Το 1896 ο Μάλερ επισκέπτεται, για τελευταία φορά, τον Μπραμς στην εξοχική του βίλα στο Bad Ischl , στη βόρεια Αυστρία κοντά στον ποταμό Τράουν. Τις εντυπώσεις του και τα συναισθήματά του γράφει στον μαθητή του και μετέπειτα σπουδαίο μαέστρο Μπρούνο Βάλτερ.

Bad Ischl, καλοκαίρι του 1896
Αγαπητέ μου Μπρούνο Βάλτερ
Τον είδα από μακριά να κάθεται κάτω από το μεγάλο σκιερό πλατάνι, στον κήπο της βίλας του, πιο μικρός και πιο συμμαζεμένος απ’ ό,τι συνήθως. Ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε. Αναρωτήθηκα: Γιατί τόσοι μουσικοί μένουν ανύπαντροι; Μήπως δεν βρίσκουν ανταπόκριση στον έρωτα τους; Ή είναι τόσο κλεισμένοι και αφοσιωμένοι στην τέχνη τους. ώστε να μη μπορούν να κρατήσουν κοντά τους μια γυναίκα; Ή μήπως, έτσι απλά, επειδή είναι πολύ φτωχοί και αποπνέουν πικρίες και κακομοιριά;
Το σακάκι του γέρου Brahms ήταν γεμάτο λεκέδες από λίπος, από κρόκους αυγού, από δεν ξέρω κι εγώ τι. Λόγω της μεγάλης μυωπίας του δεν με γνώρισε παρά την τελευταία στιγμή, όταν βρισκόμουν σε δυο βήματα απόσταση.
Μείναμε καθιστοί, στις καρέκλες του κήπου για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα, ο ένας δίπλα στον άλλο, σιωπηλοί, σαν δύο γέροι.
Μου μίλησε αργά σα να μονολογούσε: «Συνθέτω πάντοτε, αλλά με μεγάλη δυσκολία». Πήρε μια βαθιά αναπνοή και κοιτώντας συνεχώς μπροστά του συνέχισε: «Το τελευταίο μου έργο θα είναι μια σονάτα για κλαρινέτο και πιάνο. Τη συνέθεσα σε συνεργασία με το Richard Mülfeld – έναν εκπληκτικό Γερμανό κλαρινετίστα». Κατά τα λεγόμενα του Μπραμς είναι πολύ ανώτερος από όσους έχουμε στη Βιέννη.
Ξαφνικά θυμήθηκε και μου ανέφερε το θάνατο της Κλάρα Σούμαν, της αγαπημένης μεγάλης φίλης του.
Πέρασαν μερικά λεπτά και μετά είπε σχεδόν ψιθυριστά: «δεν ζει κανείς παρά για να τα χάσει όλα. μέχρι την ημέρα που θα τον πάνε και τον ίδιο με τη σειρά του στο νεκροταφείο. Και μπορεί να φυσάει ή και να χιονίζει πάνω στον τάφο του. Ανεξάρτητα όμως απ’ αυτό. όλα συνεχίζουν το δρόμο τους και εξακολουθούν να υπάρχουν όπως και πρωτύτερα».
Σκούπισε ένα δάκρυ, αναστέναξε βαθιά και έπειτα μου διηγήθηκε πώς έφυγε από τη Βιέννη μόλις πληροφορήθηκε το θάνατο της Κλάρας Σούμαν και πώς έχασε το τρένο – ανταπόκριση στο σταθμό της Φρανκφούρτης. Κοντολογίς, όταν έφτασε τελικά στην Βόννη, η κηδεία είχε τελειώσει.
 Δεν πρόλαβε παρά να ρίξει μια χούφτα χώμα στον τάφο. Γύρισαν μαζί με τον Μπαρτ (Bart) και τον Μπέρκερατ (Berkerat) στο σπίτι του Σούμαν – «εκεί όπου έκαιγε τα γράμματα μου», μου είπε, και παίξανε στη μνήμη της τη μουσική που αγαπούσε.
Για να κρύψει τη συγκίνηση του μου έδειξε την παρτιτούρα του πρώτου από τα Σοβαρά Τραγούδια που ήταν εκεί δίπλα, πάνω στο τραπέζι, μαζί με άλλα χαρτιά.  Ψιθύρισε χαμηλόφωνα και με τρεμάμενη φωνή τους στίχους:

 

Γιατί συμβαίνει με τον άνθρωπο, όπως και με τα ζώα.
Πεθαίνουν, και το ίδιο πεθαίνει κι αυτός.
Κι όλοι έχουν την ίδια πνοή.
Κι ο άνθρωπος δεν έχει τίποτα περισσότερο από τα ζώα.
Γιατί όλα είναι μάταια.

Σκούπισε ξανά τα μάτια του. Έπειτα, πιο διστακτικός και βαριεστημένος όσο ποτέ, ένα αληθινό ψυχικό ράκος, μου μίλησε για την αρρώστια του, για το θάνατο, για τη μουσική και ταυτόχρονα για το θάνατο της μουσικής. Του υπενθύμισα ότι τον είχα δει με ποδήλατο, μερικά χρόνια πριν, και μια μέρα που κάναμε περίπατο κατά μήκος του Traun μου είχε δηλώσει πως μετά τον Μπετόβεν και τον Βάγκνερ δεν απομένει πια τίποτα σ’ ένα νέο συνθέτη να γράψει.
Αυτός ο άνθρωπος δεν πρέπει να είχε ποτέ καλά αισθήματα μέσα του. Εκτός και αν όλη του τη μεγαλοψυχία, τη νοσταλγία, και ολόκληρο το μεγαλείο της ψυχής του, τα έβαλε μέσα στη μουσική του – λίγο γκρίζα για το δικό μου γούστο.
Το μουσικό του ιδίωμα δεν εξελίχθηκε ποτέ. Δεν βγήκε ποτέ έξω από τον εαυτό του. Έθαψε τους έρωτες μέσα στην καρδιά του, κι έπειτα πήγε και ικανοποιήθηκε σ’ έναν οίκο ανοχής! Όπως έκαναν οι Βόλφ και Σούμπερτ.
Προσπάθησα να του μιλήσω για την Τρίτη Συμφωνία μου, που κατά τη γνώμη μου αναγγέλλει ήδη έναν άλλο κόσμο, σε σύγκριση με το δικό του.
Δεν με άκουσε όμως. Το μόνο που μου είπε ήταν: «Δεν συνθέτετε αρκετά…»
«Πως θα το μπορούσε ένας άνθρωπος που είναι αλυσοδεμένος στο κάτεργο της όπερας;» του απάντησα. «Δεν μπορώ να συνθέτω παρά τις μέρες της ανάπαυλας, αλλά και τότε ακόμη, μόνο, όταν δεν υπάρχουν πρόβες». [4]
Είχε σχεδόν βραδιάσει. Τον βοήθησα να σηκωθεί και τον συνόδεψα μέχρι τη βίλα. Ακουμπούσε βαριά στο μπράτσο μου. Ήταν πραγματικά άρρωστος και κουρασμένος. Τον άφησα στην τραπεζαρία και προτού φύγω απ’ το μισοφωτισμένο διάδρομο, γύρισα το κεφάλι μου και κοίταξα. Είδα τότε το γέρο – Μπραμς, δεν είχε βγάλει ακόμη το καπέλο του, να βγάζει απ’ τη μεταλλική θερμάστρα ένα κομμάτι λουκάνικο και μια μεγάλη φέτα ψωμί: ο μεγαλύτερος εν ζωή συνθέτης, αγαπητέ μου Μπρούνο, γκροτέσκος και μόνος, να ετοιμάζει αυτό το αξιολύπητο δείπνο ενός φτωχού φοιτητή!
Μια τόσο μεγάλη μοναξιά, μία τέτοια εγκατάλειψη! Σκέφτηκα να τον προσκαλέσω να δειπνήσουμε μαζί στο ξενοδοχείο, είναι όμως πολύ άρρωστος και κατά παράδοξο τρόπο πολύ μόνος, για να δεχτεί.
Έφυγα πολύ γρήγορα μ’ ένα σφίξιμο στην καρδιά και στη βιασύνη μου χτύπησα άσχημα στην πόρτα, μέσα στο σκοτάδι.
Τρέχουμε όλοι και κυνηγάμε θέσεις, αξιώματα, τιμές, χειροκροτήματα, αλλοίμονο!
Τι απομένει απ’ όλα αυτά; Όλα είναι μάταια σε τούτη τη ζωή αγαπητέ μου, Μπρούνο Βάλτερ.
Γκούσταβ Μάλερ

`

*********************************************************************

`

Με αφετηρία ένα γράμμα του Γκούσταβ Μάλερ στον Μπρούνο Βάλτερ, μια «αναπαράσταση» των τελευταίων χρόνων του Μπραμς, με έμφαση στην «ανθρώπινη» αντιμετώπιση, που θα ζωντανέψει και το συνθέτη και τον άνθρωπο μέσα από μιαν ιδιάζουσα και μάλλον ασυνήθιστη εικόνα. Εγχείρημα που φιλοδοξεί να γίνει «απτή» η συγκεκριμένη ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής των φευγαλέων αναμνήσεων και των μελαγχολικών τόνων. Μακριά από το είδος μυθιστορηματικής βιογραφίας, συγκεκριμένα βιογραφικά στοιχεία ενσωματώνονται σε μια κάπως υποθετική ατμόσφαιρα και καταστάσεις που οπωσδήποτε δεν βρίσκονται μακριά από την πραγματικότητα. Γίνεται συνοπτική μνεία και σύντομη αναφορά στα νεανικά χρόνια, καθώς και στα χρόνια καθιέρωσης και λαμπρής δημιουργικής πορείας (1860-1884). Η περίοδος και τα έργα αυτά είναι γενικά γνωστά και στόχος του μελετήματος δεν είναι μια πλήρης μουσική βιογραφία του Μπραμς. Αντίθετα, γίνεται εκτεταμένη αναφορά και παρέχονται αναλύσεις όλων των σημαδιακών έργων της τελευταίας επταετίας (1890-1896), με αφετηρία και σημείο αναφοράς την Τέταρτη Συμφωνία του 1884/5. Στα περισσότερα από αυτά (οπωσδήποτε όχι σε όλα) είναι φανερή μια φθινοπωρινή ατμόσφαιρα, η εσωτερικότητα και ασκητική λιτότητα των εκφραστικών μέσων, το κλίμα και το αίσθημα αποχαιρετισμού για όσα οριστικά χάθηκαν. Από τη μια στέκει ο συνθέτης Μπραμς και το έργο. Από την άλλη ο άνθρωπος Μπραμς στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Και ταυτόχρονα η αυλαία πέφτει πάνω σ’ έναν κόσμο που παρέρχεται: τη Βιέννη με την ανεπανάληπτη ατμόσφαιρά της στα τέλη του 19ου αιώνα. Αυτός ο κόσμος σε όλες τις εκδηλώσεις και εκφράσεις του αλλάζει και διαφοροποιείται. Ριζικές αλλοιώσεις και στη μουσική: σ’ ένα διάστημα μέχρι 30 με 35 χρόνια θα επιβληθούν διαδοχικά ο Μάλερ, ο Ντεμπυσύ, ο Ραβέλ, ο Στραβίνσκυ, ο Σαίνμπεργκ, ο Βέμπερν, ο Μπάρτοκ, με έργα τους που θα σημαδέψουν τον καινούριο αιώνα. Ο Μπραμς θα παραμείνει ο τελευταίος κλασικός του μεγάλου ρομαντισμού στο λυκόφως του περασμένου αιώνα, στην «απέναντι όχθη», και μαζί του θα κλείσει μια μεγάλη εποχή.

`

*******************************************************

`

Ο Γιάννης Βασιλειάδης γεννήθηκε το 1936 στην Κωνσταντινούπολη και φοίτησε στο Ζωγράφειο Λύκειο. Σπούδασε μηχανολόγος-αεροναυπηγός. Ασχολήθηκε με τη μουσική από νεαρή ηλικία (πιάνο), καθώς και με τον κινηματογράφο αργότερα και τη λογοτεχνία. Παράλληλα με την εργασία του ως αεροναυπηγός, άρχισε να δημοσιεύει από το 1969, μεταφράζοντας τον Μπάρτοκ του Pierre Citron (1969), για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Το 1987 εξέδωσε τα Μουσικά Κείμενα (12 μονογραφίες συνθετών), που είναι μια πρώτη μορφή της παρούσας έκδοσης, εμπλουτισμένης φυσικά και αναθεωρημένης σε μεγάλο βαθμό. Είναι επίσης ο συγγραφέας του μοναδικού για την εποχή του Κινουμένου Σχεδίου – Animation, που έκανε δύο εκδόσεις, το 1975 και το 1985 (η δεύτερη αναθεωρημένη και επαυξημένη), καθώς και διαφόρων θεωρητικών κειμένων και δοκιμίων για τον κινηματογράφο (και το κιν. σχέδιο) στα περιοδικά ΦιλμΣινεμάη λέξη (πρόσφατα) και αλλού. Συνεργάστηκε παλαιότερα στο περιοδικό Τομές σε θέματα λογοτεχνίας. Έγραψε ακόμη τη Ρωσική Πρωτοπορία στην Πεζογραφία (1986), τον Μότσαρτ (1991) και μετέφρασε το μυθιστόρημα Οι Διαβολογυναίκες (Εκείνη που δεν υπήρχε πια) των Μπουαλώ-Ναρσεζάκ (1988), καθώς και αφηγήματα και νουβέλες.