[…] Εν ενί λόγω, όπως όλοι οι Εσκιμώοι αλιείς, όλοι οι Άραβες ιππείς και όλοι οι αρχαίοι Πάρθοι τοξόται, ούτως και όλοι οι σημερινοί Έλληνες είναι πολιτευταί, όλοι ψηφοθήραι, όλοι κομματάρχαι και εκ τούτου και κάπως ρήτορες εξ ανάγκης! Εκδηλώσεις της δραστηριότητος του ελληνικού πνεύματος πραγματικαί, ζωνταναί και άξιαι προσοχής δεν υπάρχουσιν άλλαι πλην της αρθρογραφίας και της πολιτικής ρητορείας. Πολύ εν τούτοις θα ηπατάτο ο αγόμενος εκ των ανωτέρω να πιστεύση ανάλογον της σπουδαιότητος της πολιτικής την χρησιμότητα της ρητορικής. Αύτη, πλην εκτάκτων τινών περιστάσεων, δεν είναι παρά δευτερεύων παράγων εκλογικής επιτυχίας, απλούν επικούρημα λυσιτελεστέρων προς άγραν ψήφων αγκίστρων.

Πολύ τω όντι χρησιμώτερα των όσων δύναται ο υποψήφιος να βροντοφωνήση από του εξώστου αποτεινόμενος απ’ ευθείας εις τους εκλογείς, είναι όσα ψιθυρίζει εις το ωτίον του δημάρχου και του κομματαρχίσκου, αφού μόνον κατ’ όνομα άμεσοι και πράγματι έμμεσοι απομένουσιν ακόμη εν Ελλάδι αι έκλογαί. Διά να είμεθα εν τούτοις ακριβείς πρέπει να προσθέσωμεν, ότι από τινών ετών φαίνεται τείνουσα ν’ αυξήση η χρησιμότης της δημοκοπίας, αφού εις ταύτην κυρίως πρέπει ν’ αποδοθώσιν αι εκλογικαί επιτυχίαι του λαοπροβλήτου ημών πρωθυπουργού. Κατά παράδοξον όμως αντίθεσιν, εφ’ όσον αυξάνει κατά τας εκλογάς η αξία της δημεγερτικής ευγλωττίας, κατά τοσούτον φαίνεται ελαττουμένη και σχεδόν εκλείπουσα η χρησιμότης της ρητορικής δεινότητος από του βήματος της Βουλής. Αν αρκή να παρασύρη τον εκλογέα η παρά του τυχόντος δημοκόπου ενδέκατη επανάληψις δεκάκις ήδη αθετηθείσης υποσχέσεως, αδύνατον αφ’ έτερου θα ήτο εις τον άριστον των ημετέρων ρητόρων να πείση τους εν τη Βουλή συναδέλφους του ότι έχουσιν άδικον να θεωρώσι τετράγωνον την σελήνην ή συμφέρουσαν την κατάργησιν της στρατιωτικής αστυνομίας.

Τοιούτο κατόρθωμα θα ήτο ανώτερον όχι μόνον της ευγλωττίας του Κικέρωνος και του Δημοσθένους, αλλά και αυτής ίσως της ικανότητος του Ορφέως να συγκινή τους λίθους. Την εξήγησιν της τοιαύτης πρωτοφανούς αντιστάσεως των ημετέρων αντιπροσώπων κατά πάσης εφόδου της αυτόφωτου αληθείας  και της στοιχειώδους λογικής, δύναται τις ίσως ν’ ανεύρη αντιστρέφων την δημώδη των Γάλλων παροιμίαν και αντί «ventre affame n’a pas d’oreilles» («η κοιλιά που πεινάει δεν έχει αφτιά») λέγων, «δεν έχει ώτα του χορτάτου κυβερνητικού βουλευτού η κοιλία». Αλλ’ εις τι δύναται τότε να χρησιμεύση των ρητόρων τής αντιπολιτεύσεως η βοή εν τη ερήμω; Εις ουδέν βεβαίως, αν απέβλεπεν εις κέρδος ψήφων διά της πειθούς, αντί ν’ αποβλέπη εις κέρδος μόνον χρόνου και την εξέγερσιν της κοινής γνώμης κατά των μέσων, διά των οποίων γεμίζει η κυβέρνησες την γαστέρα και φράσσει τα ώτα των οπαδών της, θεωρούσα ασύγγνωστον παρ’ αυτοϊς έγκλημα την χρήσιν του λογικού των και περιορίζουσα τα καθήκοντα αυτών εις το «Πίστευε και μη ερεύνα», όπως και τα της βασιλείας εις το «Υπόγραφε και μη ερεύνα».

Αφού δε το πολίτευμα ημών ουδέν άλλο πράγματι είναι παρά δικτατωρία ουδενός δεκτική περιορισμού αλλά μόνον ανατροπής διά δημαγωγίας, επόμενον ήτο ν’ αποβή και η ρητορεία κατ’ ουσίαν δημαγωγική. Ουδέ δύναται ν’ αποδοθή εις άλλο τι η τοιαύτη αυτής τροπή παρά εις μόνην την ανεπαρκή πολιτικήν αγωγήν των εκλογέων. Άλυτον δι’ ημάς αίνιγμα είναι πως ο ελληνικός λαός, ο φιλόνομος, ο νηφάλιος, ο πρακτικός, ο ουδενός άλλου κατά την οξύτητα του πνεύματος υστερών και άριστος των ιδίων του υποθέσεων οικονόμος, απεδείχθη αδεξιώτερος
διεπράχθησαν παρ’ αυτού σφάλματα, κατεδικάσθη υπό του δήμου ουχί διά ταύτα, αλλά μόνον διότι εθεώρει ασυμβίβαστον προς το αξίωμα κυβερνήτου του δημοκόλακος την τέχνην.

Πλην της κατ’ ανάγκην δημοκοπίας, πρέπει να θεωρήσωμεν ως μέγα μειονέκτημα της παρ’ ημίν ρητορικής το μοναδικόν της Ελλάδος ευτύχημα της ανυπαρξίας ζητημάτων δυναμένων να διαιρέσωσιν εις αντίπαλα στρατόπεδα, ουχί τους πολιτευτάς, αλλ’ αυτό το έθνος. Ούτε δυναστικούς έχομεν ούτε δημοκρατικούς, ούτε κληρικόφρονας, ούτε αντικληρικούς, ούτε σοσιαλιστάς ούτε μίσος μεταξύ των κοινωνικών τάξεων, αφού εξ ίσου σπάνιοι είναι παρ’ ημίν οι τρώγοντες καθ’ ημέραν φασιανούς, όσον και οι στερούμενοι του επαρκούς προς χορτασμών τεμαχίου λευκού ή μέλανος άρτου, ούτε φόβον βιομηχανικών ή χρηματιστικών κρίσεων πλην των προκαλουμένων υπό της ημετέρας ακρισίας, ουδέ πιστεύομεν Έλληνα κανένα μη ευχόμενον εξ όλης καρδίας την υποτίμησιν του συναλλάγματος…
[…] Ιδιάζον γνώρισμα του ημετέρου πολιτικού είναι η απεραντολογία και αι επ’ άπειρον των αυτών επιχειρημάτων αναμασσήσεις. Ουδ’ αύται όμως δύνανται να δικαιολογήσωσι την υπαγωγήν των ημετέρων αγορητών εις την τάξιν των αναμασσητικών μαστοφόρων, αφού δεν προέρχονται εκ προαιρέσεως, αλλ’ εκ της ανυπαρξίας άλλου μέσου αμύνης κατά της αυθαιρεσίας των επιχειρούντων να περιορίσωσιν εις άφωνον κατάφασιν τα καθήκοντα του βουλευτού. […] Εις μόνην την βίαν των πραγμάτων πρέπει ν’ αποδοθή, ότι τας αρχαίας διαιρέσεις της ρητορικής πρέπει ν’ αντικαταστήση η διαίρεσις της σημερινής εις δύο μόνον είδη: Την «δημοκοπικήν» και την «κωλυσιεργικήν».