Με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του συγκεντρωτικου τόμου των ποιημάτων του

 

 

Ο Γιώργος Παναγιώτου στη μακρόχρονη ποιητικη πορεία του έχει κατορθώσει να δημιουργήσει και να προσφέρει στο ελληνικο φιλότεχνο κοινο μια άκρως ιδιότυπη και χαρακτηριστικη ποιητικη γραφη, με δικη της φυσιογνωμία και ιδιόκτητο ύφος, που πολυ αμφιβάλλω αν υπάρχει παρόμοιά-της στη σύγχρονη ελληνικη γραμματεία. Είναι, θα έλεγα χωρις δεύτερη σκέψη, ο πιο ολιγογράφος και αναντίρρητα ο πιο λόγιος ποιητης της γενιας του. Εννοω της τρίτης μεταπολεμικης γενιας που έχει κωδικοποιηθει κάτω απο τον γενικο τίτλο «Γενια του 1970» ή «Γενια της Αμφισβήτησης».

Ολιγογράφος ποιητης γιατι στη 46χρονη σχεδον ποιητικη διαδρομη του έχει φιλοδωρήσει το αναγνωστικο κοινο με τέσσερις μόνο ποιητικες συλλογες, με την πρώτη που τιτλοφορείται Κεκραγάριον (σημαίνει ψαλμος, σε πεζη ή έμμετρη μορφη) να έχει κυκλοφορήσει το 1972.

Λόγιος ποιητης γιατι η ποίηση που έχει δημιουργήσει ξεχωρίζει για το πνευματικο βάθος-της, μιας και μεταφέρει μέσα της τέτοιο γνωσιολογικο, νοηματικο, λεκτικο και γενικα γλωσσικο πλούτο που ξεφεύγει κατα πολυ απο τα συνηθισμένα ποιητικα πλαίσια. Αν ο αμύητος αναγνώστης δεν είναι εξίσου καλα αρματωμένος, εννοω πνευματικα οπλισμένος, τον προειδοποιω πως δεν θα μπορέσει ν’ αντιπαραβγει με αξιώσεις απέναντι στην ποίηση του Γ. Παναγιώτου. Εννοω πως δεν θα μπορέσει να διαβάσει, να κατανοήσει και ν’ απολαύσει πλήρως αυτη την ποίηση, αν δεν είναι εφοδιασμένος με τις απαραίτητες γενικες γνώσεις και ειδικα γνώσεις γύρω απο τη σωστη διατύπωση της γλώσσας-μας, αλλα και γνώσεις για τη σύγχρονη Ιστορία, ελληνικη και παγκόσμια. Δηλαδη πρέπει να γνωρίζει επακριβως, παραδείγματος χάρη, τι είναι «η γκρούπα Στάρυχ Ναροντόλτσεβ», το «καταπράσινο λιβάδι του Μπιλοζέρτσεφ», «η γραμμη Όντερ-Νάισε», το «έπος του Fracastorius», ο «σύντροφος Ενκελκχεν» ή, ακόμη, πρέπει να ξέρει ποιος είναι ο «μικροαστος μεσολογγίτης Μπαταριας», ο «κόμης Ανρυ ντε Τουλουζ Λωτρεκ», η «Ζινάιντα Ράικ, σύζυγος Μέγιερχολντ Βσέβολοντ», ο «Νικόλαος Γλυκυς εξ Ιωαννίνων», ο Μπεν Μπελα, ο Ράντοβαν Κάρατζιτς, ο Μπεν Μπαρκα κ.ά.. Μόνο με αυτες τις προϋποθέσεις, πιστεύω, θα εξοικειωθει ο αναγνώστης με την ποίηση του Γ. Παναγιώτου και θα την κάνει κτήμα-του, έστω και συνεταιρικο με άλλους φιλότεχνους. Γιατι, επαναλαμβάνω πως ο ποιητης αυτος έχει χαράξει με τον ποιητικο λόγο-του μία δικη του οδο, δύσβατη νομίζω για τους περισσότερους αναγνώστες.

ΑΓΩΓΟΣ ΓΝΩΣΗΣ: Έτσι όμως, ο αναγνώστης, θα χρειασθει να έχει δίπλα-του και ένα έγκυρο λεξικο αλλα και μία καλη εγκυκλοπαίδεια γενικων γνώσεων για να καταφεύγει σε αυτα όταν και όποτε τα χρειασθει, εφόσον αυτο του επιβάλλει ο ποιητης με το έργο του. Γιατι, για τον Γ. Παναγιώτου, όπως αφήνει ν’ αντιληφθούμε, η ποίηση είναι ένας καλος αγωγος γνώσης. Είναι, με άλλα λόγια, ένας αγωγος παιδείας, υποβάλλοντας-μας ταυτόχρονα πως η ποίηση είναι παντου, σε κάθε στιγμη, σε κάθε πλευρα του καθημερινου ανθρώπινου βίου, αρκει να τη δούμε ή να την ψάξουμε.

Έχω την αίσθηση, λοιπον, πως ο Γ. Παναγιώτου, σε ό,τι αφορα την υπόσταση της ποίησής-του, εμφορείται απο την επικούρεια άποψη ό,τι όλα βρίσκονται σε μια ρευστη κατάσταση, σε μία διαρκη κίνηση. Επομένως τίποτα δεν χάνεται, αλλα όλα μετατρέπονται σε κάτι άλλο, χωρις να αλλοιώνεται ή να χάνεται η πρωταρχικη ουσία-τους. Με αυτη τη θέση-του όμως, μάς καλει, παράλληλα, να συνειδητοποιήσουμε πως η ποίηση δεν είναι προνόμιο των εξαιρέσεων και των εξαιρετικων. Είναι προνόμιο όλων των σκεφτόμενων και προβληματιζόμενων ανθρώπων. Αξίζει να θυμίσω εδω τον Τρισταν Τζαρα (Tristan Tzara) που είχε πει ότι «όλοι οι άνθρωποι ειναι ποιητες, αφου όλοι οι άνθρωποι ονειρεύονται». Όμως και ο Γ. Παναγιώτου, όπως είπα,  δεν απέχει πολυ απο την πιο πάνω άποψη του Τζαρα, όταν μ’ ένα στίχο απο το ποίημα «Pacem in terries», που ανήκει στη συλλογη «Κεκραγάριον»,μας καλει να συνειδητοποιήσουμε πως «τα ποιήματα δεν είναι για να τα θυμάσαι / τα ποιήματα είναι να τα ζεις».

Στη βαθύτερη ουσία-της, η ποίησή-του είναι μία γραφη που στην εκφορα-της τέμνεται με ποικίλα λογοτεχνικα ρεύματα γι’ αυτο και δεν μπορούμε να την εντάξουμε αυστηρα σε κάποια λογοτεχνικη σχολη ή σε κάποιο κίνημα. Μόνο με μία κάθετη και βαθια τομη πάνω στο συμπαγες ποιητικο πέτρωμα του Γιώργου Παναγιώτου θ’ ανακαλύψουμε τη διαστρωμάτωση της ποίησής-του αλλα παράλληλα θα μπορέσουμε να αποκρυπτογραφήσουμε (αν τελικα μπορέσουμε) και τον ποιητικο κώδικά-της.

ΕΡΓΟ ΠΟΛΥΤΡΟΠΙΚΟ: Είναι, με άλλα λόγια, ένα ευρυμέτωπο και πολυτροπικο ποιητικο έργο μέσα στο οποίο ενσωματώνονται ποικίλα και ετερογενη στοιχεία. Γι’ αυτο, στην ποίησή-του, συναντάμε με την ίδια ένταση και πυκνότητα, στοιχεία της παράδοσης, του λυρισμου, του συμβολισμου και ρομαντισμου αλλα και στοιχεία του φουτουρισμου, του υπερρεαλισμου, του αυτοματισμου, του μοντερνισμου και μεταμοντερνισμου, που της δίνουν μια ιδιαίτερη λάμψη. Ακόμη, της δίνουν, θα πρόσθετα, μία αόριστη γοητεία αλλα και μία άφατη μαγεία.

Με όλα αυτα τα χαρακτηριστικα που κατέγραψα μόλις πιο πάνω, και τα οποία ουσιαστικα σκιαγραφουν σε αδρες γραμμες την ποίηση και την ποιητικη-του, μαζι με τη γλωσσοπλαστικη δύναμη που τον διακρίνει, ο ποιητικος λόγος του Γ. Παναγιώτου καταλήγει να είναι κυματώδης και παλλόμενος, πνευματώδης και νευρώδης, οραματικος και οικουμενικος, λαμπερος και σκοτεινος, ελλειπτικος και ερμητικος, γεμάτος φαντασία και ουσία, θέρμη και ζωντάνια. Η επινοητικότητά-του, σε ό,τι αφορα την ανάπτυξη και τελειοποίηση του ποιητικου λόγου-του, είναι ανεξάντλητη, κυριολεκτικα αστείρευτη! Παιδεύει (και παιδεύεται) πραγματικα όταν, με σκληρη δουλεια, πλάθει τον ποιητικο λόγο-του, μέχρι να του δώσει το επιθυμητο αποτέλεσμα. Εννοω πως τον γυρίζει απο εδω, τον αναποδογυρίζει απο εκει, τον κτυπάει κάτω όπως ο ψαρας το χταπόδι, τον ανασυνθέτει, τον τροχίζει, τον λειαίνει και τον αναδιατάσσει συνεχως, δίνοντάς-του τελικα αδιανόητες διαστάσεις!

ΧΩΡΙΣ ΕΠΙΓΟΝΟΥΣ: Στο οριστικο πλάσιμό-του όμως, αυτος ο ποιητικος λόγος καταλήγει να είναι μονήρης ή καταλήγει να φαίνεται αταίριαστος. Θέλω να πω πως διαθέτει μία μοναδικότητα που δεν είναι εύκολο να αντιγραφει ή ν’ αποτελέσει αντικείμενο μίμησης. Άρα, είναι καταδικασμένος να λειτουργει μέσα σε απόλυτη μοναξια, στερημένος απο επιγόνους, όπως ακριβως συνέβη και με την ποίηση ή, καλύτερα, με τον τρόπο γραφης της Ελένης Βακαλο, της υπέροχης ποιήτριας της πρώτης μεταπολεμικης γενιας.

Αυτη η μοναδικότητα όμως της ποίησής-του (κατ’ άλλους αδυναμία) ίσως να συνιστα απο μόνη-της και την ακαταμάχητη υπεροχη αυτου του ευφυους δημιουργου! Η περίπτωση του Γιώργου Παναγιώτου, ως ανθρώπου και ως ποιητη, μου θυμίζει, τολμω να πω, εκείνες «τις ιερες ψυχες» για τις οποίες ο Μπωντλαιρ έλεγε «ότι είναι καταδικασμένες να πορευτουν προς το θάνατο και τη δόξα μέσα απο τα προσωπικα-τους ερείπια».

Οι γενικες αυτες διαπιστώσεις, αλλα και όσες θ’ ακολουθήσουν στη συνέχεια, προκύπτουν αβίαστα μέσα απο την ανάγνωση του συγκεντρωτικου τόμου που κυκλοφόρησε το 2018, κάτω απο τον γενικο τίτλο Κεκραγάριον και άλλα ποιήματα (ως είδος Απάντων) και περιέχει όλο το δημοσιευμένο ποιητικο έργο-του. Συγκεκριμένα, σε αυτο τον τόμο περιλαμβάνονται οι συλλογες Κεκραγάριον, Αγκαλα και φιλελεύθεροι, Σώμα Πέλαγος και Αντι-ποίηση ελευθερίας. Δίνω στη συνέχεια το ποίημα «φθορα», απο τη συλλογη «Κεκραγάριον», ως ενδεικτικο δείγμα της δουλειας του Γιώργου Παναγιώτου:

 

ο καθρέπτης κοιμήθηκε

η μπόρα πέρασε γοργα σα πεταλούδα

θολα νησια θ’ αναδυθουν στη γειτονια

όταν θα πέφτουν τα φύλλα

νυχτερινο κυκλάμινο η πυρκαγια

η σκια μιαν αγκάλη προσμένει

στο ακρογιάλι τα χαρτια γελουν

πόθους νυχτερεμένους φτερακίζουν

ξημέρωσε

ο ερωτικος πόνος επέστρεφε

χρώματα, πουλια, λουλούδια

στων κυμάτων το φλοίσβο

γλυκια πλάνη μου λείπεις

τα γαλανα-σου μάτια επίστεψα

της αγάπης ο ήλιος βασιλεύει

                                         Σελ. 72

 

ΣΠΑΝΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ: Στην προσπάθειά-μου, λοιπον, ολικης θεώρησης και αποτίμησης της ποίησης του Γ. Παναγιώτου, πέραν απο τον τρόπο και το ύφος της γραφης-του, εκείνο που επίσης εντυπωσιάζει, και μάλιστα έντονα, είναι και το πλούσιο λεξιλόγιο με το οποίο δημιουργει τα ποιήματά-του, το οποίο δεν αμφιβάλλω ό,τι θα καταστει αντικείμενο προβληματισμου, σχολιασμου ή και μελέτης απο πολλους άλλους αναγνώστες και μελετητές-του. Αναφέρομαι βέβαια στις σπάνιες λέξεις που χρησιμοποιει, τις εντελως άγνωστες, λόγιες και λαϊκες, που αντλει μέσα απο την αρχαία αλλα και τη σύγχρονη ελληνικη γλώσσα, καθαρεύουσα και δημοτικη, με αποτέλεσμα ν’ αναγκάζει πολλες φορες τους αναγνώστες-του να καταφεύγουν σε λεξικο, (ή και λεξικα), για τη σωστη ερμηνεία-τους. Είμαι σίγουρος πως δεν είναι γνωστες στο ευρυ αναγνωστικο κοινο λέξεις όπως παραδείγματος χάρη ίφθιμε, ελώρια, υρκάνεια, κύσθος, ίσμπα, σταλίες, φερέοικο, σκύμνοι, ερυσίπελας, Σκριμίδι, απομύζουρις, αλάστορες, οιχαλίων, ύσκα, ταξιανθία, εγχέσπαλος κ.ά..

Ο Γ. Παναγιώτου όμως, πέραν απο την ανάσυρση μέσα απο τη σκόνη του αδέκαστου χρόνου, την επανεργοποίηση και τη λειτουργία αδρανων λέξεων, είναι και πλάστης, εννοω κατασκευαστης, νέων και ωραίων λέξεων, ιδίως σύνθετων, απότοκο πιστεύω των πλούσιων φιλολογικων αλλα και ευρύτερων γνώσεων-του, που είναι απο τους σταθερους τροφοδότες της ποίησής-του. Πρέπει να τονίσω όμως, πως η φιλολογικη σκευη του Γ. Παναγιώτου υπηρετει σωστα την ποίηση-του, χωρις να την υπονομεύει ή να την επικαλύπτει. Δημιουργει, λοιπον, λέξεις όπως παραδείγματος χάρηαστροβάτης, ερωτοδιαματάρης, πυρίκορμη, κυνολειχολογία, χαιρονυμφίων, αωροθάνατη, σαρκοανάφτρα (λευτερια), μυθόχρονος, ρυποδονόμος κ.ά.. Ας μην ξεχνάμε όμως πως «οι λέξεις είναι η αστροφεγγιά του νου», όπως λέει σ’ ένα στίχο-του ο Λευτέρης Πούλιος, και πως μόνο αυτες μπορουν να γίνουν τα οχήματα που θα μεταφέρουν στον αναγνώστη τις σκέψεις, τους στοχασμους και τα αισθήματα του δημιουργου!

ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΦΟΡΜΕΣ: Επιπλέον, ο Γ. Παναγιώτου, όπως έχω διαπιστώσει, όταν δημιουργει τα ποιήματά-του, συνειδητα επιχειρει ν’ αγνοήσει ή να σπάσει τις καθιερωμένες ποιητικες φόρμες, με απώτερο στόχο να δώσει μεγάλη ελευθερία αλλα και μία ανεξέλεγκτη προβολη στις λέξεις που επιλέγει για να συνθέσει τα ποιήματά-του. Κατ’ αυτο τον τρόπο, οι λέξεις μέσα στα ποιήματά-του, τις περισσότερες φορες, μοιάζουν με εξαγριωμένα, επιθετικα και φονικα πουλια – όπως τις «Στιμφαλίδες όρνιθες» – που διέρχονται επικίνδυνα μπροστα απο τα μάτια των αναγνωστων-του. Ακριβως, έτσι όπως το διατυπώνει και ο ίδιος, (άσχετα αν η άποψή-του εκπορεύεται απο άλλη οπτικη γωνία), στην αρχη του ποιήματος «Γενέθλια ημερομηνία», όταν γράφει πως «η λέξη / είναι μία μαχαιρια / στην καρδια των ανύποπτων».

Επαναλαμβάνω, λοιπον, πως ο Γ. Παναγιώτου επικροτει μία αταξία στις λέξεις. Αταξία που είναι βέβαια ευδιάκριτη μέσα στα ποιήματά-του, ερχόμενος έτσι σε ριζικη αντίθεση με τη γνωστη ρήση τουPaul Valery που έλεγε «πως η ποίηση είναι μία σοφη ταξινόμηση λέξεων».

ΤΑ ΠΑΡΑΘΕΜΑΤΑ: Μεγάλη εντύπωση στον αναγνώστη προκαλουν ασφαλως και τα πολλα και διάφορα παραθέματα που χρησιμοποιει, σαν μότο, στην αρχη κάθε ποιήματός-του, που δεν είναι τίποτε άλλο παρα στίχοι ή αποφθέγματα μεγάλων πνευματικων ανθρώπων, τόσο απο την Ελλάδα όσο και απο άλλες χώρες, όπως των Άγγελου Σικελιανου, Γιώργου Σαραντάρη, Τάκη Σινόπουλου, Ν. Γ. Πεντζίκη, Άρη Αλεξάνδρου, Νίκου Εγγονόπουλου, Μιχάλη Κατσαρου, Θωμα Γκόρμπα, Κώστα Καρυωτάκη, Γιάννη Δάλλα, Πρόδρομου Μάρκογλου, Άκη Πάνου, Νικόλα Άσιμου, Μιχάλη Μπουρμπούλη, Βασίλη Αλεξάκη, Άγγελου Τερζάκη αλλα και των Μπέρτολντ Μπρεχτ, Πάμπλο Νερούδα, Σαιν Τζων Εξυπερυ, Ζαν Λυκ Γκονταρ, Ουίλλιαμ Μπλέικ, Αλπερτ Καμυ, Νόβαλις, Ρόμπερτ Φρόστ, Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι, Μιγκελ ντε Σαλαμπερ, Βίκτορ Χάρα, Άλεν Γκίνσμπεργκ, Ράζας Λούξεμπουργκ, Τζούλιαν Χάξλευ, Σάλμαν Ρουσντι, Φρίντριχ Νίτσε κ.ά..

Στην πραγματικότητα όμως, όλα αυτα τα παραθέματα, που κατα κάποιον τρόπο αναδεικνύουν (και αποδεικνύουν) και αυτα με τη σειρα-τους, μ’ έναν άλλο τρόπο, το μέγεθος της πνευματικης σκευης του ποιητη, αποτελουν τους γερους και πλατιους θεμελιους πάνω στους οποίους στηρίζονται και ορθώνονται οι δικες-του σκέψεις και οι δικοι-του στοχασμοι, για τα οποία γινόμαστε κοινωνοι μέσ’ απο τους στίχους-του.

Η ΔΙΑΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ: Η λειτουργικη διακειμενικότητα είναι ένα άλλο διακριτο χαρακτηριστικο της ποίησης του Γ. Παναγιώτου. Με αυτο θέλω να επισημάνω πως σε μεγάλο μέρος της ποίησής-του διαβλέπω να διεξάγεται ένα επιτυχες επικοινωνιακο παιγνίδι με άλλα είδη λόγου, έμμετρα ή πεζα, αλλα και διάφορα άλλα είδη κειμένων όπως πολιτικες ομιλίες, λόγοι, ρεπορτάζ, σχόλια, άρθρα κ.ά.. Πιο απλα (και κατανοητα) αναφέρω πως μέσα στην ποίησή-του εντοιχίζει ή ενσωματώνει με μεγάλη μαστορια, με στόχο την υλικη ενδυνάμωσή-της αλλα και την ηθικη θωράκισή-της, ξένα κείμενα, αρχαία ή σύγχρονα, που ανήκουν σε διακεκριμένους Έλληνες αλλα και σε ξένους συγγραφεις.

ΧΩΡΙΣ ΟΡΟΘΕΣΙΑ: Είναι ακόμη άξιο αναφορας το γεγονος ό,τι ο Γ. Παναγιώτου δεν περιορίζει την ποίησή-του σε στενα τοπικα και χρονικα πλαίσια. Δηλαδη, το χωροχρονικο πλαίσιο της ποίησής-του δεν οριοθετείται. Απεναντίας, ο ποιητης, με κάθε τρόπο και μέσο προσπαθει να ξηλώσει και να αφαιρέσει τα οροθέσια, όπου με αυτο τον τρόπο αναδεικνύεται στις πραγματικες διαστάσεις-της η ποιητικη κοσμογραφία-του. «Ο χρόνος / Χρόνο δεν έχει», όπως πολυ εύστοχα γράφει στο ένατο ποίημα της συλλογης «Σώμα Πέλαγος». Έτσι, μέσα στην ποίησή-του υπάρχει και αντανακλάται όλη ή μεγάλο μέρος απο την ανθρώπινη κοινωνία. Υπο αυτη την έννοια, η ποίησή-του πλέον απευθύνεται και αγκαλιάζει όλη την ανθρώπινη κοινότητα, σε όλα τα γεωγραφικα μήκη και πλάτη. Με άλλα λόγια, εγκιβωτίζει και κατευθύνει το εντόπιο σε μία διεθνη προοπτικη αλλα και αντίστροφα. Γράφει στο ποίημα «Εξ-ισμος»:

 

«Τα τανκς του Περου δεν λερώνουν, δεν βιάζουν,

δεν γαυγίζουν, πηγαίνουν πρόθυμα στην τουαλέτα

Τα τανκς του Περου είναι δικα-μας

Ανελλιπως παρακολουθουν τα μαθήματα κατηχητικου

Και τα κηρύγματα του καρδιναλίου Μιδζέντυ

Όσο και το περι σοσιαλιστικων περασμάτων

Δίδαγμα της αυτοκρατείρας Ιζαμελίτας Βιντέλα

Ρευστότητα συγκολλούμενη με μεταπρατικες διεμβολίσεις

              ¨Βγάλτε απο τη θύρα την πλάνα βούλα

               Ανάψτε όλους τους πολυελαίους

               Ρίξτε βάλσαμο σε μια ψυχούλα

               Σαν ταπεινα αδέλφια τους ελέους¨

                     (Αγκαλα και φιλελεύθεροι, σελ. 130)

 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ: Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και για την Ιστορία, όπου άλλοτε υποφώσκει και άλλοτε αστράφτει μέσα στους στίχους-του. Μέσα στην ποίησή-του όμως, η ελληνικη Ιστορία συναντάται ή διασταυρώνεται αποτελεσματικα και με την Ιστορία άλλων λαων ή άλλων προβεβλημένων  γεωγραφικων τόπων. Η Ιστορία υπάρχει και λειτουργει πραγματικα με μοναδικο τρόπο μέσα στην ποίηση του Γ. Παναγιώτου. Και αυτο οφείλεται νομιζω στο γεγονος πως η ποίησή-του δεν εδράζεται γύρω απο ένα κεντρικο άξονα αλλα, σε κάθε συλλογη-του, διαχέεται και εξακτινώνεται προς διάφορες κατευθύνσεις, άσχετα αν προκύπτουν απο αυτη την προσπάθειά-του και κάποια σταθερα επαναλαμβανόμενα θεματικα μοτίβα ή ποιητικα σχήματα, τα οποία όμως, όπως έχω διαπιστώσει, βρίσκονται καλα διηθημένα στην ποίησή-του. Δεν είναι τυχαίο, επομένως, που απουσιάζουν απ’ όλα τα ποιήματά-του οι άμεσες ιστορικες σημάνσεις ή οι τοπικοι προσδιορισμοι. Ενδεικτικο των όσων αναφέρω είναι το ποίημα «Μαθήματα Ιστορίας 1», απο τη συλλογη «Αντι-ποίηση ελευθερίας».

 

Αρνητικο φωτογραφίας

Ανεπίδοτη κλαγγη της ιστορίας

Η Κίνα λευκη αντι κόκκινη

Τσαγκ Κάι-Σαγγάη αντι Μάο

με τα γρανάζια του Γιαγκ Τσε

πολύβουο άστρο,

βελονισμος αράχνης

Επτάχρονη κορδέλα της Πρέσπας

που αντι για δάσκαλο

σου στέλναν χωροφύλακα

Αναλγησία εξοπλισμων,

απειλες ανίκανες

να δολοφονήσουν το όνειρο

άλλωστε

τα όνειρα δεν καρατομούνται

Εύφοροι κωδωνοκρούστες

Γράμμος και Μεγάλη Πορεία

                                 Σελ. 183

 

ΔΡΙΜΕΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ: Με αυτα τα δεδομένα όμως, η ποίησή-του, στο σύνολό-της, καταλήγει να είναι κοινωνικη και συνάμα πολιτικη. Βέβαια, και αυτο πρέπει να το ξεκαθαρίσω ευθυς εξ αρχης, ο Γ. Παναγιώτου δεν κάνει προπαγάνδα μέσα απο την ποίησή-του, ούτε και συνθηματολογει υπερ της μίας ή της άλλης πολιτικης ή κοινωνικης κατάστασης. Ασκει όμως έντονη και δριμεία κριτικη προς διάφορες πλευρες μέσα απο την ποίησή-του. Δηλαδη, εντοπίζει τα κακως έχοντα, είτε αυτα αφορουν την Ιστορία, είτε την πολιτικη και κοινωνικη ζωη των Ελλήνων, για τα οποία, όπως ανάφερα ήδη, ασκει ανελέητη κριτικη. Κοντολογις, λέει τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη. Θέλω να πω, πως με τον ποιητικο λόγο-του, σχολιάζει ή λέει ελεύθερα, προπαντός άφοβα, τα πράγματα με τ’ όνομά-τους, χωρις όμως ο λόγος-του να εκπίπτει απο την ποιητικη αξία-του. Γράφει στο ποίημα «Οδικος κόμβος», απο τη συλλογη «Αγκαλα και φιλελεύθεροι»:

 

«…Ο τόπος-μου ένα φθαρμένο νόμισμα

να σεργιανίζει λάφυρο

στα χέρια των βαρβάρων

όπου ροη,

όπου βυθος,

όπου λυτο κεμέρι

εκει της βασκανίας λειτουργια

Μαυροκορδάτοι και χαμαίμηλον

Ο τόπος-μου ένα φθαρμένο νόμισμα

και μία φυρονερια

να τον βατεύουν οι ασπάλακες αιώνια»
Σελ. 107

 

ΠΙΚΡΑ ΚΑΙ ΟΡΓΗ: Όλα αυτα, βέβαια, είναι μία οδυνηρη διαδικασία που αναπόφευκτα επιφέρει στο δημιουργο, άλλοτε έκδηλα και άλλοτε υποδόρια, πίκρα, οργη και απογοήτευση, με αποτέλεσμα αυτα τα συναισθήματα να μεταφέρονται και στην ποίησή-του. Ακόμη, στιγμες-στιγμες, η ποίησή-του γίνεται σαρκαστικη και ενίοτε αυτοσαρκαστικη, πράξη που συμβάλλει πιστεύω στην ψυχικη εκτόνωση αλλα και στην ψυχικη κάθαρση, τόσο του ίδιου όσο και των υπόλοιπων συμπολιτων-του που διαβάζουν την ποίησή-του. Γράφει χαρακτηριστικα στο ποίημα «Homeostasis», απο τη συλλογη «Κεκραγάριον»:

 

«αγόρι των δεκαοχτω χρονων

ξεσκολισμένο μην ξεχνας

η Ιθάκη των νόστων αλλαξοπίστησε

παντρεύτηκε τον γουρλομάτη Πολύφημο

μασάει ποπ-κορν και τσίχλες

τώρα την ξέρουν όλοι Ithaca

Πως να προσευχηθεις για τον αιώνα-μας

όταν η προσευχη σου καίει τα χείλη»

                                                   Σελ. 48

 

Και στο ποίημα «Θριαμβικο», απο τη συλλογη «Αντι-ποίηση ελευθερίας, θα σαρκάσει:

 

«Ευαισθησία της λάσπης

Ευρώπη νεκροταφείο προφητων

Ευρώπη νεκροταφείο ποιητων

Ανυπόληπτα ύποπτων»

                                        Σελ. 199

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ-ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ: Σε ό,τι αφορα τη μορφη της ποίησής-του, αξίζει ν’ αναφέρω πως ο Γ. Παναγιώτου, αρχίζοντας την πνευματικη πορεία-του, πρωτοτύπησε και σ’ ένα άλλο σημείο, όταν κατάργησε σχεδον όλα τα σημεία της στίξης απο τα ποιήματά-του. Ειδικα στη συλλογη«Κεκραγάριον», ο ποιητης παραμέρισε τελείες και κόμματα καθως και τα κεφαλαία γράμματα, με αποτέλεσμα οι εικόνες και οι στίχοι-του να παρουσιάζονται χωρις συνοχη, εντελως ασύνδετοι μεταξυ-τους. Με αυτο τον τρόπο όμως κατάφερε ο κάθε στίχος του να περιέχει μία ολοκληρωμένη ιδέα ή ν’ αποτελει ένα εν δυνάμει ολοκληρωμένο ποίημα.

Επιπλέον, κατόρθωσε, να διαβάζεται δύο φορες το κάθε ποίημά-του! Να διαβάζεται δηλαδη τόσο απο την αρχη προς το τέλος, όσο και απο το τέλος προς την αρχη, με τον αναγνώστη να έχει την ευχέρεια της πρόσληψης δύο εντελως διαφορετικων εκδοχων του ποιήματος. Πρόκειται για ποιήματα-νομίσματα, όπως θα έλεγε ο αξέχαστος Χρήστος Μπράβος, «που επιβάλλουν δύο αναγνωστικες απόψεις»! Επίτευγμα πραγματικα σπάνιο, απο τα λίγα στη νεοελληνικη λογοτεχνία! Για επικύρωση των όσων υποστηρίζω, δημοσιεύω εδω το 6ον ποίημα απο τη συλλογη «Κεκραγάριον», για τ’ οποίο προτρέπω τους αναγνώστες να το διαβάσουν και απο το τέλος προς την αρχη-του:

 

Χθεσινοι ήλιοι τραγουδουν

τις μεταπτώσεις της γαλήνης

δύσκολη περιπέτεια

η δίχως τίτλο ζωη

οι μυστικες προσδοκίες του πόνου

αναβιώνουν τη μοναξια

του ξεφτισμένου τάφου

                                         Σελ. 16

 

Σε ότι αφορα όμως τη μορφη και το ασύνδετο των στίχων του Γ. Παναγιώτου, αρκετα εύστοχη, διεισδυτικη και σφαιρικη είναι η άποψη του Ευάγγελου Κ. Βαλσαμίδη, όπως την έχει διατυπώσει σε σχετικο κείμενό-του που δημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικο περιοδικο «Οδος Πανος», τεύχος 113, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2002. Γράφει:

«Στην εξάρτηση της μορφης που παίρνει ο ποιητικος λόγος του Γ. Α. Π., διακρίνουμε το σπουνδυλωτο, το ασύνδετο, το ασυνεχες, το ασύμπλεκτο, το άναρθρο, το επιθετικο, με σπάνια τη χρήση του επιθέτου, το αμετάβατο του στίχου (σπανίως ο στίχος «συνεργάζεται» με τον επόμενο στίχο), παντελης απουσία στίξης, κάθε στίχος και τίτλος ενος εν δυνάμει ποιήματος, ονόματα σε κίνηση, υπερ – χρήση της γενικης των ονομάτων και όλα αυτα με μια υποδόρια ροη οργης, ως κοινο παρονομαστη των ημερων».

ΣΤΕΡΕΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΥΜΠΑΝ: Ολοκληρώνοντας αυτο το προοίμιο στην ποίηση του Γ. Παναγιώτου, που στον πυρήνα-της, και κυρίως στην πρωτογενη ουσία-της, παρέμεινε ενιαία και αδιάσπαστη σε όλες τις φάσεις-της, συγκροτώντας έτσι ένα στέρεο ποιητικο σύμπαν, θα έλεγα πως αυτη η ποίηση αποσκοπούσε ανέκαθεν στη διερεύνηση και ιχνογράφηση της υπαρξιακης περιπέτειας του ανθρώπου και της μοίρας-του μέσα απο τη διαιώνια διαδρομη-του αλλα, παράλληλα, αποσκοπούσε και στη διερεύνηση και χαρτογράφηση της πανάρχαιης οντότητας της «ποθεινης πατρίδας»-του στη μακρόχρονη ιστορικη παρουσία-της επι του πλανήτη-μας. «Σε τούτο το ακρωτήρι των κλαυθμων που λέγεται Ελλάδα», όπως χαρακτηριστικα λέει σ’ ένα ποίημά-του.

Δεν θα διστάσω, λοιπον, να σημειώσω πως ο συγκεντρωτικος τόμος με τα ποιήματά-του Γιώργου Παναγιώτου συνιστα τη θεωριτικοπολιτικη ανθρωπογεωγραφία της ποίησης-του, την οποία ο δημιουργος-της διαμόρφωσε με σπουδη και περίσκεψη, απο μέρα σε μέρα, απο συλλογη σε συλλογη, οδηγώντας-τη στην τελικη και οριστικη ολοκλήρωσή-της.

Επιπλέον, ανενδοίαστα θα έλεγα, πως ο ποιητης αυτος, με τις τολμηρες αναζητήσεις-του, τον ιδιόμορφο και ευφυη ποιητικο λόγο-του, οδήγησε την σύγχρονη ελληνικη ποίηση σε νέες πνευματικες περιοχες, εντελως παρθένες και άγνωστες στο φιλότεχνο κοινο της Ελλάδας, που επέφεραν θεαματικες κατακτήσεις. Πνευματικες κατακτήσεις που αποδείχθηκαν, σε τελικη ανάλυση, ωφέλιμες σε όλους, εφόσον ανέβασαν πολυ ψηλα τον δείκτη της ποιότητας της ελληνικης ποίησης.

Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ: Έχω την ισχυρη γνώμη όμως, πως αυτη η τόσο ενδιαφέρουσα ελληνικη ποιητικη φωνη έχει αγνοηθει μεγαλοπρεπως, σκόπιμα και μεθοδευμένα πιστεύω, με αποτέλεσμα να μην έχει εκτιμηθει και αξιολογηθει όσο της αξίζει. Ειδικα, θα έλεγα πως δεν έχει βρει ακόμη την κριτικη αναγνώριση που δικαιούται. Έτσι, η μέχρι σήμερα υποδοχη που επιφυλάχθηκε στο ποιητικο έργο-του δεν στάθηκε, εικάζω, ανάλογη της αξίας-του. Είναι καιρος, λοιπον, τώρα, με την έκδοση του συγκεντρωτικου τόμου των ποιημάτων-του, (παρόλο που ο ποιητης, για αδιανόητο για μένα λόγο, θέλει να παραμείνει η ποίησή-του «εκτος εμπορίου»), ν’ αρθει, έστω και καθυστερημένα, αυτη η μεγάλη παράλειψη και αδικία. Και το κέρδος, επαναλαμβάνω, που θα προκύψει απο αυτη την επανεκτίμηση της ποίησής-του, είμαι σίγουρος πως θα είναι αρκετα μεγάλο και θ’ αφορα (κατ’ εμένα αυτο είναι και στο σπουδιαότερο) όλο τον πνευματικο κόσμο του μείζονος ελληνισμου. Και ας μην προστρέξουν, προς Θεου, κάποιοι να πούνε πως η ποίηση του Γιώργου Παναγιώτου είναι δύσκολη, γι’ αυτο και δύσκολα προσλαμβάνεται απο την κριτικη και το μεγάλο αναγνωστικο κοινο. Γιατι η άποψη αυτη δεν στέκει· στερείται πιστεύω ουσιαστικου νοήματος, εφόσον την ποίηση, για να την καταλάβει κάποιος χρειάζεται πρώτ’ απ’ όλα να την πλησιάσει με μεράκι και αγάπη και μετα ακολουθουν όλα τ’ άλλα, όπως η προπαίδεια, η εξάσκηση και η εξοικείωση που θα επιχειρήσει πάνω στις δύσκολες πλευρες-της. Συνεπως, για μένα, δεν υπάρχει τίποτα δύσκολο στην περιρρέουσα ατμόσφαιρά-μας, ειδικα όταν αυτο το δύσκολο υποβάλλεται κάτω απο την κεραύνια δύναμη και τη βάσανο της ανθρώπινης σκέψης.

Στο τέλος του βιβλίου-του, και συγκεκριμένα στον τελευταίο στίχο, του τελευταίου ποιήματός-του που τιτλοφορείται «Εκτελέσεις» (τίτλος νομίζω αρκετα συμβολικος), ο Γ. Παναγιώτου βάζει τη γοργόνα «ακατάπαυστα να ρωτα» αν «ο Άκης Πάνου πρόσφερε στο λαϊκο πολιτισμο;». Άραγε, ο στίχος αυτος να είναι ένας έμμεσος υπαινιγμος για την τύχη (ή καλύτερα για την εν ψυχρω εκτέλεση) που επιφυλάχθηκε μέχρι σήμερα στην ποίησή-του;

Στις άγριες μέρες που διάγουμε «δεν είναι εύκολο να είσαι επιζων», προειδοποιει τους πάντες με αυτόν τον υπέροχο στίχο του. Η ποίησή του όμως, θέλω να πιστεύω, πως θα επιζήσει και πως θα υπάρχει και τα επόμενα χρόνια, για να χορταίνει και να ευφραίνει τους μελλοντικους αναγνώστες του, είτε αυτοι είναι πεινασμένοι, είτε είναι χορτάτοι.

 

* Ο συγγραφέας του κειμένου ακολουθει κανόνες του μονοτονικου που καθιέρωσε ο Αντώνης Μυστακίδης-Μεσεβρινος