***
Την ημέρα εκείνη ο Ιησούς ήταν απ’ το πρωί σκυθρωπός. Ο Πέτρος που καταλάβαινε γιατί τον πλησίασε και του είπε «Κύριε, δεν υπάρχει άλλος τρόπος ν’ απαλλαγεί ο κόσμος από την αμαρτία;». «Όχι», αποκρίθηκε ο Κύριος, «η αμαρτία μόνον από το ίδιο της το χέρι αποθνήσκει».

Όλοι οι άνθρωποι κι όλοι των ανθρώπων οι Θεοί είναι αυτόχειρες.

***

Όταν εκπληρώθηκαν οι γραφές δεν το κατάλαβε κανείς. Οι γραφές εγράφησαν σε λόγο κρυπτικό και διφορούμενο και δεν μπορούσαν την καρδιά του κόσμου του απλού ν’ αγγίξουν. Μόνον ο νόμος εξουσίαζε με πυγμή τη ζωή τους, όμως κι αυτός μες στην πολυπλοκότητά του είχε αποθάνει. Η επανάσταση ήταν πια αναπόφευκτη με πρώτα θύματα τους ανεμόμυλους κι έπειτα χίλιες μάγισσες σε μια αιώνια πυρά.

***

Όταν η Μαρία εσφούγγισε τα πόδια του Ιησού με τα μαλλιά της ένιωσε σα να έχασε τα εσωτερικά της βάσανα σε μια δίνη στοργής. Ο Κύριος είχε υλοποιήσει μέσα της μια βαθιά αναλγησία που λέγεται αγάπη δίχως αντάλλαγμα.

***

Πάνω στο σταυρό ο Ιησούς άρχισε αίφνης να οσφραίνεται λουλούδια. Ο Κύριος κατάλαβε πως επρόκειτο να παραδώσει την ψυχή του στον αιώνιο Πατέρα και χαμογέλασε. Ένα βαρύ φορτίο πλάκωσε τότε το στήθος του Ρωμαίου εκατόνταρχου που ‘ταν υπεύθυνος για τη σταύρωση και παρακολουθούσε τη σκηνή. Δεν είναι αυτό χαμόγελο χαράς, σκέφτηκε, κι αυτό το άρωμα δεν αναδύεται από άνθη. Και δάκρυσε σα να ‘ταν εκείνος πάνω στο σταυρό.

***

O άπιστος ληστής στο πλευρό του Ιησού δεν ήταν θυμωμένος ούτε με τον εαυτό του ούτε με τον Κύριο. Τη μαύρη του την τύχη καταριόταν που τον έπιασαν και που δεν υπήρχε Θεός για να τον σώσει.

***

Την ημέρα που επρόκειτο ν’ αναστηθεί ο Ιησούς ένας άγγελος τον πλησίασε και ρώτησε: «Γιατί Κύριε χρειάζονται την Ανάσταση οι θνητοί; Δεν είναι αρκετή η ζωή που τους χάρισες;». Και με τα λόγια του αυτά ο άγγελος εξέπεσε στη γη να προσεύχεται για την αθανασία.

Είναι βαρύ το τίμημα της αλήθειας.