Επιλογή ποιημάτων 2014-2019, επίμετρο: Σπύρος Αραβανής, επιμέλεια: Πέτρος Γκολίτσης.

`

 

Pros and Cons

 

I bid adieu to another week.

In spite of the crescent moon I am alone now.

The landscape in the window, set as in a frame,

is like another of my paintings.

A dewy wind ripples my hair as I shut the shutters.

I pour my melancholy into a glass of red wine

and my hands woo me to carry it to my desk

and let the computer give birth to a poem.

I come into the room and on the wall spreads

the familiar silhouette of my lonely nights.

Like the eye of a needle that lets only one

thread pass, such is my life, nothing else.

The little boy’s crying next door is a sketch

of his mother’s scolding.  According to the calendar

on the kitchen wall, my name day and my birthday

were mere dates, only three friends remembered me.

After thirteen years, thanks to my pitiful condition,

I suddenly realized that there’s nothing to do worth doing,

that all I can do is to feel being young forever.

I know that this isn’t in good taste, but to go on

living doing nothing is a way of being meaningless.

The computer before me brims with emotion.

I don’t lose interest, and lifting the glass of wine

to my lips, I begin to write my pros and cons.

 

Τα υπέρ και τα κατά

 

Αποχαιρέτησα μια ακόμη εβδομάδα.

Παρά την ημισέληνο είμαι μόνος τώρα.

Το τοπίο στο παράθυρο, λες και σε κορνίζα,

είναι σαν ένας άλλος πίνακάς μου.

Δροσερός άνεμος κυματίζει τα μαλλιά μου

καθώς κλείνω το παντζούρι.

Βάζω τη μελαγχολία μου σ’ ένα ποτήρι κόκκινο κρασί

και τα χέρια μου με καλοπιάνουν να το μεταφέρω στο γραφείο

και ν’ αφήσω τον υπολογιστή να γεννήσει ένα ποίημα.

Μπαίνω στο δωμάτιο και στον τοίχο απλώνεται

η γνωστή σιλουέτα των μοναχικών μου νυχτών.

Όπως το μάτι μιας βελόνας επιτρέπει μόνο μια κλωστή να περάσει,

έτσι κι η ζωή μου, τίποτα άλλο.

Το κλάμα του βρέφους δίπλα είναι σκίτσο της μητέρας του

που το μαλώνει.  Σύμφωνα με το ημερολόγιο

στον τοίχο της κουζίνας, η γιορτή μου και τα γενέθλιά μου

ήταν απλός ημερομηνίες, μόνο τρεις φίλοι με θυμήθηκαν.

Μετά από δεκατρία χρόνια, χάρη στην άθλια κατάσταση που βρίσκομαι,

ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι δεν υπάρχει τίποτα που αξίζει να κάνω,

ότι το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να αισθάνομαι ότι είμαι νέος για πάντα.

Γνωρίζω ότι αυτό δεν είναι καθώς πρέπει, αλλά να συνεχίσω να ζω

χωρίς να κάνω τίποτα είναι ένας τρόπος να είμαι χωρίς νόημα.

Ο υπολογιστής μπροστά μου ξεχειλίζει από συναίσθημα.

Δεν χάνω το ενδιαφέρον μου, και σηκώνοντας το ποτήρι κρασί

στα χείλη, γράφω τα υπέρ και τα κατά μου.

`

*

 

Sometimes

Sometimes I look in the mirror

and want to see the real essence

of myself. But then I think: “Don’t we all

create an essence for our nothingness?”

My Icons depict, for my prayers have

run out of batteries. I have worn my faith

much too long, and the parish priest

is no tailor to come along to see

what could be done with it. But I have

a cunning will. I let my shadow be

a nature morte.

*
Μερικές φορές

Μερικές φορές κοιτάζω στον καθρέφτη

και θέλω να δω την πραγματική ουσία

του εαυτού μου. Αλλά μετά λέω: «Όλοι μας

δεν δημιουργούμε μια ουσία για την ανυπαρξία μας;

» Οι εικόνες μου απεικονίζουν, γιατί οι προσευχές μου

έχουν ξεμείνει από μπαταρίες. Έχω φορέσει την πίστη μου

πάρα πολύ καιρό, και ο ιερέας της ενορίας

δεν είναι ράφτης για να έρθει να δει

τι μπορεί να γίνει μ’ αυτό. Αλλά έχω

μια πονηρή βούληση. Αφήνω την σκιά μου να είναι

μια νεκρά φύσις.

`

*

TESTIMONY

Memory still sustains me, for no word spoken nowadays –

in this country – is the right word or the word you want to hear.

You have to settle for an imaginary sound of its truth

and let a dog bark the plain truth. To think that even the birds

are now fighting over one or two metres of flying space…

Shake hands and you are likely to relinquish emotion —

or, worse still. you might find you are missing a finger!

Poetry is a testimony that sustains my contention,

and for this I am truly grateful.

`

ΜΑΡΤΥΡΙΑ

Η μνήμη με στηρίζει ακόμα, μιας και στις μέρες μας καμιά λέξη που λέγεται –

σ’ αυτή τη χώρα – δεν είναι η σωστή λέξη ή η λέξη που θέλεις ν’ ακούσεις.

Πρέπει να αρκείσαι σε ένα φανταστικό ήχο της αλήθειας της

και ν’ αφήσεις το σκύλο να την γαβγίσει. Σκέψου ότι και τα πουλιά

τρώγονται μεταξύ τους για ένα, δυο μέτρα χώρο πτήσης …

Ανταλλάσσεις χειραψία και πιθανόν να σου αφαιρέσει το συναίσθημά σου —

ή το χειρότερο να βρεις ότι σου λείπει ένα δάκτυλο!

Η ποίηση είναι μια μαρτυρία που στηρίζει τους ισχυρισμούς μου

και γι’ αυτό της είμαι βαθιά ευγνώμων

`

*

Seeing and Feeling

 

Every lovely song is prone to a better morrow.

I use it in lieu of a prayer.  I press Cavafy, Embiricos,

Elytis, Sahtouris to my heart and ask them to give me

back the emotion I forfeited after three operations.

Out in the street a priest intones his blessing

to a woman laden with the street market’s shopping.

A car comes to a screeching halt saving a cat

for me to see.   Ketty, on the fifth floor, takes

a turn at being mysterious.  I couldn’t belittle her

in my eyes, especially since her husband died.

Her life assumes my sympathy.

I close

the French window and wrap myself in the silence.

My legs can hardly hold me, but looking at

the paintings hanging on the walls, I feel that

I should bow.  Then rising slowly to my full height

and indulging to my pain, I give a poetic motive

to my life which is bilingual, English and Greek.

 

Να βλέπω και να αισθάνομαι

 

Κάθε ωραίο τραγούδι ρέπει προς ένα καλύτερο αύριο.

Το χρησιμοποιώ αντί για προσευχή.  Πιέζω τον Καβάφη,

τον Εμπειρίκο, τον Ελύτη, τον Σαχτούρη στην καρδιά μου

και τους ζητώ να μου δώσουν πίσω το συναίσθημα

που στερήθηκα μετά από τρεις εγχειρήσεις.

Έξω στο δρόμο ένας παπάς εντείνει την ευλογία του

σε μια γυναίκα φορτωμένη με τα ψώνια της λαικής.

Ένα αμάξι σταματάει στριγκλίζοντας και σώζει μια γάτα

για να την δω.  Η Καίτη, στον πέμπτο όροφο, παίρνει

σειρά να είναι αινιγματική.  Τα μάτια μου δεν μπορούν

να την υποτιμήσουν, ιδίως τώρα που έχασε τον άντρα της.

Η ζωή της υιοθετεί την συμπόνια μου.

Κλείνω

την μπαλκονόπορτα και τυλίγομαι στη σιωπή.

Τα πόδια μου μόλις και με στηρίζουν, αλλά βλέποντας

τους πίνακες που κρέμονται στους τοίχους αισθάνομαι

ότι ρέπει να υποκλιθώ.  Στη συνέχεια σηκώνομαι αργά

σε όλο μου το ύψος, και επιδοκιμάζοντας τον πόνο μου,

δίνω ένα ποιητικό κίνητρο για τη ζωή μου που είναι

δίγλωσσο: Αγγλικά και Ελληνικά.

`

*

Daily

 

I breakfast with Tchaikovsky, Liszt and Chopin.

I lunch with Mozart, Dvorak and Ravel.

I dine with Beethoven, Bach and Brahms.

Whatever the weather, the flowers in the garden

camouflages it.  Living to be eighty I’ll have much

less to lose.  Nothing tempted me all these years,

I had my mind for remedy.  It is tempting to call this

a journey with me, myself and I being nowhere.

I consider my life a ball lost in childhood.

I could never imagine that with my looks

and my good behaviour I would grow the way

I have grown, and suffer the way I suffered.

 

Καθημερινό

 

Προγευματίζω με Τσαικόφσκι, Λιστ και Σοπέν.

Τρώω μεσημεριανό με Μότσαρτ, Ντβόρζακ και Ραβέλ.

Δειπνώ με Μπετόβεν, Μπαχ και Μπραμς.

Ότι και να είναι ο καιρός, τα λουλούδια στον κήπο

τον καμουφλάρουν.  Το να ζω για να φτάσω τα ογδόντα

έχω πολύ λιγότερα να χάσω.  Τίποτα δεν με έβαλε

στον πειρασμό όλα αυτά τα χρόνια.  Είχα το μυαλό για λύση.

Είναι δελεαστικό να το θεωρώ αυτό μια διαδρομή

με εμένα, εγώ, τον εαυτό μου να μην είμαι πουθενά.

Κρίνω τη ζωή μου σαν μπάλα που έχασα όταν ήμουν μικρός.

Ποτέ δεν φανταζόμουν με την εμφάνισή μου και την καλή μου

συμπεριφορά θα μεγάλωνα με τον τρόπο που μεγάλωσα,

και θα υποφέρω όπως υπέφερα.

`

*

Way Out

 

The curtains flutter in the breeze,

the canary flutters its wings in the cage,

apple blossom petals flutter to the ground,

my daily flutters about the house nervously,

thumps the cushions flat and makes my bed.

 

The day’s expanse will be hours of worries,

they won’t be calmed  with prayer.

What is written in my book of life has been carried out.

I could not be seduced by the illusion of happiness.

Concordant are neither my heart nor my soul

with what I endure.  Everything around me

breathes heavily and sadly.

Why was I born

in a world that wasn’t for me?  Why can’t my icons

hear my prayers?  I don’t do anything wrong while

I’m sleeping.  I think twice before tearing the days

off the calendar.   I crossed all the frontiers of hope.

Even when the telephone rings and there’s no voice

behind it, we are linked by a wordless sorrow.

My patience is frayed, it can no longer be borne.

But Death winks at me.  “Don’t worry, I’m here.”

 

Διέξοδος

 

Οι κουρτίνες κυματίζουν στην αύρα,

το καναρίνι τρεμοπαίζει τις φτερούγες του στο κλουβί,

τα άνθη της μηλιάς πλέκονται στο έδαφος,

η παραδουλεύτρα πάει εδώ κι εκεί στο σπίτι νευρικά,

τα μαξιλάρια βαράει στα ίσια και μου στρώνει το κρεβάτι.

 

Η έκταση της ημέρας θα είναι ώρες στενοχώριας,

δεν θα τις καλμάρει καμιά προσευχή.

Τι γράφετε στο βιβλίο της ζωής μου έχει πραγματοποιηθεί.

Δεν μπόρεσε να με δελεάσει η αυταπάτη ευτυχίας.

Ούτε η καρδιά μου, ούτε η ψυχή μου, συμφωνούν

μ’ αυτά που υπομένω.   Όλα γύρω μου αναπνέουν

θλιμμένα και βαριά.

Γιατί γεννήθηκα σ’ έναν κόσμο

που δεν ήταν για μένα;   Γιατί οι εικόνες δεν μπορούν

ν’ ακούσουν τις προσευχές μου;  Δεν κάνω τίποτα κακό

όταν κοιμάμαι.  Σκέφτομαι δυο φορές πριν σκίσω τις ημέρες

από το ημερολόγιο.  Πέρασα όλα τα σύνορα της ελπίδας.

Ακόμη κι όταν το τηλέφωνο χτυπήσει και δεν υπάρχει φωνή

πίσω απ’ αυτό, μια βουβή θλίψη μας συνδέει.  Η υπομονή μου

έχει φθαρεί, δεν μπορώ άλλο να την αντέξω.  Αλλά ο Θάνατος

μού κλείνει το μάτι.  «Μην ανησυχείς, εγώ είμαι εδώ.»

`

****************************************************************************

 

Απόσπασμα από το ΕΠΙΜΕΤΡΟ του βιβλίου, του Σπύρου Αραβανή

 

[…] Αυτή ακριβώς είναι και η ποίηση του Γκούμα, ένα focus σε μικρά αντικείμενα που αρκούν για να ξετυλίξουν την ιστορία της ζωής του. Μιας ζωής χαραγμένης τόσο βαθιά μέσα του, ώστε να βρίσκει διέξοδο μόνο στην τέχνη του· η αποκλειστική συντροφιά του εδώ και πολλά χρόνια. Γιατί και τότε, στις «καλές» εποχές, όταν η σωματική υγεία, η οικονομική επιφάνεια, το βαρύ του επώνυμο, ο πολύς χρόνος που έφεγγε μπροστά, οι φίλοι, οι ερωτικές του σχέσεις, η επαγγελματική του προοπτική στο χώρο της ναυτιλίας, οι μικρές και μεγάλες απολαύσεις της ζωής έδιναν την επιφανειακή εντύπωση μιας υγιούς συνθήκης, αυτός πάντα έβρισκε καταφύγιο στην ποίηση –μοιρασμένη με το θέατρο- για να μπορέσει να εκφράσει τα ανέκφραστα, να συμφιλιώσει τα ασυμφιλίωτα, να γεφυρώσει  την μέσα με την έξω του ζωή. Έτσι και τώρα, στη όγδοη δεκαετία της ζωής του, αποκλεισμένος εδώ και μια δεκαετία σε ένα σπίτι γεμάτο πίνακες και βιβλία, λησμονημένος από συγγενείς και φίλους, δέσμιος της σωματικής του ανικανότητας να κινηθεί δίχως πατερίτσες, διάτρητος από τους ανυπόφορους πόνους και από τον αφιλόξενο ύπνο, η ποίηση αναβλύζει καθημερινά από μέσα του απελευθερώνοντάς τον και συνάμα συγκρατώντας τον από κάθε απονενοημένο διάβημα. Είναι το μοναδικό «καταφύγιο» που άνοιξε διάπλατα τις αγκάλες του και τον υποδέχτηκε όπως ήταν και όχι όπως ήθελαν πάντα οι άλλοι. Είναι το νόημα της ύπαρξής του και όχι υποκατάστατο της ανυπαρξίας:

 

Γράφω ποιήματα για να δημιουργώ λέξεις για το στόμα μου,

 και τη ζωή μου πιο γόνιμη να κάνω.

 

Τα ποιήματα που περιλαμβάνονται σε αυτό το βιβλίο είναι οι δικές του καθημερινές νίκες απέναντι στη βαρβαρότητα του βίου του χωρίς όμως να μένουν σε μια φαινομενολογική αποτύπωση εκπεφρασμένων βιωμάτων που δημιουργεί η οντότητα των περίκλειστων στη μνήμη εμπειριών και η αποκλεισμένη εξωτερική επικοινωνία. Λειτουργούν  ως μια αντιληπτική διαδικασία που επεκτείνει την κάμερα εσωτερικού χώρου σε μια εστιακή απόσταση ύψους των πραγμάτων και βάθους της σημασίας τους. Έτσι, τα αντικείμενα στο χώρο του, ο καθρέπτης, το θερμόμετρο, ο βραστήρας, το φλιτζάνι, ο υπολογιστής, το ξυράφι, ο διακόπτης, το ρολόι, τα βάζα, τα έπιπλα, οι παντόφλες, το χαλί, η πετσέτα, του προσφέρουν την υλική τους υπόσταση για να τους προσδώσει μια μεταφυσική λειτουργία, όπως οι ηθοποιοί στο θέατρο προσφέρουν το σώμα και τη φωνή τους στο σκηνοθέτη για να τους οδηγήσει πέραν του ρόλου, σε κάτι μυσταγωγικό προς τον θεατή. Γράφει ο ίδιος:

 

 Για το πρόγευμα αχνίζει ο βραστήρας την ευφράδειά του,

κι εγώ διώχνω τις σκέψεις μακριά από εμένα, όσο μακριά είναι οι ελπίδες,

έχοντας απωθήσει το όνειρο που λεηλάτησε κάθε γωνιά

του κρεβατιού. Για μια στιγμή ήθελα να απαλλάξω το φλιτζάνι

από το σοκ των χειλιών μου, αλλά είχα ήδη «δέσει»

με το άρωμα του τσαγιού.

Η πριν της εννέα ζωή μου είναι

πιο ευνοϊκή, γιατί μετά δεν έχω άλλη επιλογή από το να κάθομαι να βλέπω

τα άψυχα πράγματα της καθημερινότητας – πίνακες,

βάζα, βιβλία, έπιπλα – και να παριστάνω τον σκηνοθέτη.

 

Η ποίηση, δηλαδή, του Γκούμα ακολουθεί τη μετασχηματιστική λογική του Φερνάντο Πεσσόα όπου οι φανταστικές επινοήσεις δένονται με το ρεαλισμό χωρίς να μπορεί πια κανείς να διακρίνει την πραγματικότητα από το νοητικό απείκασμά της. «Καθετί γυάλινο είναι μια παραίσθηση της πραγματικότητάς μου» γράφει ανάγοντας το ελάχιστο σε μέγιστο και το αντίστροφο. Γίνεται οξύμωρος, αντιφατικός, παραδοξολογεί, βρίσκεται σε μια υπερδιεργεμένη σύγχυση στην προσπάθειά του να αυτοερμηνευτεί:

 

Μόνο η μοναξιά δίνει προοπτική στη ζωή μου.

Εκεί βρίσκω το τέλειο συναίσθημα

που υφίσταται αυτό που θέλω και μπορώ να αισθανθώ.

Αινιγματικός άνθρωπος είμαι, υπόκειμαι μόνο στο όνομά μου.

Κανενός το ερώτημα δεν θα ξεσκεπάσει το καλό και το κακό

που με κάνει το πρόσωπο που είμαι. Μπουρδουκλωμένος

στη μοίρα μου δεν μπορώ να πιστέψω ότι κάποιος θεός υπάρχει.

 

Μέσα από μια επαγωγική διαδικασία καταφέρνει να ποιήσει υπαρξιακή φιλοσοφία και όχι να φιλοσοφήσει την ποίηση έχοντας ως πρώτη ύλη ένα καθημερινό γεγονός, μια απτή ένδειξη, μια χειροπιαστή αφορμή:

 

Το νερό στο βάζο

είναι η μεταθανάτια ζωή

των μαραμένων λουλουδιών.

Η αιωνιότητα του νερού

είναι

ο νεροχύτης.

 

 

Έτσι και οι ήρωες των ποιημάτων του, τα ονόματα που χρησιμοποιεί, είναι άλλοτε υπαρκτά και άλλοτε δημιουργήματα της φαντασίας του που παλεύει να ονοματίσει τα σώματα που θα ήθελε να συναντήσει στο δρόμο του ή να ερμηνεύσει μέσα από αυτά τα δικά του στίγματα:

 

Σήμερα το πρωί Δευτέρα ξεκίνησα την εβδομάδα

παίρνοντας πάνω μου τις απελπισίες των ανθρώπων

που επινόησα. Ένας παρανοϊκός θα πείτε.

Και δεν σας κατηγορώ. Σ’ αυτό το τελευταίο κεφάλαιο

της ζωής μου θέλω να νιώσω πώς αυτοί οι άνθρωποι

αισθάνονται στην προσποιητή απόγνωση, όπως εγώ στην επίπλαστη ελπίδα.