ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Τό κίνητρο γιά τήν εκπόνηση αυτής της ποιητικής μετάφρασης ήταν ή επιθυμία μου νά καταστήσω γνωστό τόν κύκλο ποιημάτων «Ή ωραία μυλωνού» του Βίλχελμ Μύλλερ στους σπουδαστές των ‘Ωδείων πού διδάσκονται μονωδία καί φωνητική. Πολλές φορές συνοδεύοντας τους στό πιάνο είχα τήν ευκαιρία νά διαπιστώσω ότι δεν γνώριζαν σχεδόν τίποτε γιά τόν κύκλο αυτών των ποιημάτων τοΰ Μύλλερ. Κατά τή μεταφραστική διεργασία είχα τήν πρόθεση νά εμφυτεύσω τό ρομαντικό ρεΰμα τοΰ πρωτοτύπου στό νεοελληνικό κείμενο, νά επιτύχω ομοιοκατάληκτους στίχους καί νά τους προσαρμόσω στό μουσικό κείμενο τοΰ Φράντς Σοΰμπερτ, ό όποιος μελοποίησε τό έργο. [..]

Βασίλης Φρατζίσκος

`

***

Η ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ
(DAS WANDERN)
Στο βιό του μυλωνά είναι γραφτό νά φεύγει,
χωριά καί πόλεις μάκρυνες νά βλέπει,
Δεν θάναι άξιος μυλωνάς
αυτός πού ρίζωσε με μιας καί μένει, δέν φεύγει.

Άπ’ τό νερό τό ξέρουμε, άπ’ τό νερό
πού μέρα νύχτα τρέχει δές,
κυλά κι’ οδοιπορεί άν θές
καί φεύγει καί τρέχει.

Τίς ρόδες άμα δεις κι αυτές τίς ρόδες,
δέν λένε διόλου νά σταθούν
κι ακούραστα κι αυτές γυρνούν
οι ρόδες, οί ρόδες.

Κι οί πέτρες δσο πιό βαριές κι άν είναι,
χορεύουν μέσ’ στό Ρήνο, δές,
πιό γρήγορες θέλουν κι αυτές
να είναι, νά είναι.

Ώ-φεύγω, φεύγω, γεια χαρά ναί φεύγω,
κυρά καί κυρ’ αφέντη μου,
αφήστε με στην τύχη μου
νά φεύγω, νά φεύγω.

`

*

.
Ο ΚΥΝΗΓΟΣ
(DER JXGER)
Ti ψάχνει στό μύλο εδώ κυνηγός;
Στον τόπο σου μείνε μακριά άπό δώ!
Δέν έχει κυνήγι γιά σένα εδώ
παρά τό ζαρκάδι μου πού ‘ναι μικρό.

Κι αν θέλεις νά δεις πόσο είν’ τρυφερό,
τό όπλο ν’ αφήσεις στό δάσος θαρρώ’
του κόρνου τό σάλπισμα άσε λοιπόν,
τό σκύλο πού γαύγιζε δέσ’ τον κι αυτόν,
τά γένια νά κόψεις πού έχεις πυκνά,
γιατί τό ζαρκάδι μου τρέμει, σκιρτά.

Στό δάσος καλύτερα νά ‘μενες
καί νά ‘φηνες ήσυχους τους χωρικούς.
Τί ψάχνει τό ψάρι σέ φύλλα κλαδιά;
Τί θέλει ό σκίουρος σέ λίμνη γλαυκιά;

Στό δάσος νά μείνεις τρελέ κυνηγέ,
ν’ αλέθω στους μύλους μου ήσυχα’
κι αν θές ή αγάπη μου νά σ’ εκτιμά,
νά ξέρεις γιατί ‘ναι ή καρδιά της βαρειά.

Οί κάπροι άπ’ τό δάσος τή νύκτα όρμοΰν,
στον κήπο λύσανε καί τρων’ δ,τι βρουν,
πατάνε στό πράσινο καί τό χαλούν,
στους κάπρους νά ρίξεις νά πάνε άλλου.

ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ
(DES BACHES WIEGENLIED)
‘Ησυχία παντού, κλεΐσ’τά μάτια σου,
κουρασμένε οδοιπόρε τό τέρμα είναι εδώ,
ή πίστη εϊν’ εδώ, νά μείνεις σέ καλώ,
ώσπου οί θάλασσες πιουν όλους τους ποταμούς.

Ή γαλήνη πού στρώνω δροσιά έχει εδώ,
γύρε, σάν μαλακά είναι πούπουλα,
στίς γαλάζιες κρυστάλλινες καμάρες νά ‘ρθεΐς,
εμπρός, εμπρός μέ γλυκό σκοπό,
κυματιστέ, κοιμίστε σιγά τό νεαρό.

«Αν ακούσω ενα κόρνο απ’ τό δάσος εκεί,
τά νερά θά φουσκώσω νά μην ακουστεί,
μην κοιτάτε εδώ μπλε λουλούδια κι εσείς,
του νεαρού μου ό ύπνος μήν είναι βαρύς.

Μακριά άπ’ τό φράκτη του μύλου εδώ,
μακριά άπ’ τό φράκτη κορίτσι στρυφνό,
μήν ξυπνήσει ή σκιά σου τόν ύπνο αυτό,
νά μου ρίξεις εδώ τό μαντίλι τό λεπτό,
νά σκεπάσω τά μάτια του μήν έχουν φώς.

Καληνύχτα κι ή πλάση θ’ αναστηθεί,
άπ’ τίς λύπες κι άπ’ τίς χαρές σου ας κοιμηθείς,
ή πανσέληνος βγαίνει, ή ομίχλη σκορπά
κι ό ουρανός εκεί πάνω πώς είναι ψηλά.

`

8. ΜΑΡΑΜΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ
(TROCKNE BLUMEN)
Εσάς λουλούδια άπό τό χέρι της,
εσάς ν’ άφηναν στον τάφο μου,
πώς μέ κοιτάτε μέ θλίψη πικρή,
λές καί γνωρίζετε τί μοϋ ‘χει συμβεί.

Έσεϊς λουλουδάκια πώς είστε χλωμά;
Έσεΐς λουλουδάκια πώς εΐστ’ υγρά;
μέ δάκρυα ό Μάης ν’ άνθεΐ δέν μπορεί,
δέν ανθίζει αγάπη πού είναι νεκρή.

Τό ψύχος φεύγει καί ή άνοιξη θά ‘ρθεΐ,
θά βγαίνουν άνθη εδώ καί κει,
θά βγαίνουν λουλούδια στό μνήμα μου,
σάν ‘κείνα πού μοϋ ‘δώσε γιά χάρη μου.

Κι άν έρχεται άπό εδώ, τό λόφο περνά
καί τύψεις έχει, βαριά καρδιά,
λουλούδια βγέστε κι άνθίστε πλάι!
Ό Μάϊος ήρθε, ό χειμώνας πάει!