Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης πυρκαγιάς η οποία τραυμάτισε βαριά την Παναγία των Παρισίων, ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμμανουέλ Μακρόν, απήυθυνε ανοικτή πρόσκληση «στα μεγαλύτερα ταλέντα» εντός και «πολύ πέραν των συνόρων μας» ώστε να συνδράμουν στην ανοικοδόμησή της. Σαν να άκουσα τότε να αναπηδά από τους στίχους, εκείνος ο εργάτης που διαβάζει, στα 1935 -στο ομώνυμο ποίημα του Μπρεχτ– και με όλη τη δύναμη που έχει απομείνει στα σκονισμένα του πνευμόνια να ξαναρωτά κραυγάζοντας: «Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη; / Στα βιβλία δεν βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα./ Οι βασιλιάδες κουβάλησαν τ’ αγκωνάρια; / Και τη χιλιοκαταστραμμένη Βαβυλώνα/ ποιος την ξανάχτισε τόσες φορές;». Είχε και πάλι δίκιο. Αλλά ποιος τον ακούει;

Ο φιλελευθερισμός συνεχίζει να αγωνιά για τα ταλέντα και η Ιστορία για τους επωνύμους και τα θαύματά τους.  Όπως για αυτό, το «όγδοο θαύμα του κόσμου», όπως βιάστηκε τότε, στα 1931, να χαρακτηρίσει ο αμερικανικός Τύπος το Empire State Building, ο υψηλότερος ουρανοξύστης του κόσμου, τουλάχιστον για σαράντα χρόνια.  Μέσα σε έναν μόλις χρόνο και σαράντα πέντε μέρες, έστεκε αγέρωχο, στα 1.250 πόδια, στον ουρανό της Νέας Υόρκης, στη διασταύρωση της 5ης Λεωφόρου, νο. 350, και της 34ης δυτικής οδού. Μόνο που για να φτάσει εκεί ψηλά, χρειάστηκαν και χέρια. Πολλά χέρια. Τρεις χιλιάδες και πλέον εργάτες δούλευαν καθημερινά στο εργοτάξιο ψηλώνοντας ολοένα και περισσότερο το κτήριο, ώστε να απομακρυνθεί τάχιστα από το κραχ του 1929…Ένα νέο αμερικανικό όνειρο ορθωνόταν προσπαθώντας να ξορκίσει με 10 εκατομμύρια τούβλα, 200.000 κυβικά μέτρα πέτρας  και 27 μίλια γραμμών σιδηροδρόμου τα εκατομμύρια των χρηματιστηριακών μετοχών που βουτούσαν σε αχαρτογράφητα νερά.  Και όσο αυτό απογειωνόταν, τόσο οι μεταλλεργάτες χαλυβουργοί αιωρούνταν σε μεγαλύτερο κενό παίζοντας με τον θάνατο. Αλλά και με τον φακό των φωτογράφων.

Η ποιητική της εικόνας που διασώθηκε, αριθμεί δεκάδες λήψεις οι οποίες στην εποχή των drones και του Photoshop φαντάζουν μυθικές ή οφθαλμαπάτες. Είναι όμως πέρα ως πέρα αληθινές. Όπως και ο τρόμος των χιλιάδων αυτών εργατών, όχι τόσο για τον κίνδυνο στον οποίο έθεταν τη σωματική τους ακεραιότητα –έχει ειπωθεί άλλωστε ότι «το χτίσιμο των ουρανοξύστων είναι εν καιρώ ειρήνης ό, τι πιο κοντινό στον πόλεμο» υπολογίζοντας  ένα θάνατο για κάθε εκατομμύριο της επένδυσης- αλλά για το «μετά». Ποιο μετά; Αυτό που ήρθε έπειτα από την ανοικοδόμηση του Empire, όταν το 25% των εργατών έμεινε άνεργο, καθώς κάθε οικοδομική δραστηριότητα, ειδικά ψηλών κτηρίων, σταμάτησε σχεδόν ολοκληρωτικά.

Ο σιδεράς της φωτογραφίας κάθεται στο χείλος της σκαλωσιάς προσηλωμένος στον μόχθο του, «συναρμόττων  πειθοῖ τε καὶ ἀνάγκῃ», όπως έλεγε και ο Σωκράτης στην πλατωνική «Πολιτεία», όχι όμως τους πολίτες, αλλά τις μεγάλες βίδες. Η σοβαρότητα και νηφαλιότητα του προσώπου του, το σμίξιμο των φρυδιών, η σταθερότητα της κίνησής του και το μεσόκοπο της ηλικίας του, με παρέπεμψαν, από την πρώτη στιγμή που αντίκρισα τη φωτογραφία, στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη κι ας έχει ο τελευταίος τα χέρια του πλεγμένα, όπως τον απαθανάτισε ο Παύλος Νιρβάνας στη Δεξαμενή. Χειρώνακτες και οι δυο, με το βλέμμα χαμηλά και την τέχνη τους στα ουράνια. Συγγενείς στο καθήκον. Κοσμοκαλόγεροι. Γιατί, αντίθετα με δεκάδες παρεμφερείς φωτογραφίες εργαζομένων στο Empire, την περίοδο της κατασκευής του, αυτός ο εργάτης δεν ηρωοποιείται κάνοντας μια περίτεχνη και επικίνδυνη πράξη στο πλαίσιο των καθηκόντων του. Είναι απολύτως γήινος και ας βρίσκεται τόσες χιλιάδες πόδια πάνω από τη γη. Κυρίως όμως φαντάζει απόλυτα μοναχικός. Δεν ξέρω τι ήχους ακούει στον αέρα και πόσοι ήχοι από το «Μεγάλο Μήλο» φτάνουν στα αυτιά του. Του έχει, άλλωστε, γυρισμένη την πλάτη. Νιώθω ότι αφουγκράζεται μόνο τους ήχους του εργαλείου του, όπως ο συγγραφέας ακούει τον χτύπο των κουμπιών της γραφομηχανής, αδιαφορώντας για το πού βρίσκεται και τι ώρα είναι. «Και μες στην τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ’ την δούλεψή της» έγραφε μια δεκαπενταετία πριν από αυτόν ο Καβάφης και θα μπορούσε να τον συμπεριλάβει. Όπως και κάθε αφανή που αιμοδότησε με την μυρμηγκιού-αφάνειά του τη πεταλούδα-φήμη των άλλων.

Για την ιστορία, στο «εικονοστάσι των ανωνύμων αγίων» προστίθενται και  τα δημιουργήματα, όχι μόνο οι δημιουργοί. Για να χτιστεί το Empire State Building θυσιάστηκε το ξενοδοχείο-κόσμημα «Waldorf – Astoria», το οποίο είχε ανεγερθεί το 1893, και ήταν το πρώτο που παρείχε ηλεκτρισμό σε όλους τους χώρους του, ξεχωριστές τουαλέτες σε κάθε δωμάτιο, ενώ φημιζόταν και για την κουζίνα του. Στην αίθουσα δε, χορού, τέσσερις ημέρες μετά το ναυάγιο του Τιτανικού, το 1912, συγκεντρώθηκαν  οι γερουσιαστές των Ηνωμένων Πολιτειών για να ακούσουν μαρτυρίες από τους επιζώντες…

 

 

  • Πρώτη δημοσίευση: εφ. «ΤΑ ΝΕΑ», 01/06/19, «Μια φωτογραφία πολλές ιστορίες» (επιμ. Θανάσης Νιάρχος)