Περί πάτρης
Ποιήματα προεκλογικά

~ . ~

Ποιητὴς σημαντικὸς τῆς ὁμογένειας, ὁ Λάμπρος Λαρέλης ἔζησε γιὰ χρόνια στὴν Γαλικία τῆς Ἱβηρικῆς. Τελευταῖο του βιβλίο: Λάμπρου Λαρέλη Via poetica, Gutenberg-Σύρτις, 2016. Τὴν ἴδια χρονιὰ κυκλοφόρησε στὴ Λειψία τῆς Γερμανίας ἡ συναγωγὴ τῶν καταλοίπων του: Lambros Larelēs, Texte aus dem Nachlass, Ηrsg. von Prof. Dr. Dr. h. c. mult. Horst-Winfried von Grubbenmayr, unter Mitarbeit von Hansjörg Mackensen, Drüber & Drunter Verlag. Γιὰ μιὰ πρώτη φιλολογικὴ παρουσίαση τοῦ ἔργου του ὁ ἀναγνώστης μπορεῖ νὰ ἀνατρέξει στὸ πολύτιμο Λάμπρος Λαρέλης: Πρῶτα βιβλιογραφικά τοῦ Ι. Δ. Ψαλιδόπουλου, ποὺ ἐξέδωσε πέρυσι τὸ «Κέντρον Μελέτης Σονεττογράφων τῆς Διασπορᾶς» (ΚΜΣΔ) τῆς Ἀκαδημίας. (ΚΚ)

~.~

ΕΠΑΝΟΔΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Δ Ε Η Σ Ι Σ

Διάβολε, ὄχι,
ὄχι πάλι ἐδῶ:
στὸ λίκνο τῆς ἀμάραντης σοφίας,
στὰ χείλη τὰ παχιά της Ἀττικῆς,
μὲς στὸ βαθὺ τὸ ντεκολτὲ
τῆς ἀηδίας.

Διάβολε, ὄχι,
ὄχι ἐδῶ:
στὰ λόγια τὰ διάτορα, στὰ κλέη
ἐνὸς θανάτου γύψινου
ὅπου ἄδουμε διαρκῶς,
ὄχι στοῦ ἥλιου τὰ ἐγερτήρια ἐλέη,
ὄχι στὰ ἐρείπια τῶν συντηρητῶν.

Διάβολε, ὄχι,
ὄχι ἐδῶ:
σὲ μιᾶς τραυλῆς καμπάνας τὴν ἀπόχη,
σ’ αὐτὸ τὸ Πάσχα τὸ νεκρὸ τῶν λουλουδιῶν,
ὄχι στὰ Ναὶ καὶ στὰ μεγάλα τὰ Ὄχι,
ὄχι στὰ ὁράματα
τῶν ἀνθυπαρχηγῶν.

Διάβολε, ὄχι,
ὄχι ἐδῶ:
σ’ αὐτὴ τὴ δίνη τοῦ νταλκᾶ
ὅπου θηρεύει
θύματα ἡ θλίψη τῶν μικρῶν ὠρῶν,
ὄχι στὸν φοίνικα τὸν μαῦρο ποὺ χορεύει
πάνω ἀπ’ τὸ στάγδην ποτιζόμενο γκαζόν.

Διάβολε, ὄχι,
ὄχι ἐδῶ:
μέσα στῆς στάχτης τὸ γυμνὸ τὸ καλοκαίρι
μ’ ἄδειο ποτήρι παρὰ θίν’ ἀλός,
ὄχι στῆς νύχτας τ’ ἀνοιγμένα σκέλη,
ὄχι στοὺς στίχους τῶν δεινῶν
διαφημιστῶν.

Ὄχι στοῦ λίπους τὶς σταγόνες
ποὺ γυαλίζουν
στὰ ὠχρὰ ρουθούνια τῶν ρεπόρτερ τῆς σειρᾶς,
ὄχι στὸν πίθηκο τῆς μέσα μας ὀθόνης,
ὄχι στὴ δόξα τῆς σφιχτῆς μας τῆς γροθιᾶς.

Ὄχι στοῦ ἴλιγγου τὴ ξοδεμένη δόση,
νόθα ἡρωίνη στὸ μενοὺ τῶν ἐραστῶν,
ὄχι στὸ χάδι
ποὺ μετράει τὴν πτώση,
ὄχι στὴ γλώσσα τὴ σαχλὴ τῶν τραπεζῶν.

Ὄχι στὸν Ἅδη αὐτὸν
ποὺ πάντοτε μᾶς νεύει
μέσα ἀπ’ τοῦ βάλτου
τὰ στεκάμενα νερά.

Ὄχι στοῦ χρόνου τὸ μαχαίρι
ποὺ σαλεύει
μπρὸς στῆς ἀσφάλτου
τὴν κοιλιὰ ποὺ μᾶς ξερνᾶ.

Διάβολε, ὄχι –
ὄχι πάλι ἐδῶ.

Αὔγουστος 2006

~ . ~
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΣ

Μοιράσαμε τὰ ἐπίζηλα ὑπουργεῖα
σ’ ἐξῶστες γυάλινους, σὲ λαϊκὰ θεωρεῖα.

Τὸ Ναὶ καὶ τ’ Ὄχι ( τὸ σωστό ; ) ζυγίσαμε,
τῆς ψηφοδόχου τὴν κοιλιὰ σφυγμομετρήσαμε.

Κι ὅλοι μαζὶ μουλιάσαμε ὣς ἀργά
μὲς στῶν ρητόρων τὰ βαθιὰ τὰ ὑπερβατά.

Ἄλλο δὲν ἄντεξα νὰ δῶ,
ἄδικα πῆγε τόσων λέξεων ἡ πειθώ.

Νὰ μὲ τυλίξει ἦρθε ἀπ’ τὴν ὀθόνη
τῆς νύστας τὸ ἀκατάβλητο σεντόνι.

Βουλευτικές εκλογές 2007

~ . ~

ΓΡΑΙΚΙΑ

μὲ τὸν τρόπο τοῦ Ν. Πάρρα

Τί κωμωδία νὰ κοιτᾶς
τοῦ ἄστεως αὐτοῦ τοὺς ἐγκατοίκους
Ὁμόνοια-Σύνταγμα ν’ ἀνεβοκατεβαίνουν!
Σὰν τὰ νευρόσπαστα πολυάσχολοι,
ν’ ἀστράφτουν σὰν ἀσβοί,
νά ’χουν τὰ δόντια τους σφιχτά,
μουσκίδι στὸν ἱδρώτα τὴ μασχάλη,
τὰ κινητὰ δονούμενα, γραβάτα παρδαλὴ
ξεδιπλωμένη σὰν σημαία στὴν αἰθάλη.

Τί κωμωδία παλαβὴ νὰ τοὺς ἀκοῦς
νὰ διαδηλώνουνε στὶς ροῦγες, στὶς ὁδοὺς
ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν,
ὑπὲρ συντάξεων καὶ μισθῶν,
στ’ ὄνομα κάθε Μέλλοντος,
στὸ φῶς κάθε Προόδου.

Τί κι ἂν ἀφρίζουν κι ἂν φυσοῦν
– δὲν ζοῦν !
τί κι ἂν χτυπιοῦνται ὅλη τὴν ὥρα
– δὲν κινοῦνται !

Μόνο οἱ τουρίστες τοὺς περνοῦν
ἐνίοτε γιὰ προτομὲς
καὶ τοὺς φιλοδωροῦν.
Κι εἶν’ στὰ χαρτιά τους μοναχὰ
ποὺ οἱ ληξίαρχοι κρατοῦν
νωπὰ τὰ ἐπώνυμά τους.

Αὐτὸ ποὺ λένε χώρα τους.
ἦταν ὣς χθὲς χωριό.
Ἂν εἶναι κάτι τώρα πιὰ
πολὺ ἀμφιβάλλω.

2008

~ . ~

ΤΟΥΡΙΣΤΕΣ

Εἴμαστε αὐτοὶ ποὺ αἰώνια πηγαίνουν
Τ. ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ, Ὁδοιπόροι

Εἴμαστε αὐτοὶ ποὺ ἀδιάκοπα γυρίζουν, μιὰ δῶ μιὰ κεῖ, ὅμοιοι νευρόσπαστα, μὲ σακκίδια γεμάτα, μὲ ὀμπρέλες ἡλίου, μὲ τὴν camera πάντα ὑπὸ μάλης – ποτὲ δὲν εἴχαμε βλέμμα δικό μας.

Πολὺ συχνὰ καταλύουμε στὸ ὕπαιθρο, μὲς στὴν ὑγεία τῶν πεύκων, πλάι στὴ γαλήνη τῶν βουνῶν καὶ τῶν ἐκδρομικῶν μας ΙΧ τὶς ὀκνὲς ἐξατμίσεις· μὰ δὲν προφταίνουμε καλὰ καλὰ νὰ ἀράξουμε καὶ ἐκπνέει τὸ τριήμερο κι ἄρον ἄρον μαζεύουμε ὅσα ἁπλώσαμε μόλις καὶ πᾶμε.

Σπανίως μόνο, τὴν ὥρα ποὺ γέρνει στὰ θολά μας τὰ μάτια τὸ sunset, κι ἀνατριχιάζει τὸ λίγο μας θάρρος ἐμπρὸς στὴν ἀλήθεια (πόσο πιὸ ζωηρὰ δείχναν στὴ διαφήμιση τὰ χρώματα, τί φτενὸ πού μας κοιτάει τὸ φεγγάρι !), μιὰ παράξενη νύστα νωθρὴ μᾶς γεμίζει – μιὰ νάρκη, ἕνας κόπος.

Νά ’ναι τέτοιος λοιπὸν ὁ παράδεισος ; Τῶν ὀνείρων μας νά ’ναι τέτοιος ὁ τρόπος ;

2009

~ . ~

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΑΠΟ ΨΗΛΑ

March 2008 : First Global Land Cover Map
at 300m Resolution

Ἕρπει στὶς Ἄλπεις χάλκινο τὸ φίδι τῶν βουνῶν,
σεντόνι ὠχρὸ ποὺ ἀναρριγᾶ στὸν ἄνεμο ἡ Σαχάρα,
παλιὰ θερμάστρα ἠλεκτρικὴ ὁ νοῦς τῶν οὐρανῶν
φεγγίζει πάνω στὶς ὑγρὲς κουρτίνες τοῦ Νιαγάρα.

Βουλιάζουν στὰ ζεστὰ νερὰ οἱ ἀκτὲς τοῦ Μπαγκλαντές,
μιὰ σκοτεινὴ κατηφοριὰ ποὺ ἡ θάλασσα δαγκώνει,
οἱ λίμνες οἱ αὐστραλιανές, γοῦβες τοῦ ρὸζ μουντές,
γυαλίζει ἄσπρος κυνόδοντας τῆς Ἀρκτικῆς τὸ χιόνι.

Σφύζουν φλεβίτσα γαλανὴ τοῦ Νότου οἱ ποταμοί,
ἱδρώνει κόμπους κυάνιο τὸ Δέλτα τοῦ Ὀρινόκου,
ὑφαίνει ἀφρὸ ὁ Ἀτλαντικός, βαμβακερὴ γραμμή
ἀπ’ τὸν ἰσθμὸ τοῦ Παναμὰ ὣς τὶς θίνες τοῦ Μαρόκου.

Μιὰ ζύμη πράσινη, ρευστή, τὰ δάση ὀκνὴ σειρά
κυλοῦν ἀπ’ τ’ Ἀππαλάχια ὣς τῆς Ἀσίας τὸν Ταῦρο,
πέφτει σὰν δέρας κουναβιοῦ στοὺς ὤμους τοῦ Βορρᾶ
τὸ παγωμένο κρύσταλλο, τὸ κωνοφόρο μαῦρο.

Στάμπα σβησμένη κέρινη στὰ μάτια ἡ Ἀττική,
ἡ Πάρνηθα ὄγκος χλιαρός, καμένη ζελατίνα.
Νυστάζει ὁ Σαρωνικός, θλιμμένη λοιμική,
τὰ πόδια του τὰ βρώμικα βυζαίνει ἀργὰ ἡ Ἀθήνα.

2009

~ . ~

ΕΥΡΥΤΑΝΙΚΟ ΠΑΝΤΟΥΜ

τῆς Σοφίας Κολοτούρου ποὺ ξέρει ἀπ’ αὐτὰ

Στὸ φρύδι ἐδῶ τοῦ Τυμφρηστοῦ, ψηλὰ στὸ Καρπενήσι,
δάσoς τὰ φῶτα ὁλόγυρα ρίχνουν κλαδιὰ πλοκάμια,
μπὰρ ὀρεσίβια καὶ σαλὲ μὲ φάτσα θέα τὴ φύση,
κάτω ἀπ’ τὰ πενταώροφα πνιγμένα τὰ ποτάμια.

Δάσος τὰ φῶτα ὁλόγυρα ρίχνουν κλαδιὰ πλοκάμια,
στὶς στέγες σέρνεται πηχτὴ μιὰ ὁμίχλη σὰν τοῦ βάλτου,
κάτω ἀπ’ τὰ πενταώροφα πνιγμένα τὰ ποτάμια,
τσουλοῦν τὰ τετρακίνητα στὸ τσόφλι τῆς ἀσφάλτου.

Στις στέγες σέρνεται πηχτὴ μιὰ ὁμίχλη σὰν τοῦ βάλτου,
μι’ ἀφίσα ἀπὸ σχολὴ χοροῦ ( Τango ! Samba ! Μπαλέτο ! ),
τσουλοῦν τὰ τετρακίνητα στὸ τσόφλι τῆς ἀσφάλτου,
ὅμως τὸ χιόνι τὸ πολὺ ἀργεῖ νὰ πέσει ἐφέτο.

Μι’ ἀφίσα ἀπὸ σχολὴ χοροῦ ( Τango ! Samba ! Μπαλέτο ! ),
λάτρεις τῶν λίφτ, σκιὲρ σκυφτοί, μαὶτρ τρομεροὶ τοῦ πάγου,
ὅμως τὸ χιόνι τὸ πολὺ ἀργεῖ νὰ πέσει ἐφέτο
κι ὅλοι τῆς πίστας οἱ πιστοὶ μέρες ἀργὲς διάγουν.

Λάτρεις τῶν λίφτ, σκιὲρ σκυφτοί, μαὶτρ τρομεροὶ τοῦ πάγου
πιάνουν κουβέντα ἐνῶ ρουφοῦν παχὺ latte macchiato,
ὅλοι τῆς πίστας οἱ πιστοὶ μέρες ἀργὲς διάγουν
κι ἀνόρεχτα τσιμπολογοῦν βουτήματα ἀπ’ τὸ πιάτο.

Πιάνουν κουβέντα ἐνῶ ρουφοῦν παχὺ latte macchiato,
στὰ ρεστωρὰν καὶ στὰ καφὲ ψάχνουν νὰ βροῦν μιὰ λύση
κι ἀνόρεχτα τσιμπολογοῦν βουτήματα ἀπ’ τὸ πιάτο,
στὸ φρύδι ἐδῶ τοῦ Τυμφρηστοῦ, ψηλὰ στὸ Καρπενήσι.

2009

~ . ~

Ο ΘΕΑΤΡΙΝΟΣ, Ο ΜΟΥΖΙΚΑΝΤΗΣ ΚΙ Ο ΣΤΙΧΟΠΛΟΚΟΣ
ΕΙΔΥΛΛΙΟ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ

Βγῆκαν τρεῖς φίλοι
μὲς σὲ μιὰ βάρκα
–φυσάει σιρόκος–
ὁ θεατρίνος,
ὁ μουζικάντης,
κι ὁ στιχοπλόκος.

Βγῆκαν τρεῖς φίλοι
πρωὶ γιὰ τσάρκα
–φουσκώνει ὁ φλόκος–
ὁ ἕνας φίνος,
ὁ ἄλλος μπερμπάντης,
κι ὁ τρίτος στόκος.

Μὰ ἀντὶ στὴ Σκιάθο,
μετὰ τὴ Σκάλα
τῆς Ἀταλάντης,
ὁ στιχοπλόκος,
ὁ θεατρίνος,
κι ὁ μουζικάντης,

ἀντὶ στὴ Σκιάθο
βγαίνουν τρεχάλα
ντουγροῦ στὸν Ἄθω!
(Κι ὁ ἥλιος ντάλα
νὰ καίει τὸ κτῆνος,
ὁ δολοπλόκος…)

Βλέπουν τὴ Λαύρα
μύτη νὰ σκάζει
–μπαστούνι φάντης–
ὁ στιχοπλόκος,
ὁ θεατρίνος,
κι ὁ μουζικάντης.

Κι ἐκεῖ στὴ Λαύρα
πιάνει μπουγάζι
καὶ τοὺς τραντάζει.
H βάρκα γέρνει
τοὺς πάει, τοὺς φέρνει,
τὰ βλέπουν μαῦρα.

Ἄχ ! κάνει ὁ φίνος
ὁ θεατρίνος.
Βάχ ! κι ὁ μπερμπάντης
ὁ μουζικάντης.
Κι ὁ στιχοπλόκος:
βαρὺς ὁ τόκος…

Πέφτει τὸ δείλι
κι ἀκόμα οἱ φίλοι
κεῖ κάνουν τσάρκα.
Τὸ κύμα ἀφρίζει,
τοὺς τραμπαλίζει
φρικτὰ τὴ βάρκα.

Πέφτει τὸ δείλι
καὶ πάντα οἱ φίλοι
κάνουν βαρκάδα.
Σὲ μιὰ ἔρμη βάρκα
κάνουνε τσάρκα –
σὲ μιὰ ἔρμη Ἑλλάδα.

2010
~ . ~

ΚΡΑΙΠΑΛΗ

Ζοῦσε ποὺ λὲς στὴ χώρα μιὰ Κραιπάλη
ποὺ ὡσὰν αὐτὴ δὲν εἶχε ἄλλη μεγάλη.
Δευτέρα ὣς Πέφτη, Παρασκή, Σαββάτο,
ρουφοξερνοῦσε, τά ’κάνε ἄνω κάτω
σὲ μπὰρ καὶ κέντρα ἡ κουζουλὴ ἡ Κραιπάλη.

Κεῖ δὰ μι’ αὐγή, τὴν ἀπαντᾶ ἡ Λιτότης,
μι’ ἀσούσουμη, μιὰ γρὰ ξενέρω πρώτης.
«Τί ’ν’ το ποὺ φτιάνεις ἐδεπά, βλαμμένη,
δὲν τὸ κατές, μωρή, πὼς σ’ ἀποθαίνει;»
ἡ ξενερώστρα τὴ ρωτᾶ ἡ Λιτότης.

«Ἂ, μὴ μᾶς-ε βουρλίζεις !» κάνει ὁ μπάρμαν.
«Εἶναι κισμέτι μας, γραφτὸ καὶ κάρμα,
Δευτέρα ὣς Πέφτη, Παρασκή, Σαββάτο,
ὅλα νὰ τὰ σουρώνουμε ἄσπρο πάτο !»
Λέει της κι «ἐβίβα !» τῆς-ε κάνει ὁ μπάρμαν.

2011

~ . ~

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

Ἀπὸ κοντὰ ἡ Καταστροφὴ σοῦ μοιάζει.
Χαμογελάει μ’ εὐγένεια, σοῦ εἶναι συμπαθής.
Δικαιολογεῖται, κόπτεται, μορφάζει :
«Ἐγὼ ; Ὄχι βέβαια ! Οἱ συνθῆκες οἱ ἐπαχθεῖς . . . »

Συχνὰ σοῦ ὁρκίζεται. Μὲ ὕφος καμικάζι
ποὺ θυσιάστηκε, ἀπαιτεῖ νὰ τῆς σταθεῖς :
«Τῆς μηχανῆς ἤμουν ἐγὼ τὸ τελευταῖο γρανάζι !
Κι ὁ θάνατος ; Ἀπὸ καιρὸ προαναγγελθείς . . . »

Ἀπό κοντὰ ἡ Καταστροφὴ σοῦ μοιάζει.
Μιλάει τὴ γλώσσα τῆς βλακείας φαρσί.
Πιστεύει στ’ ἄστρα, παραμύθια ἀναχαράζει,

ἔχει ἕνα βλέμμα τόσο ἀθῶο καὶ θρασύ . . .
Εἶναι γιὰ λύπηση – κι ὡστόσο σ’ ἀηδιάζει.
Ἀπό κοντὰ ἡ Καταστροφὴ εἶσαι Ἐσύ.

Βουλευτικὲς ἐκλογὲς 2012

~ . ~

ΤΙ ΘΑ ΗΘΕΛΕ Ο ΕΛΛΗΝ

Νὰ ἐκστρατεύσει ὅπως τὸ πάλαι
ὣς τὴν Περσέπολη.

Νὰ ναυμαχήσει ἀπ’ ἀρχῆς
στὴ Σαλαμίνα.

Στὸν Κηρουλάριο δίπλα νὰ σταθεῖ
καὶ τῆς Ἁγια-Σοφιᾶς τοὺς κώδωνες
καὶ πάλι νὰ δονήσει.

Ἀπ’ τὸν Σαγγάριο πέρα νὰ ριχτεῖ,
πίσω του ἀφήνοντας, μακριά,
τὰ πάθη καὶ τὰ μίση.

Ὁ Ἕλλην θά ’θελε νὰ πεῖ
σ’ ὅλους τοὺς τόνους καὶ μὲ κάθε παρρησία
πὼς ἡ Εὐρώπη δὲν τελειώνει ἐκεῖ
στὴ βιενναία γραμμή,
πὼς δὲν ἑάλω ἡ Πόλη ἀδίκως,
πὼς ἀπ’ τὰ στήθια του μία καρδιὰ Ἑλληνὶς
πάντα θὰ ξεπετᾶ Ὀδυσσεῖς –
αὐτοὺς τοὺς ἴδιους ποὺ ἔψαλλε παλιὰ
τοῦ Καζαντζάκη ὁ στίχος.

Ὁ Ἕλληνας θά ’θελε νὰ δοῦν
σ’ ἐκεῖνον ζωντανὴ τὴν οὖσα Οὐσία,
λάβαρο ἀείκρημνο ποὺ μέσα του τὸ ὑψώνει·
νὰ τὸν σκοτίζουν πιὰ νὰ μὴ μποροῦν
μὲ τὴν ἀρχαία τὴ σκόνη·
νὰ πάψουνε νὰ τὸν κοιτοῦν
σὰν ξεπεσμένο ἰθαγενῆ.

Νὰ καταλάβουν καὶ νὰ δοῦν
πὼς μὲς στὶς φλέβες του κυλᾶ ἡ ἴδια πηγή,
πὼς τὴν αὐγὴ τὰ μάτια του κοιτοῦν τὸ ἴδιο φῶς,
πὼς ἡ Ἱστορία ἡ ἴδια εἶν’ αὐτός.

Πὼς κατὰ βάθος θά ’θελε νά ’ναι Ἀμερικανός.

2012

~ . ~

PLAGE D’ EUROPE

Ὅταν ἡ Εὐρώπη πρωτοῆρθε στὴν Εὐρώπη
ἦταν ἀρχὲς τῆς θερινῆς σαιζόν. Ὁ “Δίας”
ἔριξε ἄγκυρα ἀνοιχτὰ μιᾶς παραλίας
κι οἱ παπαράτσι ὅλοι τὴν πῆραν τὸ κατόπι.

Στὰ ρεπορτάζ, τό ’χαν προβλέψ’ οἱ οἰωνοσκόποι
ὅτι θὰ ρθεῖ· «στὰρ ἀπ’ τὰ μέρη τῆς Ἀσίας»
γράφαν οἱ τίτλοι στὸ γυαλὶ τῆς τηλοψίας,
στάζαν οἱ πόζες της στὰ φλὰς μέλι, σιρόπι.

Τάχα ἀπὸ ἔμπνευση, ὑστεροβουλία, ζῆλο ;
εἶπε κι ὁ δήμαρχος ἐκεῖ νὰ τὴν τιμήσει,
μὲ τ’ ὄνομά της τὸ εὐγενὲς ν’ ἀναβαπτίσει

μιὰ τέτοια πλάζ, ποὺ φιλοξένησε ἕναν θρύλο.
Τό ’πε καὶ τό ’κάνε. Κι ἔγινε ἀμέσως στάτους.
Οἱ τόποι ἀξίζουν τελικὰ τὰ ὀνόματά τους.

2014

~ . ~

ΠΟΛΙΤΙΚΟΝ ΔΕΛΤΙΟΝ

à la manière de Napoléon Lapathiotes

Ὁ πυρετὸς τῶν ἐκλογῶν νυχθημερὸν ἀνέρχεται·
ἡ χώρα εἰς ἀναμέτρησιν ἀβέβαιον προσέρχεται·
τὸ γόητρόν μας διεθνῶς χλευαστικῶς κατέρχεται·
φίλων κ’ ἐχθρῶν ἡ ὑπομονὴ μειοῦται καὶ παρέρχεται·
εἰς νέαν δίνην καὶ δεινὴν ἡ Ἑλλὰς πάλιν εἰσέρχεται.

Ἁμαρτωλὴ ἡ κυβέρνησις τῶν ἀναξίων ἀπέρχεται·
ἄφρων ἡ ἀντιπολίτευσις μυριάδας «θά» μετέρχεται·
ὀλίγοι ξεύρουν τὸ κακὸν σαφῶς πόθεν προέρχεται·
τὸ κράτος εἰς ἀφόρητον σημεῖον περιέρχεται.

Πλὴν τῆς μωρίας του ὁ λαὸς οὐδόλως πλέον ἐξέρχεται·
ἀπὸ τὰς ψευδαισθήσεις του τὸ πλῆθος δὲν συνέρχεται·
ἀνίδεον ἤδη τὴν ὁδὸν τῆς ἀπονοίας διέρχεται·
ὡς φάρσα ἡ καταστροφή, ὡς κωμωδία ἐπέρχεται.

― Ὁ Ψηφοφόρος ἔρχεται… Ὁ Ψηφοφόρος ἔρχεται…

2015

~ . ~

ΠΟΛΙΤΕΥΟΜΕΝΟΣ

«Μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια στὴν Ἀρχή»,
τὸν ρώτησε ὁ ρεπόρτερ,
«πῶς νιώθετε ἔτσι ἄδοξα,
τόσο οἰκτρὰ ἡττημένος ; Ἐσεῖς
ποὺ ὑπήρξατε συνώνυμος τῆς νίκης
καὶ ποὺ στὸ πρόσωπό σας πάντα ζεῖ
τὸ ὕφος μιᾶς προτομῆς…»

«Μετὰ ἀπὸ τόσα χρόνια»,
τοῦ ἀποκρίθηκε, «πιὰ ξέρω. Αὐτὸ
ποὺ περατώνει τὴν ἀρχὴ
ὅλοι μας εἴθισται νὰ τὸ καλοῦμε τέλος.
Κι ὅμως, στιγμὴ δὲν μᾶς περνᾶ ἀπ’ τὸν νοῦ
πόσο μακριὰ ἀπὸ τὸ ξεκίνημα
ἦταν ἐκείνη μας ἡ Ἀρχὴ ἐξ ἀρχῆς,
πόσο κοντὰ στὸ Τέλος εἶναι ἀντίθετα
αὐτὸ ποὺ στ’ ὄνομά της σπαταλήσαμε ὅλοι,
αὐτὸ ποὺ ἐγὼ –κουτὸς δικός σας ὀπαδός–
πρῶτος σπατάλησα:
ὁ Σ κ ο π ό ς.»

2015

~ . ~

Η ΒΙΛΑΝΕΛΑ ΤΗΣ ΦΤΩΧΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ

Εἶναι στ’ ἀλήθεια θλιβερὸ μιὰ χώρα νὰ πεθαίνει,
νὰ τό ’χουν ὅλοι βέβαιο κι αὐτὴ νὰ τ’ ἀγνοεῖ,
νὰ μὴν σκαμπάζει τίποτε, νὰ μὴν καταλαβαίνει.

Νὰ λέει ὅτι κοιτάει μακριὰ καὶ νά ’ναι τυφλωμένη,
νὰ ἠχεῖ στ’ αὐτιά της θούριος τοῦ ρόγχου ἡ βοή,
στ’ ἀλήθεια εἶναι θλιβερὸ μιὰ χώρα νὰ πεθαίνει.

Νὰ βλέπει ἀντίκρυ της τὸ φῶς ἀργὰ νὰ ξεθυμαίνει
κι ἐκείνη νὰ φαντάζεται πὼς ἦρθε τὸ πρωί,
τὸν ζόφο ποὺ τὴν ἔζωσε νὰ μὴν καταλαβαίνει.

Νὰ βλέπει στὴν παλάμη της, αὐτὴ τὴν ἁπλωμένη,
τάχα τὸ πάθος, τῆς γροθιᾶς τὴν ἀνυπακοή,
μὲ οἶστρο νὰ παραληρεῖ καὶ ὅμως νὰ πεθαίνει.

Νὰ αἰσθάνεται ὅτι ἐγείρεται πάνω ἀπ’ τὴν Οἰκουμένη
κι ὅμως νὰ ἕρπει καταγῆς, στοῦ βούρκου τὴ ζωή,
ἀνίδεη νὰ κατρακυλᾶ, νὰ μὴν καταλαβαίνει.

Νὰ γλείφει ἐκεῖνα ποὺ ξερνᾶ, τὴν μπόχα νὰ βυζαίνει,
νὰ αἱμορραγεῖ ἀκατάσχετα καὶ νὰ πυορροεῖ –
στ’ ἀλήθεια εἶναι θλιβερὸ μιὰ χώρα νὰ πεθαίνει.
Κι ἀπ’ ὅλα τὸ πιὸ θλιβερό: νὰ μὴν καταλαβαίνει.

2015

~ . ~