Σήμερα συμπληρώνονται 25 χρόνια από το θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι

 

Ανεπίδοτη επιστολή στον Μάνο Χατζιδάκι
(Μα που ο παραλήπτης την γνωρίζει καλά)

«Αν θες να είσαι αντικειμενικός, φρόντισε να ‘σαι απόλυτα προσωπικός», μου έλεγες κάποτε. Αυτό θα προσπαθήσω σ’ αυτό το γράμμα, γιατί όλα τ’ άλλα είναι ανόητες νεκρολογίες και δεν μας ταιριάζουν.

Αγαπητέ Μάνο,
Θυμάσαι πως γνωριστήκαμε; Σπούδαζα τότε, στα μέσα της δεκαετίας του ’60, στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Σ’ αυτή τη φάση και σ’ αυτή την ηλικία γνωριστήκαμε. Γύρναγα από ένα εστιατόριο, γύρω στις 11 το βράδυ, διέσχιζα την Μιχαλακοπούλου που η μισή ήταν δρόμος και η άλλη μισή ρέμα που το είχανε στερέψει, γεμάτο χαμόσπιτα και παράγκες, όταν σε είδα, έξω ακριβώς από το κατώφλι του σπιτιού μου. Ανοίγω την πόρτα, μπαίνω μέσα. Απότομα πάλι γυρνάω, ξαναβγαίνω. Σε πρόλαβα.

«Είστε ο κ. Χατζιδάκις;». Χαμογέλασες σαν παιδί. «Θέλω να σας χαρίσω ένα βιβλίο, αγαπώ πολύ τη μουσική σας. Να, εδώ μένω, θέλετε να ανεβείτε για λίγο;». «Να ανέβω!». Ανεβήκαμε στο εργένικο φοιτητικό δωμάτιο. Σου έδωσα το βιβλίο. Δεν ξέρω πώς, κουβέντα την κουβέντα, ξημερωθήκαμε. Ένιωσα σαν να σε ήξερα από μιάν άλλη ζωή. Η πώς ήμουν με τον καλύτερο παιδικό μου φίλο. Πολύ αργότερα συνειδητοποίησα πόσο επικίνδυνο ήταν αυτά πού έκανα. Όχι για σένα, γιατί τάχα κινδύνευες να κατηγορηθείς άλλη μια φορά ότι συγχρωτίζεσαι με νεαρούς, κάτι πού η αστική νεοελληνική διαστροφικότητα το θεωρούσε τότε -ίσως και σήμερα- αμάρτημα. Ο κίνδυνος ήταν άλλου: Να με πέρναγες εσύ, Μάνο, για προβοκάτορα της αστικής διαστροφικότητας. Να υποθέσεις ότι άλλος ένας νέος, ανάμεσα στους εκατοντάδες πού σε πολιορκούσαν από σκοπού – γιατί αυτοί σε πολιορκούσαν, όχι εσύ – ήμουνα κι εγώ. Κι όμως, εγώ δεν είχα κανένα σκοπό. Απλά, ακούγοντας τη μουσική σου πριν σε γνωρίσω, ακούγοντας τα λόγια σου αφού σε γνώρισα, ένιωθα πως το κατά Πλάτωνα αρχέτυπο και πρότυπό μου, θα ‘πρεπε να ‘σουνα εσύ. Βλέπεις, μου έλειψε εμένα ο πατέρας φίλος, κι ο σοφός μουσικός μου ταίριαζε απόλυτα . Όμως το πράγμα ήταν πολύ πιο πέρα από μια τέτοια φροϋδική εξήγηση.

Το ξέρω, στις αρχές της γνωριμίας μας δεν είχα κερδίσει τη φιλία σου, αλλά μόνο τη συμπάθειά σου. Θυμάμαι, σ’ ένα γράμμα σου, μου έγραφες: «Μια αληθινή σχέση μπορεί να ‘ναι είτε έρωτας, είτε σοφία». Η δική μας σχέση, έτσι και αλλιώς, δεν ήταν έρωτας. Λεν μπορούσε όμως , τότε, να ήταν ούτε σοφία. Ευτυχώς που υπήρχε και η γοητεία και μας κράτησε κοντά. Μερικά χρόνια αργότερα, η σχέση μας έγινε σοφία. Όμως όλα αυτά τα χρόνια, τόσο τα χρόνια της συμπάθειας και της γοητείας, όσο και τα χρόνια της σοφίας και της φιλίας, εγώ έδινα τον αγώνα για να σε κερδίσω. Ρουφούσα ως στυπόχαρτο τη σκέψη σου, την ηθική της αισθητικής και την αισθητική της ηθικής σου, μεγάλε Έλληνα. Ατέλειωτες νύχτες στον «Μαγεμένο Αυλό», γνώριζα την μαγεία της πιο αιρετικής σκέψης πού έζησαν οι μετά-σωκρατικοί αιώνες.

Το περίεργο είναι, πως τα χρόνια της γοητείας έμαθα πολύ περισσότερα κοντά σου, παρά τα, χρόνια της φιλίας. Μου άνοιξες εκείνο το παράθυρο στα άδυτα των άδυτων, προνόμιο και κατάρα για ελάχιστους νεοέλληνες, πού μόνο αυτοί το ξέρουν. Οι λοιποί το αγνοούν, γιατί πρέπει να το αγνοούν! Ξέρεις ποίο ήταν το πιο σπουδαίο μάθημα που πήρα από σένα; Να ξέρω τελεσίδικα το τέλος, να μπορώ να ζω χωρίς ελπίδα. Να μάθω να ξύνω τον εαυτό μου στην πλάτη μόνος, να μην το περιμένω από κανέναν άλλον. «Η αξιοπρέπεια της μοναξιάς» (θυμάσαι το ξενύχτι εκείνης της Μεγάλης Παρασκευής;). Το τίμημα της γνώσης. Θυμάμαι και χαμογελώ, ένα βράδυ πού τρώγαμε εκείνη την απαίσια μακαρονάδα, όταν σε ρώτησα τι είναι «ταλέντο». Έμεινες ακίνητος πέντε λεπτά. «Ας το θέσουμε αλλιώς. Μάνο, πότε ένιωσες οτι ωρίμασες σαν καλλιτέχνης;», σου είπα. «Από τότε πού έμαθα να κάνω καλύτερες ενορχηστρώσεις», μου είπες. Η τεχνική και η τέχνη. Ταυτόσημες τελικά.
Θα σου ομολογήσω κάτι: Σ’ αυτή τη νεοελληνική κόλαση του ύποπτου, τελικά, υπέρ – ανδρισμού είσαι ο μόνος άνθρωπος από τον όποιο θα μπορούσε να πάρει κανείς μαθήματα ανδρισμού.

Μάνο,
Άλλη μια φορά σ’ ευχαριστώ που, ως μουσικός, μελοποίησες την κρυμμένη αρμονία των αρωμάτων. Που, ως Έλληνας, αποκατέστησες το νήμα του μεγαλείου της φυλής με τους προπάτορες, επιβεβαιώνοντας το ελληνικό θαύμα . Μα κυρίως σ’ ευχαριστώ που μου έσωσες τη ζωή. Δεν ξέρω σε τι σκοτεινούς λαβύρινθους θα περιπλανιόταν ο πολυμήχανος Οδυσσέας – Νους μου, χωρίς τα αριστοτελικά παράθυρα πού μου άνοιξες.
Θα τα ξαναπούμε.