι πάνω του ίσαμε τα δάκρυά του που δεν μπόραγε να συγκρατήσει και τη βαθιά του μελαγχολία κάθε που αργούσε η Φιόρα του και σουρούπωνε· το τσάι σιγόβραζε πάνω στην ξυλόσομπα τραγουδιστά, απ’ το παράθυρο με τη σίτα μπαίνανε μακρουλές σκιές στο δωμάτιο. Στα μαυρόασπρα πλακάκια της αυλής με τις εκατό γλάστρες άρχιζαν τα ντέφια της βροχής σιγανά σιγανά «κι η Φιόρα ακόμα να φανεί…»

Ο Θοδοσάκης τότε θόλωνε.. Θόλωνε ολοένα σαν αναλυτό σύννεφο. Οι ρυτίδες του γέμιζαν δάκρυα ίσαμε ν’ ακουστεί η σιδερένια εξώθυρα και μονομιάς το ταρακούνημα σταμάταγε, η αγωνία πάει! Έβγαινε στο λιμάνι μ’ ολόγιομη πανσέληνο: τη Φιόρα! Ένα εβδομηντάχρονο μωρό — πάλι γελάγανε τα δόντια του, γέλαγε το κάθε τι πάνω του… Έτριβε χέρια, γόνατα δίπλα στην ξυλόσομπα:

«Φέρε μύγδαλα. Φέρε απ’ το καλό βούτυρο! Φέρε ψωμί και βουτήματα!»

«Αυτός ο άνθρωπος! Αυτός ο άνθρωπος…!» έλεγε θυμωμένα η Φιόρα που του είχε εξηγήσει, πριν φύγει, τι θα κάνει, πόσο θ’ αργήσει, πού θα βρίσκεται.

«Αυτός ο άνθρωπος μάτια μ’» — με τη νησιώτικη προφορά της.

«Μάθια μ’-μάθια μ’!» γέλαγε εκείνος: «Μάθια τα θέλεις μάθια μ’ ή ταραχτά π’λί μ’;», ξεκαρδισμένος με την ιστορία του ερωτευμένου συζύγου που ό,τι και να ‘λεγε της κυράς του, να για τ’ αυγά: πώς τα προτιμά, έπρεπε να βάλει σιρόπι στα λόγια του. Και το θυμόταν ευφραμένος τώρα που ήταν πάλι πίσω. Πάλι εδώ — σίγουρα! Την έβλεπε, την κράταγε. Κανείς κίνδυνος.

— Από πότε ορφανέψατε;

— Από πάντα.

— Από πόσο χρονώ δουλεύατε;

— Από πάντα.

— Από πάντα;

— Ναι. Με τους χαμάληδες στην Πόλη, στο λιμάνι. Χαμάλης. Μετά πορτιέρης στο Pera Palace, στου Κυρίου. Μετά υπηρέτης στου Κυρίου. Μ’ έφερε μαζί του.

— Και την κυρία-Φιορίτσα;

— Εκεί, στου Κυρίου ήρθε κι αυτή, απ’ το νησί της, (αναστενάζει μ’ ανακούφιση. Λάμπει ολόκληρος πάλι!) όταν ο Κύριος εγκαταστάθηκε εδώ. Γυαλίζαμε μαζί τα πατώματα. Τεράστια δωμάτια. Μετά την πήρε η Κυρία όταν αρρώστησε να τη φροντίζει. Προσωπική της καμαριέρα. Μας εκτιμήσανε…

Κι αλήθεια ο Κύριός τους, έμοιαζε να μην τους ξεχνά που γεράσανε καλά καλά, και τους άφησε να φύγουν. Πρώτα εκείνος. Αργότερα η Φιόρα. Κι όλο στο στόμα τους βρισκόταν το Σπίτι, ο Κύριος, η Κυρία (κι ας μην τους υπηρετούσαν εδώ και κάμποσα χρόνια)· η αρρώστια της καημένης της Κυρίας που δεν έβγαινε απ’ το δωμάτιό της ποτέ, από το βομβαρδισμό του Πειραιά που τρόμαξε κι έπαθε…

Ποτέ δεν κρίνανε. Δεν έβγαινε πικρός λόγος απ’ τα χείλη τους, σα να μη σκέφτονταν. Να μη μπορούσαν να σκεφτούν τίποτα. Ο Κύριος και η Κυρία ήταν κάτι σα μεγάλοι Θεοί. Μεγάλα αγάλματα θεών που στέκονταν πάνω απ’ το σπίτι τους, πάνω απ’ τη ζωή τους, πάνω απ’ το κάθε τι και κει σταματούσε η ικανότητά τους να παραπονεθούν, ή ν’ απαιτήσουν, να σχολιάσουν, να κάνουν την πιο απλή κρίση, να πλησιάσουν με τη σκέψη καν τα Γιγάντια Αρχαϊκά Αγάλματα του Κυρίου και της Κυρίας.

 

Μια Πρωτοχρονιά το μεσημέρι, φτιάξανε Ρώσικη Σαλάτα. Την πρώτη Ρώσικη που είδα, μύρισα και γεύτηκα στη ζωή μου. Στολίσανε τη σαλατιέρα, όπου τη σερβίρανε, με μικροσκοπικά φετάκια καρότα, λεμόνι, κάπαρες, μαϊντανό.

Είχε ένα ωραίο κίτρινο χρώμα… Ένα σερβίρισμα για «τραπέζι». Φτιάξανε ροζμπιφ και στολίσανε την πιατέλα όπως έπρεπε, «για τραπέζι»: οι φέτες είχαν από ένα μαύρο γαριφαλάκι· η σάλτσα πιπέριζε ελαφρά. Φτιάξανε κοτόπουλο με πιλάφι a la Milaneza, ίσως όπως ακριβώς θα το ήθελε η Κυρία. Είχανε γλυκό Σαμιώτικο σε μια κρυστάλλινη καράφα, στο χρώμα του ήλεκτρου.

Το ίδιο απόγευμα με ρώτησαν αν θέλω το μικρό ρολογάκι. Ήταν μια καρφίτσα για το πέτο. Τόσο δα! Με μια φουντίτσα γούνινη στην άκρη δυο μικρών κορδονιών που το συγκρατούσαν. Ολόγυρά του είχε μια γραμμούλα χρυσή σαν κορνίζα. Ένα ψεύτικο (ή αληθινό;…) ρολογάκι. Μπορεί να ‘ταν σταλμένο απ’ την Κυρία που τα ωραία της πράγματα δεν την ενδιέφεραν, τα χάριζε στους πιστούς της υπηρέτες, σ’ άλλους…

Με ρώτησαν τρεις φορές. Το ήθελα παρά πολύ. Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου πως μου το χαρίζανε τώρα εμένα. Η καρδιά μου χτύπαγε να σπάσει. Δεν το είχα δει από κοντά, δεν το είχα αγγίξει ποτέ αλλά μου άρεσε, πώς μου άρεσε! Σα να έπιανα από μακριά, από την εταζέρα που ήταν ακουμπισμένο όρθιο, τη μυρωδιά του: Επιθυμητή!

Είπα και τις τρεις φορές «Όχι» κατακόκκινη. Ανεξήγητα βέβαιη πως δεν είχα το δικαίωμα να δείξω πόσο πολύ το λαχταρούσα.

Σαν να είδα τον εαυτό μου απ’ έξω. Να βγήκα και να τον παρακολουθούσα: Είδα τα χέρια μου ν’ απλώνονται, είδα την πίεση μέσα στα νεύρα μου, την πρόκληση της κίνησης για άπλωμα, για να το πάρω! Μιαν ασταμάτητη ορμή για κίνηση… κι άκουσα το στόμα μου τρεις ολόκληρες φορές να λέει:

«Όχι, ευχαριστώ»!

Ανεξήγητα, παράλογα να λέει:

«Όχι, ευχαριστώ»! Κόβοντας την κίνηση και την ορμή όπως το μαχαίρι μ’ ένα γύψινο εκμαγείο. Λες κάτι υπαγόρευε την άρνηση. Λες κι «είχα εγώ πολλά» ή «ένα καλό παιδί δεν παίρνει ό,τι του δίνουν». Ένα σεμνό παιδί λέει ευγενικά:

«Όχι, ευχαριστώ».

Εκείνο το απόγευμα είχε έρθει κι ένα άλλο κορίτσι ή αγόρι.

— Ε τότε, είπανε. Θα το δώσουμε στον…, στην…. που μπορεί να το θέλει. Όταν φύγει. Θα το πάρει.

Τότε κατάλαβα ότι το είχα χάσει

Έμεινε εκεί ως το βράδυ στην εταζέρα του τοίχου.

Το κοίταζα κλεφτά όλη την ώρα. Μπορεί να το ξέχναγαν άραγε:…Χαμογελούσα ζαβά, αφηρημένα. Έλεγα: Τώρα θ’ ακούσω τον εαυτό μου να λέει την αλήθεια. Να βγάλει μια κραυγή!

Αλλά δεν έκανα τίποτα και δε θυμάμαι τίποτ’ άλλο.

Κι όλη την ώρα το σπίτι μοοχοβόλαγε ζεστά…