Μαρτυρία για τον Αλέξη Τραϊανό

 

                                      

                    

                  Όμως το πιο γλυκο βιολι / το παίζει ο θάνατος

          ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΡΑΒΟΣ, Με των αλόγων τα φαντάσματα

 

Όταν κτύπησε η πόρτα απρόσμενα Κυριακη

τον είδα να εισέρχεται στο σπίτι

με μια σακούλα πικραμύγδαλα στα χέρια-του

δώρο για σένα, είπε, και σωριάστηκε στον καναπε.

Καρφωμένα στο ανέκφραστο πρόσωπό-του

τα μαύρα γυαλια-του για να τον προστατεύουν

δικαιολογήθηκε απο τις αδηφάγες αστραπες

που έφευγαν απο τ’ ανθρώπινα βλέμματα.

Η μαύρη νύχτα μια αράχνη που απο νωρις ύφαινε

τον λεπτο ιστο-της απάνω στο σώμα της πόλης

κι’ οι άνθρωποι να σπαρταράνε μέσα-της

όπως ψάρια που παγιδεύτηκαν στα δίχτυα.

 

Δεν ζητούσε τίποτα απο τη ζωη! Να ζει απλα

ήθελε, ταπεινα, όπως τα ζώα και τα πουλια

«με ένα βλέμμα γεμάτο αγάπη και λύπη».

Έλεγε ακόμη κάτι για «απόκρημνο φόβο»

για «ιδιωτικη θλίψη» και άλλα παράδοξα.

 

Κοντα στα μεσάνυχτα άναψε το δέκατο τσιγάρο

έβαλε στον δισκοφόρο την πρώτη συμφωνία του Μάλερ

και ύψωσε το δεξι-του χέρι σημάδι αποχαιρετισμου.

Να μην ξεχνας πως «ο θάνατος είναι εθνικο προϊον»,

ψιθύρισε μπροστα στη μισάνοιχτη πόρτα

και έριξε-όπως σάπιο κρέας-με δύναμη το κορμι-του

στον πεινασμένο λύκο που παραμόνευε στο σκοτάδι.

 

Μέσα στην αξημέρωτη νύχτα άκουγα μόνο του χρόνου

τις μυλόπετρες που συνέθλιβαν την τρυφερη φωνη-του.

 

                                                                     12-20.8.2017

 

…………………………………

 

 

Δοξαστικο για τον Μάρκο Βαμβακάρη

 

 

                                                    

«Γεια σας παίδες», φώναξε ο Μάρκος Βαμβακάρης

και ανέβηκε ψηλα στο υπαίθριο πάλκο

μαζι με τους άλλους ρεμπέτες του ντουνια

με τ’ αλάνια απο κάτω να τον καρτερούνε απ’ ώρα.

Όταν άρχισε να παίζει το μπουζουκάκι-του

και να τραγουδάει «τα ματόκλαδά-σου λάμπουν

σαν τα λούλουδα του κάμπου», η νύχτα

να λικνίζεται άρχισε σαν μεθυσμένη γύφτισσα

να βγάζει χάλκινα φτερα και να υπερυψούται

για να κολλήσει ασημένια φλουρια

στο πλατυ μέτωπο του ζαλησμένου φεγγαριου.

 

Ψηλα στον κατασκότεινο ουρανο

πάνω ακριβως απο τα κεφάλια-τους διαγράφηκε

πάμφωτο φωτοστέφανο μια κυκλοτερη αστραπη.

 

Ήταν ο Θεος που άνοιγε το παράθυρό-Του

(ή τα χρυσαφένια μάτια-Του) για να δει κάτω

τι κάνουν οι όλβιοι Έλληνες

στο τρικυμισμένο αλλα ένδοξο αλωνάκι-τους,

εις πείσμα βέβαια του πικρόχολου

του τετραπέρατου διαβόλου που τους επιβουλεύεται.

 

                                                                 16.10.2016-12.2.2017

 

 

 

Απο την ανέκδοτη συλλογη «Μαθητεία στο σχολείο της λύπης»