Για μια φορά ακόμη έφευγαν πάνω από το χωράφι του αγγίζοντας τη νύχτα

Ο ουρανός ήταν σκοτεινός. Ο άνεμος έφευγε. Το στάρι άνθιζε παντού και μακριά.

Στο τελευταίο φως έφευγαν κι εκείνοι λυγισμένοι από το βάρος της σιωπής

Ενας ξένος άντρας προχωρούσε μαζί τους. Δεν τον ήξεραν.

Ηταν λυπημένοι γιατί είχε πεθάνει ο Ιησούς.

Ομως ένας τους είπε ξαφνικά: Είναι περίεργο.

Πέθανε για τον εαυτό του. Και πέθανε δίχως νόημα και όφελος.

Ετσι δεν θέλω πια κι εγώ να ζω: έτσι που είμαι μοναχός

Και ένας άλλος έλεγε: μάλλον δεν θάξερε πόσο μας ωφελούσε

Ενας τρίτος έλεγε: Δεν πιστεύω πως θα ξαναρθεί.

Προχωρούσαν λυγισμένοι και βαριά στο λιγοστό το φως

Ενας ξένος προχωρούσε μαζί τους. Δεν τον ήξεραν.

Και ένας τους κοίταξε πάνω από τον κάμπο του σταριού και ένιωσε τα μάτια του να καίνε

Και μίλησε: πως υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να πεθάνουν για ανθρώπους

Και αισθάνθηκε μέσα του έκπληξη (καθώς κυλούσαν τα λόγια):

Και πως υπάρχουν πράγματα για τα οποία μπορεί κανείς να πεθάνει

Πράγματα που ο καθένας τάχει, και δεν τα έχει

Γιατί δεν το ξέρει. –Αυτά έλεγε μέσα στο ύστερο φως.

Ηταν ένας νέος άνθρωπος. Κόντευε η νύχτα.

Ο ουρανός ήταν σκοτεινός. Ο άνεμος λύγιζε. Το στάρι άνθιζε παντού και μακριά.

Προχωρούσαν λυγισμένοι και βαριά αγγίζοντας τη νύχτα.

Ενας ξένος άντρας προχωρούσε μαζί τους. Δεν τον ήξεραν.