Η μορφή της

Δεν ήταν άψογη η μορφή της.
Μια λεπτομέρεια έδειχνε ξεκάθαρα
πως ήτανε θνητή. Ήταν λιγάκι
πιο χυμώδης απ’ το ιδανικό.
Κι όμως, όταν διέσχιζε το κέντρο της πόλης
με τον περήφανο βηματισμό της νιότης
με πρόσωπο που θα ζήλευε το Χόλιγουντ
με τα μάτια της που έλαμπαν
και κόμη σα να χτενίστηκε στον Όλυμπο
όλοι αφήναν ό,τι κάναν
ή γίνονταν αργοί.
Έστρεφαν το κεφάλι να τη δουν
κι αφού περνούσε, όλοι ρωτούσαν τον εαυτό τους
αν είδαν κάτι αληθινό
ή αν τελικά η ζωή είναι όνειρο.

Σύνοψη βιογραφίας

Δεν ήτανε κακός.
Εξάλλου, το’ λεγε:
ακόμα υπάρχει απόθεμα φωτός στον κόσμο
και όρκιζε τους φίλους του στη Στύγα
να πολεμήσουν το σκοτάδι ως το τέλος
και το’ λεγε ο ίδιος, μόλις μπορούσε
θα ντυνόταν το σταυρό και θα κινούσε
να εξοντώσει το κακό κάνοντας σκέψεις
καθαρές, αναπλάθοντας με μάτια κλειστά σκηνές·
ένα δελφίνι στην πλώρη
ένα σπίτι στη νότια πλαγιά στη Σέριφο
το μονοπάτι που οδηγεί στη Χοζοβιώτισσα
και βέβαια, η θέα προς τη δύση απ’ την καλδέρα.
Αυτές οι άμωμες στιγμές θα πλήξουν
κατάστηθα, όπως ο Άγιος, το θηρίο.
Δεν έγινε ποτέ.
Κανείς άλλος δε φόρεσε το σχήμα.
Έτσι, απόμεινε να ζει με την ανάγκη αυτή
σαν κάποια ουλή από ατύχημα παλιό
τόσο, που πλέον δεν ερεθίζεται όταν βρέχει.
Λίγο πριν το τέλος
περιφέρονταν σκυφτός στη γειτονιά
και νουθετούσε τους καταστηματάρχες,
που συζητούσαν μεταξύ τους.
Πώς ξέπεσε η ρητορική του
σε προτροπές ιερομόναχου·
πώς φάνηκε με τον καιρό
σαν κυριακάτικο αναμάσημα κηρύγματος.

Περιπέτεια ενός Αυγούστου

Κάτω από την ολοπράσινη επιτυχία των φύλλων

Η ξέφρενη προσπάθειά της φάνηκε αστεία
σ’ εμάς, τους θρονιασμένους στη βεράντα,
με τους καφέδες μας φρέσκους
και τις πρώτες πνοές της απογευματινής δροσιάς.
Ωστόσο, αυτή συνέχισε να σπαρταρά
με όλη της την ελπίδα στα φτερά της.
Μπορούσε κι έβλεπε με τα χιλιάδες μάτια της
πως η αράχνη είχε γυρίσει στον ιστό.

Μια χιονοθύελλα

Περπατούσες βιαστικά όταν απομακρύνθηκες
ρίχνοντας μπροστά το σώμα στην επερχόμενη ανηφόρα.
Η Κρίση έφερε στο δήμο ανέχεια· με τον καιρό
τα κράσπεδα και οι πλάκες σπάσαν και έμειναν έτσι.
Είναι λιγάκι επικίνδυνο για έναν πεζό να κατηφορίζει εκεί.
Δε μπορώ να σταθώ στη γωνία του απέναντι δρόμου.
Δύο δεκαετίες περάσαν και πλέον δε βρίσκω διαθέσιμο χρόνο.
Εσύ πάλι, μετακόμισες και τώρα νανουρίζεις τα μωρά σου.
Έξω, στους λαμπτήρες, το χιόνι ψιλό και πέφτει αργά.
Κάπως σαν τις σταγόνες στην Πάτρα, όταν είχε πολλή υγρασία.

Οι μέρες του Σίσυφου

Ένα πρόσωπο που βασανίζεται
τόσο κοντά στις πέτρες
είναι ήδη πέτρα

Συνήθισα πια τη φρίκη.
Τα φιλμ από τις πυρηνικές δοκιμές σε παραδείσους του Ειρηνικού,
την άηχη έκρηξη και τον τυφώνα που σαρώνει τους φοίνικες,
τα Σινούκ που ξορκίζουν με νερό τη Φουκουσίμα,
τους επιστήμονες στα λευκά να περιδιαβαίνουν το εργοστάσιο
αδιάφορα.
Συνήθισα τη μανία να καταγραφεί ως έχει η αλήθεια
τα ζωάκια που παραληρούν απελπισμένα μετά το πείραμα,
τους εκτελεσμένους χιμπαντζήδες στις καρότσες φορτηγών,
τους μεγάλους φαλαινόπτερους που σέρνουν με το βίντσι στο
κατάστρωμα.
Συνήθισα το θρίαμβο για το πώς παίρνει πνοή ζωής το μέταλλο
τα εργοστάσια όπου δουλεύουν μόνο κίτρινα ρομπότ,
τους εξωσκελετούς που θ’ αντικαταστήσουνε τους μύες μας,
τα δάση από ανεμογεννήτριες στους λόφους ως τη θάλασσα.
Συνήθισα τόσο, που βρίσκω αισθητική στην ερημιά
και ίχνη του υπέροχου στον όλεθρο.
Φωτογραφίες του Βάικινγκ και τοπία της Ατακάμα είναι η νέα
ομορφιά.
Κοιτάζω με τις ώρες την κόκκινη έρημο του Άρη,
τις στεγνές πέτρες και το ροζ χωρίς οξυγόνο ουρανό,
σκέφτομαι πως η θάλασσα ανεβαίνει και η Σαχάρα επεκτείνεται
προς τα εδώ και δε θα τη σταματήσει η Μεσόγειος.
Τη φρίκη πλέον τη συνήθισα.
Οπότε, ανέχομαι καλά την καθημερινή σφαγή
το δέρμα σου που μέρα με τη μέρα θα ζαρώνει,
την πρωινή κατάβαση για να σηκώσεις πάλι την ίδια άχρηστη
πέτρα,
τον εφιάλτη ότι μια μέρα θα πρέπει αυτά να τα εξηγήσεις στα
παιδιά σου.