Διαίρεση

(ξέρεις καλά πως δεν είμαι καλός στις προσθέσεις
είναι κι αυτή η διαίρεση
το δια που με συνταράσσει
τα σώματα διχοτομώντας

Γιάννης Αντιόχου, Διάλυσις)

Γεννήθηκα τη στιγμή που χάραζε
η ρωγμή στον καθρέφτη

Ακριβώς τη στιγμή που το γυαλί
έσχιζε τα χείλη μου

Μεγαλώναμε μαζί σε πορεία κοινή
μέχρι τον θρυμματισμό

Τώρα προσθέτω
όσα είδωλα απέμειναν
από τούτη διαίρεση

Κι έρμαιο αφήνω
το πρώτο μου άθροισμα
στην πρωτόγονη επιθυμία
ενός πολλαπλασιασμού.

Ανθοδέσμες στο μάρμαρο

(Τώρα πια δεν ξέρω αν σ’ επισκέπτομαι εγώ
ή αν έρχεσαι εσύ σ’ εμένα
Με μπερδεύει βλέπεις που πυκνώνουν παράλληλα
οι ανθοδέσμες στο μάρμαρο και η σιωπή στο σκοτάδι

Κώστας Μαυρακάκης, Ο μέσα χρόνος)

Πόσο θα ήθελα ν αφήσω
ανθοδέσμες στο μάρμαρο
της κούνιας σου,
δίπλα στα παιχνίδια
και τ αφόρετα ρούχα
που δεν αγόρασα ποτέ

Ένιωσα ότι υπήρξες
μέσα στο ποτάμι
από το αίμα μου
Αν μπορώ, ζητώ
ετεροχρονισμένα
συγνώμη

Λυπήσου
αν όχι εμένα
τις κούκλες που δεν έπαιξαν
μαζί σου

Η γιορτή του χρόνου
(Ο ξένος)

Ξέγνοιαστη η θάλασσα
μέσα από τα γυαλιά του ηλίου

Φουλάρι της μνήμης και
παπούτσια της ανεξαρτησίας

Μέλλον κρυμμένο σε καθρέφτη
– θρυμματισμένο από είδωλα –

Επτά χρόνια άργησε ο χειμώνας
να φέρει καλοκαίρι

Τα παπούτσια των άλλων 2

Αληθινό είναι μόνο
ένα ζευγάρι παπούτσια
μου είχε πει κάποτε
καπνίζοντας καθώς
κοίταζε το τακούνι
όπως έχασκε
μετέωρο και κουρασμένο
από τα βήματα μου

Φτιάχνεται;
Τον είχα ρωτήσει γεμάτη
αυθεντική αλαζονεία
για όλα όσα
κόκκινα λουστρίνια
βούτηξα σε λάσπες
μα ανενδοίαστα συμφώνησα
να μείνουν χαλασμένα

Σιωπηλά το κράτησε
– μεράκι κέρασε –
όσο με τα χέρια άκουγε
κουβέντες της σκόνης
γι αυτά που από χρόνια
σκέπαζε για μένα

Θα κάνω ό,τι μπορώ
είπε με όλη του την τέχνη
ώστε ακόμα να πιστεύω
πως οτιδήποτε γκρεμίζω
θα μπορώ πάντα
να το επισκευάζω