Ο χρόνος

 

Στη Μαργαρίτα Σταυρίδου

 

Ο χρόνος στην αέναη ροή του, όχι, δεν εναντιώθηκε ποτέ σ’ εκείνην

και στις  συστροφές του βλέμματός της, δροσιά φθινοπωρινού ανέμου.

Κράτησε εις πείσμα όλων τη δρύινη ευγένειά της που σφιχταγκάλιαζε

τις διαρκείς θλίψεις μας, την πέτρινη μοναξιά μας, τις βαθιές ανάσες μας,

που μες στ’ αγιάζι κάποιοι εξ ημών ζητούσαν ματαίως έναν άνθρωπο

να μοιρασθούν τ’ ακριβοθώρητα όνειρά τους.

Στην ολομέτωπη απειλή του χρόνου την έβλεπα να στέκεται υψιπετής

μες στα ομιχλώδη τοπία του Σεπτεμβρίου, αντίσταση στη φθορά

της φιλοσοφίας, μιλώντας μας για τις αναβάσεις και τις καταβάσεις του κόσμου,

το ευμετάβλητο του έρωτα και τις ψυχροπολεμικές συνθήκες επιβίωσης μας.

Ν’αποφεύγεις τις κακοτοπιές και τις συναντήσεις σου με μαυραγορίτες εμπόρους

του πνεύματος, είπε κι ακολουθώντας τη σκιά

του σώματός της, καλειδοσκόπιο να διέρχεται το φως της ημέρας,

χάθηκε μες στους ημισκότεινους θαλάμους των πένθιμων αναμνήσεων μου.

Σε μια πέτρα σμιλεμένη από τον αγέρα, παρέκει από την σιωπή της θάλασσας,

είχε αφήσει σκόρπιες κι ανάκατες σελίδες μιας ζωής, που σχοινοβατούσε

ανάμεσα στ’ αντιθετικά ζεύγη του Παρμενίωνα

και την ιδεώδη Πολιτεία του Πλάτωνα,

με την προτροπή της να μη χαθώ στη σκόνη του κόσμου,

αλλά να σταθώ συνεπής στα ιδεώδη και τα ιδανικά των ονειροδρομίων μου.

`

*

 

Στην άκρη του επέκεινα

 

Στην Πριγκίπισσα Ειρήνη

 

Σώματα χωρίς πρόσωπα συγκεκριμένα/Πρόσωπα χωρίς σώματα σχηματισμένα/Που σβύνουν μόλις σβήσει ο ήλιος/Με το θόρυβο μιας γραφομηχανής.

Νάνος Βαλαωρίτης

 

Θεέ μου, ερχόταν από μέρη και περιοχές αχαρτογράφητες

και ζητούσε να ολοκληρώσει επιμόνως

τα ποιητικά σπαράγματα της, ωδίνες των καιρών,

μισοτελειωμένα στην άκρη του επέκεινα.

Φοβόταν ίσως την οργή τους ή απλώς είχε εγκαταλείψει

την αναμέτρησή της με τις φαιδρές σκιές

και τις φρούδες ελπίδες του παρελθόντος,

στίγματα ερεβομανών καιροσκόπων

που λεηλατούσαν ανελέητα τα όνειρά της;

Ωστόσο,  δίχως ματαιώσεις

κι αναβολές, διαχώρισε εξαρχής

την θέση της τοποθετώντας κατά μήκος των περιπάτων της

κάτι σελιδοδείκτες, φάρους ζωής για εκείνην,

σαν να ήθελε ν’ αποτρέψει κατ’ αυτό τον τρόπο πιθανούς κινδύνους

θέασης των ανατολών και των υψικαμίνων,

με  ό,τι συνεπάγεται για την ακεραιότητα

των ισχνών κι ασθενών γεγονότων και μιας πόλης που έτρεμε

στη θέα της μοναξιάς της.

 

`

*

 

Απογεύματα Φθινοπώρου

 

Στην Πριγκίπισσα Ειρήνη

 

Ο φόβος σου, υπαρκτός και κραταιός, να μη μετακινηθείς

ούτ΄ένα μέτρο από τα σημεία επανεκκίνησης,

που μερικές ημέρες πριν και με αυθαίρετο τρόπο κάποιοι ξένοι

είχαν ορίσει, επανέκαμψε αρχικά μέσα σου την ψύχρα

των πληκτικών  απογευμάτων της σιωπής του φθινοπώρου.

Και να σταθείς πού, μικρό κυκλάμινό μου;

Και να στρέψεις το πένθιμο στην όψη βλέμμα σου προς τα πού;

Και να καταφύγεις σε ποιες ανύπαρκτες πολιτείες;

Ανάμεσα σε τόση συσσωρευμένη θλίψη υπήρχε για εσέ ακόμη

μία διέξοδος, έστω από τις τόσες συχνές υποσχέσεις του γκρι

και των γκρεμισμένων οικιών

που έγερναν απότομα προς τις πλαγιές,

όπου ολόγυμνοι άνδρες επιδείκνυαν ασύστολα

και δίχως αιδώ την ομορφιά τους.

 

*

Μη με φιλήσεις

 

Στην Πριγκίπισσα Ειρήνη

 

 

Μόνο με τ’όνομά της/γεμίζω εγώ τον αέρα όπου αυτός τόσο γλυκά ηχεί/κι ο εαυτός μου άλλη αγάπη δε θα τολμήσει,/μήτε τα πόδια στράτα άλλη δεν γνωρίζουν απ’ τη δικιά της/ούτε το χέρι στο χαρτί άλλο πρόσωπο να παινέψει μπορεί.

Φραντσέσκος Πετράρχης

 

Μη με φιλήσεις,  το πρόσωπό μου είναι ιδρωμένο, είπε

και με τ’ αέρινο βλέμμα της, ανταύγεια θαλάσσιας αύρας,

άρχισε να συνθέτει με λέξεις και σκέψεις

τα επόμενα μουσικά τροπάρια, τρόπαια δυτικής προέλευσης.

Με αυτά είχε αρχικώς την αξίωση να διατηρήσει

-όχι ανοικτούς λογαριασμούς με τον έρωτα-

σ΄ εγρήγορση τις καυτές ημέρες του Αυγούστου, ιδιαιτέρως,

τους συνεκτικούς αρμούς, αντίσταση στην παρακμή

των επόμενων ταξειδιών της.

Και ποιος, στ’ αλήθεια, γνώριζε, τί καλούνταν εκ φύσεως,

ν’ αντιμετωπίσει μόνη κατάμονη, τις νύχτες που η υγρασία

τσάκιζε κάθε ενδεχόμενο ν’ αποχαιρετήσει γενναία

όχι τους ανυποψίαστους περιοίκους της πόλεως, αυτοί δεν έλεγαν,

επ’ ουδενί λόγω, να συνετισθούν στα αστικά προσχήματα των ημερών,

αλλά την επιταγή να ζει κατά τον δαίμονα εαυτού.

`

*

 

Οι κυκλικές σκέψεις

Στην Πριγκίπισσα Ειρήνη

 

Έσχατο καταφύγιο, τι πολυτέλεια κι αυτή μεσούντος του καύσωνα,

-στάθηκε ευνοημένη  από τη ζωή-βρήκε μονάχα

στις κυκλικές σκέψεις χορού της Ηπείρου των ευάνδρων τοπίων.

Κι εκεί, αναπάντεχα την είδαν κάποιοι ξένοι να σέρνει πρώτη τον χορό

και ν’ αποτυπώνει την ένταση των στιγμών, δίχως να την νοιάζουν

σχόλια κι εκτιμήσεις των απέναντι θαμώνων,

που με μια ακατανόητη ματιά ροκάνιζαν τον χρόνο,

σαν αντίσταση κι αντίδραση νεαρών ανδρών, πετροβολώντας

συνεχώς τα όνειρά τους,

γεμάτοι θυμό κι οργή πέρα από τη μούχλα του Ιονίου.

Αγνοούσαν άραγε τις συνέπειες των έκκεντρων πράξεων τους

ή ασυλλόγιστα βάλθηκαν να εξιλεωθούν από τον τρόμο τους

ν’ αντικρίζουν την αλήθεια αυτού του κόσμου κατάμουτρα,

που κατέκαιγε ωστόσο τις γήινες σάρκες τους;

 

 

`

*

 

Επικλήσεις προς το επέκεινα

Στην Πριγκίπισσα Ειρήνη

 

Νύχτα ανάβω ένα κερί μπροστά στο πέλαγος.Για την ώρα του/πένθους να με λένε μόνο των μικρών ανέμων τα εγκώμια.

Μανόλης Πρατικάκης

 

 

 

Επειδή  σταμάτησα να γράφω ποιήματα για εσέ,

δεν σήμαινε ασφαλώς πως έπαψα ν’ αγαπώ την ποίηση.

Θα ήταν πράγματι παράδοξο κάτι τέτοιο, έστω και φαινομενικώς.

Θα ήταν σαν να πρόδιδα τις ίδιες τις αρχές της παιδικότητας

των ονείρων μου, ωρίμασμα της βαθιάς θλίψης μου.

Επειδή σταμάτησα να σου χαμογελώ, την ώρα που εσύ

άνοιγες πρωί με βροχές τα παραθύρια της ψυχής σου,

επικλήσεις προς το επέκεινα,

δεν σήμαινε ασφαλώς πως εξοστράκισα τις σκέψεις μου,

που έτρεφα για εσέ πλοκάμια θερινών ηλιοστασίων.

Επειδή σταμάτησα να σε προσμένω στην άδεια προκυμαία των Συβότων,

απέναντι από τη νήσο των Φαιάκων, εκεί όπου διεξήχθη

η περίφημη ναυμαχία μεταξύ Κερκυραίων και Κορινθίων,

δεν σήμαινε ασφαλώς ότι απεμπόλησα καμία υπόσχεση εκ μέρους μου

τις ημέρες κυρίως, που σε πολιορκούσαν οι λέξεις μου

κι αναστάτωναν αναπάντεχα την τάξη των πραγμάτων σου.

Επειδή σταμάτησα να έρχομαι στις συναντήσεις

των, πάντα απόντων, ποιητών,

δεν σήμαινε ασφαλώς ότι αγνοούσα τις εκκλήσεις σου,

έωλες πολλές φορές στα χέρια τυχάρπαστων απατεώνων της Θεσπρωτίας,

για την ανταλλαγή των πνευματικών μας προϊόντων.

Επειδή σταμάτησα να σ’ αποχαιρετώ από τις σπασμένες θύρες

της παμπάλαιας οικίας σου με το βλοσυρό της οικόσημο,

δεν σήμαινε ασφαλώς, για όνομα των ποιητών και των θεών,

ότι παραστράτησα από τα παράξενα μονοπάτια της αρετής.

Απεναντίας, απέφευγα έτσι τους στροβίλους και τους αντίλαλους

των απέραντων σ’ έκταση στοχασμών σου περί το «ζην κατά φύσιν»,

που αναμόχλευαν, ω! Ειρήνη,

τη δική σου εξαίσια ύπαρξη,

μετέωρη στα ανικανοποίητα βλέμματα των εξόριστων ποιητών σου,

ακριβώς στην άκρη από τα δ’ άκρυα τους,

όπου σκούπισες με τ’ ακροδάχτυλα σου τις έγνοιες και τις σκοτούρες

των πληκτικών απογευμάτων του Σεπτεμβρίου.

 

 

*

 

Πίσω από τα βήματά της

Στην Πριγκίπισσα Ειρήνη

 

Πίσω από τ’ αργά βήματά της και πίσω από την γαιώδη σκιά της,

κατασκόπευσα αφ’ υψηλού,

απόμακρος από τις οχλήσεις του πλήθους και των πληβείων,

τον ήλιο να διαχέει την καυτή λάβα του επάνω

στο ανυπεράσπιστο σώμα της,

που το έλουζαν αφειδώς οι ηδονές αυτού του κόσμου,

αλλά κι οι λαχτάρες των ποιητών που πάλευαν ν’ αναμετρηθούν

στην αποκρυπτογράφηση

της δυσνόητης σανσκριτικής γλώσσας του.

Κι εγώ παρέμεινα μετέωρος, σαν στήλη άλατος

κι ασταθής ανάμεσα στις επάλξεις της ψυχής

και τους προμαχώνες του πνεύματος και χάθηκα

ύστερα σαν δραπέτης

μες στο πυκνώδες δάσος των γεμάτων θλίψης ματιών της.

Αυτά ή θα με συνέθλιβαν στις πάντα ανοικτές

πληγές του κόσμου

ή θα με διέσωζαν από τον οίκτο

των άτεγκτων μυλόπετρων των γενουατικών πύργων.

`

*

Στις παρυφές του Μον Ρεπό

Στην Πριγκίπισσα Ειρήνη

 

Στους Κήπους της, μια ανάσα δρόμο,

στις παρυφές ακριβώς, της ξεχασμένης γης,

κατέφευγε τις ώρες των μεγάλων αποφάσεων της.

Τόπος λύτρωσης για εκείνην, τις στιγμές

που απέφευγε επιμελώς να εκτίθεται,

όχι στις υπεριώδεις ακτίνες του ηλίου

κι ούτε στα λάγνα βλέμματα των στρατιωτών,

αλλά στη συνεχή συσκότιση των συναντήσεων,

όπου με άδοξο τρόπο κάποιοι όριζαν θυμόσοφα

τους επόμενους κύκλους της σελήνης.

Κι εκείνη, ανάμεσα σε νοτιά και βοριά,

φιγούρα εξπρεσιονιστικού σχεδίου,

συγκέντρωνε την όψιμη μελαγχολία μας,

χωρίς την παραμικρή αντίσταση στους διαρκείς

πειρασμούς των ωρών, των ανεξάντλητων εξομολογήσεων

και των μεγάλων αποδράσεων από το κλεινόν άστυ.