Ηδονική και άφθονη

 

Οι δυο πρασινοελιές που ‘χεις για μάτια

αναρριγούν στη θύμηση του τέμπο εκείνου

Τότε που η ζωή

απλόχερα δινότανε

ηδονική

Τότε που τα φρούτα οι ώριμοι καρποί

σηκώνανε τα πέπλα τους

για να μας σαγηνέψουν

την έναρξη σαν έγνεφε ο Αυγερινός

Τότε που οι νεαροί

τις φιλοφρονήσεις τους ατρόμητα ξεδίπλωναν

σαν τόπια υφάσματα μεταξωτά, λινά και μάλλινα

να μας τυλίξουν στη βαρυχειμωνιά, στ’ αγιάζι

κι έτσι να μας δροσίσουνε

στην κάψα του καλοκαιριού μες στο λιοπύρι.

Τότε που οι άντρες των ονείρων μας

έρχονταν και παρέρχονταν

σαν γάργαρο νερό σε ορεινή πηγή

 

Τότε η ζήση μάς δινότανε ηδονική και άφθονη

Ώσπου φτάσανε τώρα οι μέρες

που σαν σε πράξη απαλλοτρίωσης

μόνο να την αρπάξουμε μπορούμε.

 

Κι αυτό που έμεινε

υπό του πλήθους νεαρών το φέγγος

ως γνώση εμπειρική και βίωμα

τούτο, πως ο άντρας της ζωής μας

είναι εκείνος

με τον οποίο πάντα απόλαυση

το νέο ξεκίνημα σημαίνει

Τα αποδέλοιπα

κατά συνθήκην έρωτες

σε δρομολόγια ρουτίνας

`

*

Καταφύγιο στη θλίψη

 

Βρίσκουμε καταφύγιο στη θλίψη

στις περισπούδαστες αυλές

των ευγενών συναισθημάτων

όταν άφαντοι από καιρό

οι πυλωροί των συγκινήσεων

κι αφύλακτες οι πύλες

απ’ εισβολείς και λεηλάτες

 

Εκείνοι καιροφυλακτούν

να αλώσουνε  την ευτυχία μας

και τρόπαιό τους ακριβό τη νιότη μας

να σύρουν από τ’ άρμα τους

ατιμωτικά και βάναυσα

σπιλώνοντας τις θύμησές μας

 

Στέφουμε πολιούχο μας τη ζείδωρη θλίψη

στου αφανισμού την ύστατη ώρα νουνεχή αρωγό

στο στερνό βήμα το αέναο

σαν σε χορό σουλιώτικο

σαν σε Ζαλόγγου χώμα

 

Η θλίψη άγγελος φρουρός μας στοργικός

πρίγκιπας παραμυθιού, γονιός προστάτης

σε μεταξένιο προσκεφάλι μάς περιθάλπει κανακευτικά

όταν το δάκρυ μες στο κλάμα εξαντλείται

και η λέξη στη διαμαρτυρία στερεύει

 

Τότε που ο τόπος σκηνικό

απ’ άλλο έργο μοιάζει

τότε κι η θλίψη ξεσπαθώνει αποξενωτική

διαβρωτική θλίψη μονάχα

ακυβέρνητη

θλίψη χυμένη σε λευκή κόλλα χαρτί

από του χρόνου το μελάνι θλίψη

 

 

*

ΠΟΙΗΜΑ ΔΙΑΛΟΓΙΚΟ: Το μεγάλο θέαμα της θάλασσας I

 

Φωσφορίζων φαίνεται

ο αφρός των κυμάτων

υπό το φως των υπερωκεάνιων

αρόδο

 

Τα άστρα σιωπηλοί αυτόχειρες

εκεί στον ουρανό

ρίχνονται στο υγρό γκριζωπό στερέωμα

ενόσω η θάλασσα γλείφει την ακτή

με την ίδια βουλιμία

που εσύ γεύεσαι το τρίτο συνεχόμενο μπράουνι

 

Σε ετούτο τον τόπο

ο σκύλος από μαλλί της γριάς

καταπίνει ένα αστέρι ζωντανό

και η γοργόνα πέφτει

καθώς σκοντάφτει με τα φουστάνια της

ως σε ένδειξη διαμαρτυρίας

 

Διαβάτη, αν ποτέ περάσεις από ‘κει

ρώτησε τους θαλάσσιους σαλίγκαρους

εκείνοι επιβλέπουνε τα πάντα.

 

Πένθιμα ή όχι,

εγώ θέλω να κοιμηθώ

με λίκνο μου τον ήχο των κυμάτων

και με προσκεφάλι υδάτινο.