ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ

`

Είναι η υπέρτατη κατοικία μου,

απ’ όπου δεν υπάρχει επιστροφή.

Κρίσνα, από τη Μπαγκαβάτ Γκιτά

`

Σαν τη μάνα που κρατιέται απ’ τα κλαριά του ποταμού

Από φόβο κι από φως της πρωταρχής

Σαν άλογο σκελετωμένο

Που ακτινοβολεί λυκόφως

Μέσ’ απ’ τα πυκνά κλαδιά δέντρων και δέντρων αγωνίας

Με το μονοπάτι των θαλασσινών αστέρων όλο ήλιο

Η εκθαμβωτική σωρεία

Χαμένων ημερομηνιών μες στην απόλυτη

του παρελθόντος νύχτα

Σαν αγκομαχητό αιώνιο σαν βγεις στη νύχτα έξω

Στον άνεμο ήμεροι πια περνούν οι αγριόχοιροι

Οι ύαινες χορτάτες θηράματα

Διχαλωτό στο βάθος το θέαμα δείχνει

Ματωμένες όψεις εκλείψεων σελήνης

Φλεγόμενο το σώμα φλεγόμενο δονείται

Στον δρόμο του χρόνου στον χρόνο

Χωρίς καν περιθώρια εναλλαγών

Καθώς αιώνιο είναι ό,τι είναι ακίνητο

Και όλες οι εκσφενδονισμένες πέτρες

Στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και των ανέμων

Γυρνάνε πίσω σαν πουλιά μοναδικά και ασύγκριτα

Καταβροχθίζοντας λίμνες και λίμνες

γκρεμισμένων χρόνων

Απύθμενους ιστούς αράχνης

Από πεσμένα ξύλινα χρόνια και ζαμάνια

Κοιλότητες οξειδωμένες

Μες στην πυραμιδοειδή σιωπή

Λάμψεις εκεί θνησιγενείς που

ανοιγοκλείνουνε τα βλέφαρα

Για να μου πουν ότι είμαι ακόμα ζωντανός

Και ανταποκρίνομαι με κάθε του κορμιού μου πόρο

Στα καθήκοντά μου

Εν ονόματι του ονόματός σου ω Ποίηση

 

`

*

 

 

ΠΙΑΝΟ ΜΕ ΟΥΡΑ

Στον Αντρέα Μπρετόν

Σαν πιάνο με ουρά αλόγου με κόκκυγα σπονδυλικής στήλης

με αλογοουρά κομητών αστέρων

Πάνω στο μακάβριο στερέωμα

Βαρύ πια από τις θρομβώσεις του αίματος

Στροβιλίζοντας σύννεφα ουράνια τόξα φάλαγγες πλανητών

και πετεινών τ’ ουρανού βλέμματα

Το ανέσπερο ανεξίτηλο πυρ προχωράει

Τα κυπαρίσσια καίνε τους τίγρεις τούς πλανήτες και τα κτήνη

τα ευγενή πυρακτούνται

Η μέριμνα της ροδαυγής εγκαταλείφθηκε ήδη δια παντός

Και η νύχτα ανθοβολεί στης ρημαγμένης γης το χώμα

Η περιοχή των θησαυρών φυλάττει εσαεί τ’ όνομά σου

 

 `

*

ΜΑΥΡΗ ΜΕΛΙΣΣΑ 

Ψάξε μάλλον κατά τον κύκνο

Και οι διασταυρούμενοι θυρεοί είναι σπάθες

Ένα στιλέτο σαν προσκέφαλο

Ένα αιώνιο δάκρυ πάνω στο μέτωπο

Από κάτω ο επάνω όροφος σάπιος ή και χτενισμένος

Η σιωπή ανάμεσα στα άνθη που πλάθουν σημεία

Κατά το ηλιοβασίλεμα

Ένα θαλασσοπούλι να πέφτει σε κάποια λίμνη

Κατά τη διεύθυνση του νήματος της στάθμης

Ο πύργος και οι αυλές του έρωτα

Η θάλασσα εισβάλλουσα με αφρούς στα χείλη

Ο κανονικός ορίζοντας μιάς ζωής κάτω από τη λάμπα

Με σβηστά όλα τα φώτα είναι δυνατόν

Ν’ ακούς το νυχτοπούλι να θρηνολογεί

Μέσα στ’ αφτί σου