Έρωτας και Χάρος
με τα χέρια στους ώμους
αντάμα ψέλνουν, του κόσμου,
το χαρμόσυνο μοιρολόι.

Ουράνιες κρούουν καμπάνες•
κρούουν και ανακρούουν•
μες στην πανσέληνη νύχτα
γιορτή σημαίνουν.

Πλήθη κόσμου συρρέουν
στην Ιόνιο γη. Στο ακρογιάλι
συλλέγονται• υψώνουν
το βλέμμα στον σκοτεινό ουρανό.

Η Δόξα κι η Λευτεριά μεγαλοπρεπώς
καταφθάνουν. Ξεπροβάλλουν
πάνω σε άρματα νεφελώδη•
στα χέρια στεφάνι φέρουν.

Και ξάφνου αστράφτει! Βροντά!
Χάσμα φωτός διασχίζει τη νύχτα.
Ανάμεσα στις θεές ορθώνεται τώρα
εν’ ανδρικό, σκιώδες περίγραμμα.

Ιδείτε άπαντες το στεφάνωμα
του λαμπρού ποιητή!
Κοιτάτε την κόμη του, πώς ανεμίζει•
η μορφή του, τίμια και θλιμμένη.

Στην παλάμη του ρόδο κρατά ολόμαυρο
και στον πήχη ακίνητη στέκει, πάλλευκη
η αρχαία γλαύκα.

Έσβησε η αστραπή… τ’ όνειρο σε μνήματα γκρέμισε.
Απομένουν συντρίμμια• αθάνατ’ αγάλματα λόγου,
του λαμπρού ποιητή, οι υπέροχοι στίχοι.