ΑΠΩΛΕΙΑ ΒΑΡΟΥΣ

 

Φλυαρία φλυαρία

βλέπω τη φάκα

και το τυράκι βλέπω

μα η σιωπή μου τρώει

τον ίσκιο του δολώματος

και δεν πεινά.

 

Φλυαρία φλυαρία

βλέπω τη φάκα

και το τυράκι βλέπω

μα η σιωπή μου ροκανίζει
τον ίσκιο της παγίδας·

γλιτώνει επιτυχώς.

 

`

*

ΝΕΑ ΒΡΟΧΗ

 

Στην κιβωτό του Πόε

χωρίς δραμαμίνη

ζωγράφισα τον ήχο σου.

 

-Νεφέλες;

αποκρίθηκε ο γιατρός

με τα μικρά ρουθούνια.

-Ενδιαφέρον!

 

Από τότε

-κατακλυσμιαίος-

σαν δόντι πεταμένο στη σκεπή σε γυρεύω

σαν την  πετρούλα στον πυθμένα σ’ αγνοώ

 

`

*

 

ΚΥΡΙΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ

 

                                              Μικρός φόρος τιμής στην ταινία «ΘΑΝΑΣΗ ΠΑΡΕ Τ’ ΟΠΛΟ ΣΟΥ».

                                                                                                                               

 

Κύριοι Απόστολοι

Όπου και να ταξιδέψω πληγώνετε την Ελλάδα.

 

Την πρώτη πέτρα ο σιδερένιος κόκορας τη βάπτισε

αίμα δανεικό και χρυσοπληρωμένο

έβαψε τον ιδρώτα μου

καθώς ο θεμέλιος λίθος με ντάμα σπαθί έσπαζε στα δυο.

Λάλησε τρις  η προγονική αμαρτία

ξύπνησα Θανάσης  λαστιχένιος

εγώ ο απ’ την πέτρα, Πέτρος ,πετρωμένος .

 

Η αδερφή μου έγγυος

κι οι μελλοθάνατοι περνούσαν μηχανοκίνητοι

σε καυτή μαρμαρωμένη άσφαλτο.

 

Ήταν υγρό το φθινόπωρο που σε γνώρισα

στις γειτονιές μιας πρωτεύουσας που πείναγε για τσιμέντο

αντιπαροχή, κλεμμένο νοίκι,

κλάσμα επαρχιώτικο

γυναίκα αστεφάνωτη

τι γύρευες γυμνή στα πανάρχαια χαλίκια των παπουτσιών μου ;

 

Σε μετέφερα σ’ όλο τον γνωστό τότε κόσμο,

ένα πιάτο χόρτα η περιστρεφόμενη γη

-ΠΡΟΣΟΧΗ ΠΕΔΙΟΝ ΒΟΛΗΣ-

κι ανάμεσά μας ο άξονας να τρίζει.

 

Παραφέρεσαι, κλείσε την τηλεόραση

ασπρόμαυρα τα απλωμένα σεντόνια που μου πέταξες στο δρόμο

αδερφή μη κλαις

βρέχει και λασπώνει η καρδιά μου.

 

Γυρεύω πίσω το φορτηγό

την πρώτη βόλτα στην παραλία

θα την γιορτάσουμε φυγάδες.

 

Κύριοι Απόστολοι

στο τελευταίο καταφύγιο

πέφτουν οι σφαίρες από τα μάτια της αδερφής μου

με το μπαρούτι της καρότσας γεμίζω το στόμα μου

και με ιαχές πολεμιστή

ανταποδίδω όλα τα χτυπήματα σας

εγώ ο Θανάσης λάστιχο των εποχών

γίνομαι πάλι ο απ’ την πέτρα, Πέτρος, πετρωμένος.

 

Κύριοι Απόστολοι

είναι δύσκολο οι κραυγές μου να έχουν σύμφωνα.

 

 *

ΜΗΤΕΡΑ

 

Σκαλίζει την αυλή της

η νεαρή μητέρα μου

κι όλο μαζεύει

Σκόνη , σκόνη , σκόνη.

Σκόνη αγόρι

σκόνη κορίτσι

σκόνη αγόρι

ονειρόσκονη ασιδέρωτα ρούχα.

 

Σκαλίζει

η νεαρή μητέρα μου

και μαζεύτηκε

στην αυλή της

χρυσάφι ανυπόφορο

ανυπολόγιστο θα έλεγα

αν δεν ήταν ανυπόφορο

που έκανε τα λεμόνια να κοκκινίσουν.

 

Περιέργως

δεν μεγαλώνει

η νεαρή μητέρα μου.

Μονάχα

η σκόνη απ’ την αυλή της

Μεγαλώνει

Μεγαλώνει

Μεγαλώνει

 

*

ΜΑΓΙΚΟ

 

Μαθητευόμενος

πέρασα δυο φορές

από τον ίδιο στίχο

και ήταν άλλος.