Τις φθινοπωρινές νύχτες του Οκτώβρη
Όταν ξάφνου το πούσι σκεπάζει σαν νυφικό πέπλο τον ορίζοντα
Τούτες τις βραδιές αρέσκεσαι να σεργιανίζεις.
Με το μισοτελειωμένο σου τσιγάρο να κρέμεται από τα χείλη σου
Ενώ διασχίζεις τα πλακόστρωτα καλντερίμια της νωχελικής μας πόλης.
Αυτές τις στιγμές καρδιά μου εγώ σε νοσταλγώ.
Ποιο το νόημα να γυρνάς σε κρύες νύχτες σαν τον Μορφέα;
Σαν φτάσεις στις τελευταίες τζούρες και σαν ο καημός λιγοστέψει
Λογίσου πως μια ψυχή για σένα αγρυπνεί.

*

Χαμένος στα βιβλία της γραμματικής.
Ξέπεσα τυχαίως στα σημεία στίξεως.
Κι ενώ βυθιζόμουν στα γράμματα.
Το μυαλό μου σάστισε και σκέφτηκε.
Πολλοί αγάπησαν την άνω τελεία.
Πάντα υπάρχει κάτι που θέλουν να αναλύσουν.
Όλοι λάτρεψαν την παύλα.
Ο εγωισμός τους μεγάλος σαν είναι πάντα διακόπτουν.
Με το κόμμα γίνανε όλοι φίλοι καρδιακοί.
Όλο λόγια θέλουν να προσθέτουν.
Το κενό τους άδοξα να συμπληρώνουν.
Μα εγώ ο δύσμοιρος από λόγια χορτασμένος.
Την τελεία την αγάπησα.

*

(Στον καπετάνιο αδερφό μου)
Σαν σαλπάρεις μόνος σου στα ανοιχτά
Στα άγρια πελάγη,
Τον σταυρό του Νότου θα χεις συντροφιά
Τον πόνο σου να γιάνει.

Δεκαοχτώ δεν ήσουνα
Όταν πρωτολούστηκες με αρμύρα
Το κουράγιο σου όμως ανήμερο θεριό.
Σου έδωσε στον ήλιο μοίρα.

Η περίλυπη η μάνα
Ολημερίς θρηνούσε
Που το παιδί της επήρανε μακριά.
Συνέχεια πίσω το ζητούσε.

Τα λόγια είναι φτώχια
Μεγάλε μου αδερφέ.
Μα να χεις στο νου σου όλα αυτά
Σαν τριγυρνάς στο γραφικό το Σάντα Φε.

Θα δεις οι μέρες γρήγορα κυλούν
Από το βαπόρι σύντομα θα βγεις.
Ο καιρός θα έρθει σαν ειδωθούμε
Τις εμπειρίες σου σε όλους θα διηγηθείς.

Ο Χαρταετός

Δες πέρα μακριά τους χαρταετούς
Δες, δες πως τον ουρανό ατενίζουν
Και περήφανοι σαν άλλοι Πήγασοι
Καυχιούνται για την ομορφιά τους.
Δες με τι ωραία χρώματα είναι ζωγραφισμένοι
Η ουρά τους η μεγάλη με τους πολύχρωμους φιόγκους
Τυλίγει όλη την πλάση.
Καμάρωσε μέχρι εδώ την ομορφιά τους αλλά αν αγαπάς
Άκου την συμβουλή μου.
Το σχοινί κάνε πως δεν το βλέπεις.
Αυτό το καταραμένο είναι το αέναο ανάθεμά τους.
Πάντα δείχνουν ότι με χάρη ρεμβάζουν στο απέραντο γαλάζιο
Μα μέσα τους βαθιά γνωρίζουν πως είναι φυλακισμένοι.
Χρέος σου φίλε μου να είναι να τους ελευθερώνεις
Με κάθε ευκαιρία κόβε με περίσσια λαχτάρα το σχοινί
Οι ψυχές ελεύθερα πάντα θε να πετούν.
Και μόλις κόψεις το ρημάδι βαθιά ανάσα πάρε
Ξέροντας πως απελευθέρωσες την τυραννία τους.