Τρίτη πράξη – 6η σκηνή
ΝΑΘΑΝ: Διαταγές, Σουλτάνε μου!
ΣΑΛΑΝΤΙΝ: […] Μια και είσαι
τόσο σοφός, πες μου λοιπόν
ποια πίστη, ποιος νόμος θεϊκός
σου φάνηκε ο πιο σωστός.
ΝΑΘΑΝ: Σουλτάνε,
είμαι εβραίος.
ΣΑΛΑΝΤΙΝ: Κι εγώ μουσουλμάνος.
O Χριστός βρίσκεται ανάμεσά μας.
Απ’ αυτές τις τρεις θρησκείες
μόνο μία μπορεί να είν’ αληθινή.
Ένας άνθρωπος, όπως εσύ,
δε θα σταθεί αμετακίνητος εκεί,
που η τύχη και η γέννηση τον έχουν ρίξει·
ή κι αν μείνει, θα μείνει, γιατί καλά το ερεύνησε,
βρήκε τους λόγους και το καλύτερο επέλεξε.
Λοιπόν. Να ακούσω τους λόγους,
που εγώ το χρόνο δεν είχα για να αναζητήσω.
[···]

O Σουλτάνος αποχωρεί, για να αφήσει στο Νάθαν το χρόνο να σκεφτεί.
7η σκηνή
ΣΑΛΑΝΤΙΝ: […] Μίλα λοιπόν! Ψυχή καμιά δε μας ακούει.
ΝΑΘΑΝ: O κόσμος ολόκληρος ας μας ακούσει.
ΣΑΛΑΝΤΙΝ: Τόσο σίγουρος είναι ο Νάθαν για την υπόθεσή του!
Ε, λοιπόν, αυτό λέω εγώ σοφία: ποτέ μην κρύβεις την αλήθεια·
γι’ αυτήν όλα να τα ρισκάρεις, ζωή και βιος!
ΝΑΘΑΝ: Ναι, ναι! Όταν πρέπει και ωφελεί. […]
Σουλτάνε μου, πριν να σου πω την πάσα αλήθεια,
μου δίνεις την άδεια μια ιστοριούλα να σου πω;
ΣΑΛΑΝΤΙΝ: Γιατί όχι; Πάντα μου αρέσαν οι ιστορίες,
αρκεί καλά να τις διηγούνται.
ΝΑΘΑΝ: Μμμ… καλά να τη διηγηθώ,
εδώ δεν είμαι δυνατός.
ΣΑΛΑΝΤΙΝ: Πάλι έτσι περήφανα ταπεινός;
Εμπρός, ξεκίνα την ιστορία!
ΝΑΘΑΝ: Πριν από πολλά χρόνια ζούσε στην Ανατολή
κάποιος που είχε δικό του αμύθητης αξίας δαχτυλίδι,
δοσμένο από χέρι φιλικό. Η πέτρα του ήταν από οπάλι,
που μες στο φως χιλιάδες χρώματα έριχνε.
Κι είχε μια δύναμη κρυφή, εκείνον που το δαχτυλίδι είχε
να τον κάνει αγαπητό σ’ ανθρώπους και Θεό,
αρκεί να πίστευε κι αυτός στη δύναμη αυτή.
Είναι παράξενο λοιπόν,
που ο άνθρωπος που ζούσε στην Ανατολή
δεν έβγαζε ποτέ το δαχτυλίδι και φρόντισε
για πάντα στο σπίτι του να μείνει;
Να πώς: το δαχτυλίδι άφησε στον πιο αγαπητό του γιο
και όρισε και αυτός με τη σειρά του
στο γιο του να τ’ αφήσει τον πιο αγαπητό·
κι έτσι συνεχώς το δαχτυλίδι πήγαινε
σ’ αυτόν που ο πατέρας αγαπούσε πιο πολύ,
κι αυτός -χωρίς να υπολογίζεται της γέννησής του η σειρά-,
το δαχτυλίδι έχοντας στην κατοχή του,
αυτόματα γινόταν η κεφαλή κι ο κύριος του σπιτιού.
ΣΑΛΑΝΤΙΝ: Καταλαβαίνω, και μετά;
ΝΑΘΑΝ: Περνώντας από γιο σε γιο, έφτασε κάποτε το δαχτυλίδι
σ’ έναν πατέρα που είχε τρεις γιους.
Κι οι τρεις τους ήταν καλοί, πειθαρχικοί
και δεν μπορούσε παρά εξίσου να τους αγαπά.
Μόνο πού και πού, όταν βρισκόταν μόνος του
με τον έναν τη μια, την άλλη με τον άλλο,
κι οι άλλοι δυο γιοι του δε βρίσκονταν μαζί
τα λόγια να ακούσουν της καρδιάς του,
πότε τον ένα έκρινε άξιο του δαχτυλιδιού, πότε τον άλλο.
Κι έτσι αυτή της αγάπης η αδυναμία τον έκανε
στον καθένα από τους τρεις το δαχτυλίδι να υποσχεθεί.
Κι έτσι περνούσε ο καιρός.
Μόνο που ήλθε κάποτε ο θάνατος κοντά,
και ο καλός γονιός βρέθηκε στα στενά.
Τον πονάει δυο γιους του,
που το λόγο του είχαν πιστέψει,
έτσι να προσβάλει.
Τι να κάνει; Στέλνει μυστικά σ’ έναν τεχνίτη,
και του παραγγέλνει με δείγμα το δαχτυλίδι
δυο άλλα που να μοιάζουνε να φτιάξει,
να μη νοιαστεί για έξοδα και κόπο.
Κι όταν αυτός τα δαχτυλίδια φέρνει,
ούτε ο γονιός πια δεν μπορεί το γνήσιο να διακρίνει.
Χαρούμενος και ευτυχής
κοντά καλεί τους γιους του, έναν έναν χωριστά,
και στον καθένα δίνει την ευχή του
και το δαχτυλίδι – και πεθαίνει.
Ακούς ακόμα, Σουλτάνε;
ΣΑΛΑΝΤΙΝ: (που σκεφτικός έχει γυρίσει αλλού το πρόσωπό του)
Ακούω, ακούω. Έλα τέλειωνε το παραμύθι σου.
Έχει τέλος, δεν είναι έτσι;
ΝΑΘΑΝ: Τελειώνω.
Ό,τι ακολούθησε εύκολα γίνεται από μόνο του αντιληπτό.
Καλά καλά δεν είχε την τελευταία του πνοή αφήσει ο πατέρας,
κι ο καθένας έρχεται με το δαχτυλίδι του,
κι ο καθένας θέλει ο κύριος του σπιτιού να γίνει.
Το θέμα ερευνούν, μαλώνουν και κατηγορούν. Μάταια·
το αληθινό το δαχτυλίδι δεν μπορεί πια να βρεθεί,
όπως και σε μας η πίστη η σωστή.
ΣΑΛΑΝΤΙΝ: Πώς;
Αυτό λοιπόν είναι η απάντηση στο ερώτημά μου;
ΝΑΘΑΝ: Συγγνώμη πρέπει να ζητήσω, αν δεν μπορώ
τα δαχτυλίδια με ακρίβεια να ξεχωρίσω,
που ο γονιός με τούτο το σκοπό τα έφτιαξε,
να μην μπορούν να διακριθούν σε ψεύτικο κι αληθινό.

 

`

 ********************************************

`

Ο Λέσσινγκ Γκόττχολντ Έφραιμ (1729 – 1781)  ήταν Γερμανός δραματουργός, κύριος εκπρόσωπος του γερμανικού Διαφωτισμού στη λογοτεχνία, κριτικός και φιλόσοφος.

Γιος κληρικού και θεολόγου από τη Σαξωνία, ο Λέσσινγκ μπήκε σε ηλικία   12 ετών (1741) στην ονομαστή Ηγεμονική Σχολή (Furstenschule) στο Μάισσεν, όπου σπούδασε ελληνικά, λατινικά, εβραϊκά, σύγχρονες γλώσσες, μαθηματικά και φιλοσοφία. Από το 1746 ως το 1748 σπούδασε θεολογία στη Λειψία, ενώ συγχρόνως παρακολούθησε και μαθηματικά. Στο διάστημα της πρώτης αυτής παραμονής του στη Λειψία, θεατρικό τότε κέντρο ολόκληρης της Γερμανίας, ο Λέσσινγκ ασχολήθηκε και με το θέατρο. Καρπός της επαφής του με το θεατρικό κύκλο της πόλης ήταν (μετά τη δημοσίευση μερικών διηγημάτων και ποιημάτων το 1747) οι κωμωδίες: Ο νέος σοφός (Der junge Gelehrte, 1748, εκδ. 1754), Το ελεύθερο πνεύμα (Der Freigeist, 1749) και οι Εβραίοι (Die Juden, 1749). Τα πρώτα αυτά θεατρικά έργα του Λέσσινγκ ακολουθούν το ύφος της εποχής, του γαλλικού δηλ. κλασικού θεάτρου.

Η θεατρική όμως ενασχόληση του Λέσσινγκ στη Λειψία δυσαρέστησε τους γονείς του, που τον ανάγκασαν να επιστρέψει για ένα διάστημα στη γενέτειρά του Κάμεντς. Σύντομα, με τη συγκατάθεσή τους, επέστρεψε και πάλι στη Λειψία, όπου άρχισε να σπουδάζει ιατρική. Αντιμετωπίζοντας σοβαρά οικονομικά προβλήματα, έφυγε τον ίδιο χρόνο για το Βερολίνο, όπου τα επόμενα τέσσερα χρόνια εργάστηκε κυρίως ως δημοσιογράφος, μεταφραστής (αγγλικών και γαλλικών ιατρικών και φιλοσοφικών κειμένων και ως «ελεύθερος συγγραφέας» (freier Schriftsteller). Γνωρίστηκε επίσης με σημαίνοντες ανθρώπους των γραμμάτων (όπως ο Βολταίρος) και απέκτησε μεγάλη φήμη ως κριτικός της τέχνης, ιδιαίτερα με τα άρθρα του (από το 1751) στην εφημερίδα Berlinische privilegierte Zeitung. Εξέδωσε επίσης (ως το 1750) και το περιοδικό Άρθρα σχετικά με την ιστορία και την εξέλιξη του θεάτρου (Beitrage zur Historie und Aufnahme des Theaters). Το 1752 ο Λέσσινγκ πήρε το δίπλωμα της Ιατρικής από το Πανεπιστήμιο του Βίττενμπεργκ και τον ακαδημαικό τίτλο του «Magister». 

Επιστρέφοντας στο Βερολίνο, ο Λέσσινγκ άρχισε να εκδίδει το περιοδικό Θεατρική Βιβλιοθήκη (Theatralishe Bibliothek), που αποτελείται από ουσιαστικά από μεταφράσεις. Από το 1755 ως το 1758 έζησε  και πάλι στη Λειψία, όπου γνωρίστηκε με τους Κλόπστοκ και Κλάιστ. Το 1760 ανέλαβε τη θέση του γραμματέα του στρατηγού Τάουεντζιεν, Πρώσου διοικητή του Μπρέσλαου.

Η παραμονή του στην πόλη αυτή του έδωσε τα ερεθίσματα για τη συγγραφή του έργου του Μίννα φον Μπάρνχελμ. Το 1765 βρέθηκε και πάλι στο Βερολίνο· αφού απέτυχε να πάρει θέση του διευθυντή της Βασιλικής Βιβλιοθήκης (ο βασιλιάς Φρειδερίκος Β΄ ο Μέγας ευνοούσε τον Βολταίρο, υποτιμώντας τους Γερμανούς συγγραφείς), δέχτηκε (1767), λόγω οικονομικών αναγκών, να διοριστεί δραματουργός στο νέο Γερμανικό Εθνικό Θέατρο του Αμβούργου. Το 1770 πήρε τη θέση του βιβλιοθηκάριου στη δουκική βιβλιοθήκη του Βόλφενμπυττελ, όπου έζησε το μεγαλύτερο μέρος της υπόλοιπης ζωής του. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από πλούσιο συγγραφικό έργο, τόσο από φιλοσοφική όσο και λογοτεχνική άποψη. Το 1776 παντρεύτηκε την Εύα Καίνιχ, που όμως πέθανε ένα χρόνο αργότερα. Πέθανε πάμφτωχος και δυστυχισμένος στο Μπράουνσβαϊχ, όπου και τάφηκε.

Tο πρώτο σημαντικό έργο του Λέσσινγκ, Μις Σάρα Σάμψον (Miss Sara Sampson), γράφτηκε το 1755 και θεωρείται η πρώτη «αστική τραγωδία» στη Γερμανία. Οι μορφές παρουσιάζονται από τη μια μεριά σαν ψυχολογικοί χαρακτήρες με τους οποίους μπορεί να ταυτιστεί το κοινό, από την άλλη σαν εκπρόσωποι ηθικών αρχών και εντάσσονται στην προσπάθεια της αστικής τάξης να εκφραστεί μέσα από μια καινούργια ηθική. Χαρακτηριστικό για τη φράση αυτή του Διαφωτισμού και για το συγγραφέα είναι το γεγονός ότι ο Λέσσινγκ δημιουργεί «μικτούς» χαρακτήρες, δηλ. λογοτεχνικές μορφές με αντιφατικά ως προς την ηθική στοιχεία. Το έργο δίνει επίσης ερέθισμα για έναν προβληματισμό σχετικά με το ρόλο των συναισθημάτων στη φύση του ανθρώπου, τα οποία ελευθερώνει από τα αυστηρά και λογικά ηθικά συστήματα που είχε επινοήσει πρωτύτερα ο Διαφωτισμός. Η τραγωδία αυτή λέγεται αστική, όχι μόνο επειδή η αστική τάξη γίνεται κοινωνικός φορέας της λογοτεχνίας αλλά και επειδή το θέατρο ασχολείται πια με τους προβληματισμούς των αστών – σ’ αυτό το έργο ιδιαίτερα με την ηθική – και προβάλλει σκηνές από την καθημερινή ζωή κοινωνική και οικογενειακή ζωή τους. 

Το 1759 ο Λέσσινγκ δημοσίευσε τους Μύθους του (Fabeln) και το μικρό πεζό δράμα Φιλώτας (Philotas). Την ίδια εποχή και ως το 1765 εξέδιδε μαζί με άλλους το κριτικό περιοδικό Επιστολές που αφορούν την πιο σύγχρονη λογοτεχνία. Στις 335 επιστολές, που περιλάμβανε το περιοδικό, ο Λέσσινγκ για πρώτη φορά εκδηλώθηκε ανοικτά εναντίον του γαλλικού κλασικισμού και του Γκόττσεντ και υποστήριξε τον Σαίξπηρ, που η ουσία του έργου του βρισκόταν, σύμφωνα με τη γνώμη του, πιο κοντά στην αρχαία τέχνη.

Το 1776 ο Λέσσινγκ τελείωσε την κωμωδία Μίννα φον Μπάρνχελμ (Minna von Barnhelm, έκδ. 1767), που χαρακτηρίζεται ως σήμερα σαν «κλασική» γερμανική κωμωδία και εκθειάστηκε από τον Γκαίτε κυρίως για την επικαιρότητα της, αφού η δράση τοποθετείται χρονικά στον Επταετή πόλεμο. Η κωμωδία αυτή, που περιέχει αρκετά τραγικά στοιχεία, αποτελεί ένα νέο είδος θεατρικού έργου. Ο Λέσσινγκ αρνείται και την παράδοση της «κωμωδίας των τύπων», που είχε αναπτυχθεί κατά την περίοδο του Διαφωτισμού, και την παράδοση της γαλλικής «μελοδραματικής κωμωδίας», δημιουργώντας ένα νέο είδος που βασίζεται στους χαρακτήρες (Charakterkomodie) και που επιζητεί όχι μόνο να προκαλέσει γέλιο ή να συγκινήσει, αλλά, χρησιμοποιώντας στοιχεία και από τα δυο είδη, να συνδέσει στο γέλιο του θεατή, τη λογική και το συναίσθημα. Βάση για την κατανόηση του έργου είναι η ταύτιση με τις λογοτεχνικές μορφές. Γι’ αυτό ο Λέσσινγκ δείχνει τους δευτερεύοντες ρόλους, που προέρχονται από την Commedia dell’ arte, όχι σαν τύπους, δηλαδή εκφραστές μιας ιδιορρυθμίας ή ιδιότητας, αλλά σαν ανθρώπους με ατομικότητα. Η ευδαιμονία στο τέλος του έργου που αποτελεί την κυρίαρχη ουτοπία του Διαφωτισμού, βασίζεται στη σωστή εξέλιξη των ατόμων.

Στο κριτικό έργο Ο Λαοκόοντας: ή σχετικά με τα όρια της ζωγραφικής και της ποίησης (Laokoon: oder uber die Grenzen der Malerei und Poesie, 1766), ο Λέσσινγκ έρχεται σε αντίθεση με την τότε επικρατούσα αντίληψη «ut picture poesis», σύμφωνα με την οποία οι εικαστικές τέχνης θέτουν το μέτρο για την ποίηση. Εξηγεί ότι για τις δυο αυτές μορφές τέχνης ισχύουν διαφορετικοί κανόνες, επειδή διαφοροποιούνται λόγω των ιδιαιτεροτήτων τους: για την ποίηση ισχύει η χρονική σειρά και για τις εικαστικές τέχνες η συνύπαρξη στο χώρο. Στο τέλος του έργου ο Λέσσινγκ ασχολείται αναλυτικά με τον Βίνκελμανν, που το σημαντικό του έργο Ιστορία της τέχνης της αρχαιότητας μόλις είχε εκδοθεί.

Από το 1767 ως το 1769 ο Λέσσινγκ δημοσίευσε (με αφορμή τη δραστηριότητά του ως δραματουργός στο Εθνικό Θέατρο του Αμβούργου) τη Δραματουργία του Αμβούργου (Hamburgische dramaturgie), μια συλλογή από 54 κριτικές. Παρόλο που ο συγγραφές κρίνει τα έργα που παρουσιάστηκαν στο θέατρο αυτό, η δουλειά του αυτή χάνει τελικά το χαρακτήρα της στενής κριτικής και αποτελεί στο σύνολό της, το κύριο θεωρητικό έργο του και ένα θεμελιακό πόνημα για την αστική αισθητική στη Γερμανία. Ο Λέσσινγκ αρνείται τη μονόπλευρη ορθόδοξη ερμηνεία του Αριστοτέλη, σχετικά με την ενότητα του χρόνου, του τόπου και της πλοκής, που δεχόταν η κλασική σχολή της Γαλλίας και που κυριαρχούσε στην Ευρώπη, και υποστηρίζει ξανά τον Σαίξπηρ. Συγκεκριμένα, σε αντίθεση με τη γαλλική σχολή, ο Λέσσινγκ τονίζει ότι η αριστοτελική διαδικασία («έλεος» και «φόβος», βάσεις για την «κάθαρση») δεν πρέπει να συνδέεται με μια συγκεκριμένη μορφή θεατρικού έργου αλλά με τη δυνατότητα του θεατή να ταυτιστεί με τα διάφορα θεατρικά πρόσωπα. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο οι χαρακτήρες του έργου να μοιάζουν με τους χαρακτήρες των θεατών, με τις θετικές και αρνητικές πλευρές τους. Με τη θέση του αυτή ο Λέσσινγκ υποστηρίζει γενικότερα όλα τα προοδευτικά ρεύματα της εποχής. Έρχονται όμως και σε αντίθεση με τους νέους ποιητές του ρεύματος «Ορμή και Θύελλα» («sturm und drang») επειδή τονίζει ότι οι «κανόνες του είδους» είναι δεσμευτικοί για το λογοτεχνικό έργο.

Το χειμώνα του 1771 – 72 ο Λέσσινγκ τελείωσε την τραγωδία Εμίλια Γκαλόττι (Emilia Galotti), που αποτελεί ένα από τα κορυφαία γερμανικά θεατρικά έργα του 18ου αι. Βασισμένο σε ένα γνωστό μοτίβο του Ρωμαίου ιστορικού Τίτου Λίβιου, το έργο παρουσιάζει την ιστορία της Εμίλια, κόρης αστού, που την ερωτεύεται ένας πρίγκιπας ο οποίος έμμεσα συμμετέχει στη δολοφονία του αρραβωνιαστικού της, προκειμένου να την κερδίσει. Στην τελική σκηνή η Εμίλια, μπροστά στον πρίγκιπα, ζητά από τον πατέρα της ένα στιλέτο για να αυτοκτονήσει επειδή φοβάται ότι, μολονότι μισεί τον πρίγκιπα, θα υποκύψει στη φυσική έλξη που νιώθει γι’ αυτόν. Όταν αναφέρεται το παράδειγμα του Ρωμαίου Βιργίνιους, ο ίδιος    ο πατέρας της τη σκοτώνει. Ο Λέσσινγκ, αν και αρνείται την ιδέα του πολιτικού έργου, αποκαλύπτοντας την ανηθικότητα της αριστοκρατίας, δίνει και πολιτικές διαστάσεις στην τραγωδία του επηρεάζει ανάμεσα σε άλλους και τον Σίλλερ. Ο Λέσσινγκ θέλησε στο έργο του αυτό να εφαρμόσει τους κανόνες που ο ίδιος είχε διατυπώσει στη Δραματουργία του Αμβούργου, δίνοντας έτσι ένα δείγμα της δύναμης και της σοβαρής επιρροής του Σαίξπηρ στο γερμανικό θέατρο.

Με αφορμή τη διαφωνία του με τη δογματική και παραδοσιακή θρησκεία ο Λέσσινγκ έγραψε το τελευταίο θεατρικό έργο του Νάθαν ο σοφός (Nathan der Weise, 1779). Το έργο είναι έμμετρο και αναλυτικό: γεγονότα που έχουν συμβεί στο παρελθόν αποκαλύπτονται στην εξέλιξη της πλοκής. Εκφραστές των τριών σημαντικών θρησκειών βρίσκονται την εποχή των Σταυροφοριών στην Ιερουσαλήμ: ο μουσουλμάνος σουλτάνος Σαλαδίνος, ο Εβραίος έμπορος Νάθαν και οι χριστιανοί Τέμπελχερρ και ο πατριάρχης. Ύστερα από απροσδόκητες εξελίξεις, αποδεικνύεται ότι, εκτός από το δογματικό πατριάρχη, όλα τα κύρια πρόσωπα του έργου έχουν συγγενικούς δεσμούς μεταξύ τους και τότε συμφιλιώνονται. Η συμφιλίωση όμως αυτή έχει προετοιμαστεί πολύ πιο πριν με την αλληλοκατανόηση των προσώπων, που οφείλεται ουσιαστικά στην ανοχή τους. Η ιδέα της ανοχής (toleranz), που συμβαδίζει με την ιδέα της ανεξιθρησκίας, χαρακτηρίζει τις τελευταίες φάσεις του Διαφωτισμού και καλλιεργεί το έδαφος για την ιδέα της μεγαλοφυΐας (Genie) που επικρατεί στο ρεύμα «Ορμή και Θύελλα». Κεντρικό σημείο του έργου αυτού είναι η «παραβολή των δακτυλιδιών», όπου ο Νάθαν αποδείχνει συμβολικά πώς μόνον ο ανθρωπισμός που εκφράζεται στις πράξεις του ανθρώπου αποτελεί το κριτήριο για την εκτίμηση των θρησκειών. Η ανοχή, η λογική και η πρακτική ηθική οδηγούν τους ανθρώπους στην αλληλεγγύη και στην ευτυχία.

Ο ανθρωπισμός, που ξεπερνάει εθνικά, κρατικά και κοινωνικά όρια, αποτελεί και το κεντρικό νόημα του Ερνστ και Φαλκ, συζητήσεις για τους τέκτονες (Ernst und Falk, Gesprache fur Freimauer, 1778 – 80). Το έργο του Λέσσινγκ ολοκληρώνεται με το σύγγραμμά του Η εκπαίδευση του ανθρώπινου γένους (Die Erziehung des Menschengeschlechts, 1780), όπου διαφαίνεται η ανάγκη να μεταμορφωθεί η θρησκευτική αποκάλυψη σε λογική εξήγηση.  

[Παγκόσμιο βιογραφικό λεξικό εκδοτική Αθηνών-τόμος 5, 1991]