Ι
Διψώ για μεσημέρι.
Για εκείνο το παλάτι ακινησίας
που ‘ναι μακριά-μέσα μας-
κι ο θάνατος δεν μπορεί να βρει τα κλειδιά του
κι οι ίσκιοι του μένουν δίχως δέντρα.
Εκεί που δεν μπορείς, Μελανέ, να μας βρεις
όσο κι αν ψάξεις.

`

ΙΙ
Στον στίχο κουκούτσια, δάση του μέλλοντος.
Στον τραυλισμό ο ρυθμός
που ζητά το κοτσύφι , μακριά να πετάξει.
Στον λυγμό μου το κύμα της .
Στο κύμα μου ο λυγμός της.
Προσευχή μου Βασίλισσα, του βυθού μου Ρήγισσα που για ύψη πεινάς.
Ωδή των ονείρων που κόβονται απότομα.
Κι αρχίζουν πάλι, όταν ξυπνώ, στη φωνή της:
τα νερά της τα κρύσταλλα , των πάντων συγχώρεση, ουτοπία της συνήθειας.
Παιδιά-χελιδόνια στο κατώφλι της υπόσχεσης.
Παιδιά-λαμπυρίσματα στην τραμπάλα του Ανείπωτου.
Αχινοί από ασήμι – από που να τους πιάσεις ορφάνια χωρίς να γίνεις αγάπη;

`
ΙΙΙ
Να είναι Αύγουστος-
ο ιδρώτας πέλαγος, στην καρδιά το τζιτζίκι της λέξης.
Και μετά να ‘ναι Ιούλιος- Αμοργός το γαλάζιο της σκέψης
Και στο τέλος Ιούνιος- των νεκρών μας το βάθρο.
Και Ιούλιος πάλι.
Να, ορίστε το χρέος: να μην σπάσει ο κύκλος του θέρους μας,
που κύκλους του ανοίγει και κλείνει μες στους κύκλους της μοίρα μας,
να μην μπει το κακό.

`

ΙV
Ρακή της γιορτής , ν’ ανάψουν οι φλέβες.
Κλαρίνο ο πόνος, του πλατάνου το θρόισμα στον ουρανό να τρυγήσει
το άστρο το δάκρυ μας.
Μνήμης θυμίαμα στης μοναξιάς το ξωκλήσι.
Ρόδο του πένθους που δεν ανοίγει,
να μπορεί τα πάντα να βλέπει.
Να ψελλίζουν τα βράχια, στου αυχένα το έγκαυμα,
τ’ όνομα της ξανά και ξανά
μ’ έναν σπόρο εντός του, λίγο πριν εκραγεί.
Λίγο πριν το αγκάθι αγαπήσει το αίμα μας πάλι.

`
V
Καμιά προσμονή, καμιά προσδοκία
και ξάφνου σούρουπο, οχτώ παρά τέταρτο ,
χρυσάφι να γίνομαι στου δειλινού την πυρά.
Ένα μαχαίρι της μελωδίας η κόψη.
Ένα μαχαίρι τον ορίζοντα καθέτως να κόβει.
Βυσσινιά το αίμα στο βλέμμα.
Στο στήθος η άγκυρα,
βαθιά, να την τρώνε τα φύκια του ποιήματος
που έχει μείνει στη μέση.
Στων κοριτσιών την πλάτη
δαχτυλιές ηλιαχτίδων
που πίνουν φως και σκοτάδι
από τον πυρετό του έρωτα
που ως χτες τον χλευάζανε.
Και φιλιά αγοριών που
τ’ όνομα τους πετάνε στη λήθη,
πριν ν’ αρχίσουν να πίνουν,
συμφιλίωση ψάχνοντας με το κάλλος της νύχτας.
“Έλα σαν ίαση, του γιασεμιού αστραπή.
Νίκησε με ξανά.
Οι στρατοί μου σε σένανε αφήνουν τα όπλα τους.
Κι ολόγυρα σου γίνονται τύρφη.
Έλα πληγή, του παρελθόντος χρησμέ.
Νεράιδα, ήττα μου, μαζί σου μόνο”

`

VI

Διψώ για του θέρους τη δίψα
που τα πουκάμισα του θανάτου
μια νύχτα μου το κρυψαν.
Πανιά τα έκανα.
Τα καράβια μου μας όμως αγαπήσαν την άμμο.
Τόσο πολύ που πήραν το χρώμα της.
Τόσο πολύ που ρίζωσαν μέσα της.
Τόσο πολύ που γίνηκαν πύργοι κι εκεί με κράτησαν ,
παιδί για πάντα.
Τόσο πολύ που γίναν το πέλμα της ,
στην καρδιά, που δε σβήνει ποτέ
.

VII
Μεσημέρι.
Καθρέφτης τα μάτια σου.
Η λύπη σου, μνήμη του αγέρα που την ομορφιά έχει διασχίσει.
Των γενεθλίων μου ο σκέτος καφές μέλι στα λόγια σου.
Το Τραγούδι του Τώρα, το Άσμα του Πάντα
σπάει το σίδερο,
τρώει τη σκουριά,
ευωδία σκορπάει
στη μουσική σου ρίζες απλώνοντας.