`

Η «Κυρία με τη στρυχνίνη» (1967) βασίζεται στην καταγραφή των ονείρων του συνθέτη και στην ψυχολογία του Καρλ Γιουνγκ, αποτελώντας μια σκηνική ενότητα στην οποία ηθοποιοί και μουσικοί εμπλέκουν το κοινό σε μια συναρπαστική, αλλά συνάμα αινιγματική, συν-δημιουργία. Η «Κυρία με τη στρυχνίνη» παρουσιάστηκε πρώτη φορά στο αθηναϊκό κοινό λίγες μέρες πριν από το πραξικόπημα του 1967. Η ηχογράφηση που έχει διασωθεί από τη βραδιά εκείνη στο Χίλτον, όπου λάμβανε χώρα ένα από τα σημαντικότερα καλλιτεχνικά γεγονότα της εποχής, η Εβδομάδα Σύγχρονης Μουσικής, είναι ενδεικτική της έκπληξης που προκάλεσε στο κοινό το εξαιρετικά ρηξικέλευθο αυτό έργο. Έκτοτε, το εκπληκτικό αυτό έργο παίχθηκε ελάχιστες φορές.

 

`

Η δημιουργία του έργου έχει να κάνει με διάφορους εξωμουσικούς παράγοντες που αφορούν στις ενασχολήσεις του συνθέτη με τα πεδία της ψυχολογίας, του αποκρυφισμού κλπ. Όλα αυτά ζυμώνονται καλά με τη διαμεσολάβηση των σκέψεων και των πεποιθήσεων του συνθέτη και οδηγούν στη γέννηση του έργου. Πρόκειται για μια διαδικασία που εξελίσσεται επί σειρά ετών και εκπορεύεται από τρεις διακριτές πηγές έμπνευσης (Sakallierow and Kyriakos 2008).
Η πρώτη πηγή έμπνευσης έχει να κάνει με ένα όνειρο του συνθέτη. Εκεί βλέπει μια ανώνυμη αγγελία η οποία αναφέρεται σε μια κυρία που παρέχει στρυχνίνη και ασυνήθιστες εμπειρίες. Κανονίζει συνάντηση μαζί της μόνο και μόνο για να βρεθεί σε ένα «απρόσωπο» ξενοδοχείο στη μέση ενός πλήθους ανθρώπων.

Η δεύτερη πηγή έμπνευσης αφορά σε ένα απόσπασμα από το βιβλίο Ψυχολογία και Αλχημεία του Γιουνγκ. Στο εν λόγω απόσπασμα, η Beya αγκαλιάζει το γιο της Gabricius με τόση αγάπη μέχρι που τον απορροφά εντελώς στη μήτρα της. Και οι δύο ενώνονται για να διαμορφώσουν ένα νέο πλάσμα. Σύμφωνα με τν Γιουνγκ, αυτή η
παράξενη ένωση είναι μια εξ’ ολοκλήρου συμβολική αιμομιξία του συνειδητού με τη κάθοδό του στο ασυνείδητο (Sakallieros & Kyriakos 2008). Στο έργο ακούγεται και το λατινικό κείμενο από τους ηθοποιούς σε διάφορες φάσεις, είτε ως κείμενο ειπωμένο κάθε φορά σε διαφορετικές ταχύτητες, είτε ως «σκόρπιες » λέξεις.

Η τρίτη πηγή έμπνευσης αφορά στην περίπλοκη και οδυνηρή σχέση του συνθέτη με τη μητέρα του. Ο Λεωτσάκος (2000) περιγράφει τη μητέρα του συνθέτη ως «προβληματικότατη προσωπικότητα» και λέει πως η έκθεσή του στις εκρήξεις βιαιότητάς της οδήγησαν το συνθέτη στη σύλληψη της έννοιας της μεταπράξεως. Ακόμα, αναγνωρίζει τη «μεγάλη μεσογειακή θεά» στο πρόσωπο της κυρίας με τη στρυχνίνη.

 

Όποιες και να είναι οι πηγές έμπνευσης, το μόνο σίγουρο είναι πως το κλειδί του έργου, η σολίστ βιόλας, αναπαριστά την κυρία με τη στρυχνίνη. Ο συνθέτης την τοποθετεί στο κέντρο της σκηνής αν και αυτή μένει απαθής μπροστά στα μουσικά και παρα-μουσικά γεγονότα που εκτελούνται από τους μουσικούς, τους ηθοποιούς και το μαέστρο. Σύμφωνα με τον Ανωγειανάκη, είναι σαν να «βυθίζεται σε μια παράξενη σιωπή» (Sakallieros & Kyriakos 2008: 2).

Η Κυρία με τη Στρυχνίνη αρχίζει με μια ανακοίνωση που απευθύνεται στο ακροατήριο από τον πρώτο ηθοποιό, ο οποίος λέει πως η παράσταση δεν θα πραγματοποιηθεί για τεχνικούς λόγους. Στη θέση του προγραμματισμένου έργου θα παιχτεί ένα άλλο του ίδιου συνθέτη. Πριν προλάβει να επισημάνει τις λεπτομέρειες της αντικατάστασης, μια ηθοποιός που κάθεται ανάμεσα στο κοινό διαμαρτύρεται σθεναρά. Το ενδεχόμενο αυθεντικής διαμαρτυρίας από κάποιον ακροατή έχει προβλεφθεί από το συνθέτη και χαρακτηρίζεται, όπως και άλλες παρόμοιες πιθανότητες, ως εναλλακτικά σενάρια, για τα οποία ο μαέστρος και οι εκτελεστές είναι ήδη προετοιμασμένοι. Στη
συνέχεια του έργου δύο άλλοι ηθοποιοί εμφανίζονται στη σκηνή και εκτελούν μια σειρά αργών τελετουργικών κινήσεων, συμπεριλαμβανομένης και της τοποθέτησης ενός κόκκινου πανιού στη μέση της σκηνής. Η αρχή του Η Κυρία με τη Στρυχνίνη επιδέχεται πολλών πιθανών καταλήξεων ανάλογα με τον τρόπο πρόσληψης του έργου
από το εκάστοτε κοινό. Όπως αναφέρουν οι Sakallieros & Kyriakos (2008), αυτή η ένωση εκτελεστών και ακροατηρίου θυμίζει τα σκηνικά έργα του Cage. Επίσης, μπορεί να συσχετισθεί με τις καλλιτεχνικές τάσεις των κομματιών Fluxus και των happenings της διεθνούς μουσικής πρωτοπορίας της εποχής.

 Μαρία Γεροσίμου, Από τη Διπλωματική της εργασία «ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΡΗΣΤΟΥ: Η ΚΥΡΙΑ ΜΕ ΤΗ ΣΤΡΥΧΝΙΝΗ», Θεσσαλονίκη, 2009