Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΜΕ ΑΛΛΑ ΜΑΤΙΑ

Να πλεύσουμε με ούριους ανέμους.
Χωρίς να χρειαστεί να θυσιάσουμε την Ιφιγένειά μας.
Χωρίς να πολεμήσουμε για καμιάν Ελένη.
Να τριγυρνάμε στους καιρούς και να ταίζουμε τις λύπες μας στις Σκύλες.
Και τις Σειρήνες, «σήμα κατατεθέν» να τις κάνουμε, για τα τραγούδια μας.
Κι άσε την Πηνελόπη να υφαίνει.
Αυτή το διάλεξε να δέσει τα νήματα στον λαιμό της.
Προσφορά σε Θεό Αναίτιο.
Εμείς στην Κίρκη ας προστρέξουμε.
Να κλέψουμε λίγη απ’ την μαγεία της, να πλανέψουμε τους ανέμους.
Να είναι σπλαχνικοί, να είναι έτοιμοι.
Απ’ το νησί του Κύκλωπα μακριά να μας φυσήξουν.
Για να μη χρειαστεί ποτέ να γίνουμε ο «Κανένας».
Κι όσο για τις Ιθάκες…
Αυτές είναι σαν τις Αλεξάνδρειες.
Ας φτιάξουμε καινούργιες στο ταξίδι.

ΚΑΤΑΓΩΓΗ

Η μάνα μου ήταν δέντρο
στην κορφή του λόφου.
Μα, όταν φυσούσε,
Έκοβε τις ρίζες της
και πετούσε με τον αγέρα.
Κι έτσι,
γεννήθηκα πουλί…

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ

Να μας φοβάστε!
Είμαστε πολλοί κι είμαστε παντού
Το πρωί ξεκινάμε για τη δουλειά
βλαστημώντας τους άλλους οδηγούς στο δρόμο.
Πάμε στις λαϊκές, στα λογιστήρια, στα παζάρια,
ακόμα και στο δημοσιοϋπαλληλίκι ενίοτε,
-κανείς δεν είναι τέλειος εξάλλου-
στα πλυντήρια, στα βενζινάδικα,
στα εργοστάσια, στα ταβερνεία,
κόβουμε φέτα σε παλιά μπακάλικα,
τυλίγουμε ρέγκες, σερβίρουμε τσίπουρα,
«βούτυρο τ΄ αχλάδια», φωνάζουμε
Και κάπου εκεί ανάμεσα,
μεταξύ τυρού και αχλαδίου,
γράφουμε και κάνα ποίημα
να περνάει η ώρα…

Να μας φοβάστε!
Γιατί είμαστε ανθεκτικοί
σαν τις κατσαρίδες.
Δουλεύουμε στα μηχανουργεία,
επισκευάζουμε αυτοκίνητα, μοιράζουμε πακέτα
Νοσηλεύτριες, κοπτοραπτούδες
και πάσης φύσεως επιδιορθώσεις,
εντός, εκτός και επί τ’ αυτά.
Μετά πάμε στο σπίτι,
Παραμερίζουμε την κούραση, τη νύστα,
τους λογαριασμούς που μαζεύονται
στοίβα στο τραπέζι
«τρίψε με λίγο εκεί, στον ώμο», λέμε,
«και φτιάξε ένα καφέ, ν’ ανοίξει το μάτι»…
Και με χέρια τραχιά,
πιάνουμε τις λέξεις προσεχτικά,
μη σκιαχτούν και ξεστρατίσουν.

Να μας φοβάστε!
Είμαστε λαϊκά παιδιά, της Β΄ περιφέρειας.
Σε πανεπιστήμια δεν έχουμε πάει οι πιο πολλοί,
-οι συνθήκες βλέπεις-…
Με τις λέξεις όμως
έχουμε σχέση ζωής.
Αρχέγονη, όπως το ένστικτο αυτοσυντήρησης.
Βρίσκουμε πάντα τρόπο να συναντηθούμε
μέσα από οθόνες υπολογιστών,
φυλλάδες, τηλεοράσεις, κορναρίσματα,
ΑΤΜ, αίθουσες αναμονής,
ξενοδοχεία ημιδιαμονής, κουρεία,
μπαράκια, σκυλάδικα, καφενεία.
Μας περιμένουν σε σταθμούς του Ηλεκτρικού,
έρχονται μ’ αργοπορημένα λεωφορεία,
σταματάνε μαζί μας στο κόκκινο.
Μας βρίσκουν –αυτές, όχι εμείς-
όπως μας βρίσκει το έμφραγμα:
κατευθείαν στην καρδιά!
Αρπαζόμαστε από πάνω τους, μας καβαλάνε.
Γλιτώνουμε.
Γράφουμε κάτι, ένα ποίημα, μια ιστορία,
ποιούμε τον κόσμο απ’ την αρχή!
Και γινόμαστε Αθάνατοι.

Να μας φοβάστε.
Είμαστε οι Ποιητές του Δρόμου.