Εισαγωγή από την 1η του όπερα, τον «Πρωτομάστορα», βασισμένη στον μύθο του Γιοφυριού της Άρτας και του ομώνυμου δράματος του Νίκου Καζαντζάκη. Διέυθυνση: Έμιν Χατσατουριάν Κρατική Ορχήστρα Κινηματογραφίας της ΕΣΣΔ 1990

`

Ο ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑΣ δεν είναι όπερα, όπως ο κόσμος συνήθισε να λέγει κοινά το μουσικό δράμα. Δεν έρχεται να παρουσιάσει διάφορα κομμάτια μουσικά δεμένα όπως-όπως μεταξύ τους με μιαν υπόθεση, όπου παίξουνε μέρος μεγάλο οι φανταχτερές στολές. Κάθε άλλο. Θέλει, με όλα τα εκφραστικά μέσα που η μουσική τέχνη έχει στην υποταγή της. να δυναμώσει την τραγικήν εντύπωσιν που γεννιέται από το δράμα. Και η μουσική του έχει την φιλοδοξία να δείξει, όχι τόσο και μόνο, το ελληνικό χρώμα παρά την ψυχήν την ελληνική. Γιατί ο μουσικός του Πρωτομάστορα προσπάθησε να μη σταματήσει μόνο στις μελωδίες του λαού, στα ελληνικά θέματα, παρά πριν απ’ όλα να δημιουργήσει νέα θέματα δικά του και δικές του μελωδίες, ελληνικά όμως πάντοτε και με χαρακτήρα ελληνικό. Διάλεξε ο μουσικός την’ τραγωδία του «Πρωτομάστορα», μια λεύτερη δημιουργία θεμελιωμένη απάνω σε γνώριμο δημοτικό θρύλο, γιατί πιστεύει πως ο θρύλος μονάχα, ο μύθος της αρχαίας τραγωδίας, καλοδέχεται, και τη ζητάει μάλιστα, την επεξεργασία της μουσικής, τη μουσική ατμόσφαιρα. Σε τέτοια ατμόσφαιρα ίσα-ίσα ο κόσμος του θρύλου, ο φανταστικός ζει πιο άνετα και πιο έντονα την παραμυθένια του ζωή. Βαγνερική βέβαια θεωρία. Γιατί λοιπόν να μην σημειωθεί εδώ πως και σ’ αυτή, όσο και στο μεταχείρισμα του Leit-Motiv, του εξαγγελτικού μοτίβου. βαγνερίζει ο «Πρωτομάστορας»; Αυτό σημαίνει απλούστατα πως παραδέχεται τη γενική πρόοδο και την εξέλιξη της μουσική δραματικής τέχνης, όπως την έχουνε παραδεχτεί όλοι του κόσμου οι μουσικοί, όσοι θελήσανε ν’ αναστήσουνε το τραγικό πάθος, σφιχτοδένοντας δράμα και μουσική σ’ ένα σύνολο αρμονικό. Όμως άλλο να παραδεχτείς μια θεωρία, και άλλο πώς θα την εμφανίσεις καλλιτεχνικά, χωρίς να γλιστρήσεις στην άψυχην καταγραφή. Ο νεώτερος μουσικοσυνθέτης τότε παρουσιάζεται άξιος οπαδός της ιδέας, όταν’ την αφομοιώνει με την δική του αισθητική, με τη δική του την ψυχή, με τον δικό του τον εθνισμό. Έτσι και το ελληνικό μουσικό δράμα. Μαζί με τον ελληνικό χαραχτήρα της δημιουργίας του, πρέπει να φωτολάμπει και ένας εντονότερος μελωδικός φωσφορισμός, μια διαύγεια μουσική ταιριαστή με τον ελληνικόν ουρανό, την ελληνική ζωή, την ελληνική παράδοση την καλλιτεχνική. Αυτό Θέλησε ο συνθέτης του Πρωτομάστορα. Αν, και πόσο το κατόρθωσε, θα το δείξει ο χρόνος, ο αλάθευτος κριτής κάθε της τέχνη έργου. Πριν κλείσω το μικρό τούτο σημείωμα, χρέος μου είναι να ειπώ τα θερμά μου ευχαριστώ προς τους φίλους μου – τη Μυρτιώτισσα,και τους Ν. Ποριώτη και Γ. Στεφόπουλο για την πρόθυμή τους επικουρία στη στιχουργική διασκευή της τραγωδίας. Τον κ. Ψάχο για τα δυο δημοτικά τραγούδια με θέμα το Γιοφύρι της Άρτας, που είχε την καλοσύνη να μου ανακοινώσει. Και τον Σπύρο Θεοδωρόπουλο για το μανιάτικο μοιρολόγι που μου τραγούδησε -μοιρολόγι που η αρχή του έγινε η βάση του μοιρολογιού του Τραγουδιστή στο Γ’ Μέρος.

Μανώλης Καλομοίρης, 1916