13.
Μακριὰ ἀπ ᾽τὸν ῎Ερωτα, ἐραστές, ἀπὸ τὴ ϕλόγα μακριά·
ἡ πυρκαγιὰ εἶναι τρομερὴ καὶ ἡ πληγὴ θανατερή,
ἀϕοῦ τὸ πρῶτο χτύπημα ἂν δεχτεῖς δὲν ὠϕελεῖ
ἡ δύναμη, ἡ κρίση, ἡ λογική, οὔτε ἡ ϕυγὴ εἶναι γιατρειά.
Φύγετε, τώρα ποὺ ἀπόδειξη ἔχετε τρανὴ
πόσο ἰσχυρὸ εἶναι τὸ χέρι κι αἰχμηρὰ τὰ βέλη·
διαβάστε πάνω μου ποιά συμϕορὰ σᾶς μέλλει,
πόσο ἀνελέητο κι ἀνίερο παιχνίδι ἔχει στηθεῖ.
Φύγετε, μὴν καθυστερεῖτε ἀπὸ τὴν πρώτη κιόλας τὴ ματιά:
ἐγὼ γελάστηκα θαρρώντας πὼς θὰ ξεϕύγω ἂν τὸ ποθῶ·
τώρα τὸ νιώθω, καὶ τὸ βλέπετε καλά, πόσο πολὺ μὲ καίει
ἡ ϕωτιά.

 

`

*

14.
Στὴν ἁμαρτία μέσα ζῶ, μὲ θάνατο ἡ ζωή μου μοιάζει
στὸν ἑαυτό μου δὲν ἀνήκω, ἡ ἁμαρτία μὲ κυβερνᾶ
ἀπ ᾽τὰ οὐράνια ἦρθαν τὰ καλὰ καὶ ἀπὸ μένα τὰ δεινά,
ἀπ ᾽τὴ δική μου ἐλεύθερη βουλὴ ποὺ πιὰ ἀπουσιάζει.
Σκλάβα ἡ λευτεριά μου, Θεὸς ἡ ὕλη, μ᾽ἐξουσιάζει
τί δυστυχία εἶναι αὐτή!
γιὰ τί ἀθλιότητα γεννήθηκα, γιὰ τί ζωή!

`

*

18.
Πόση γλύκα στὴν καρδιά μου μέσ ᾽ἀπ ᾽τὰ μάτια του χαρίζει
ἐκεῖνος ποὺ σὲ μιὰ στιγμὴ χρόνο καὶ θάνατο ἀϕανίζει!
Κι ὅμως αὐτὸ ἀληθινὰ δύναμη μὲ γεμίζει,
ἀπὸ τὶς λύπες τρέϕεται καὶ χρόνος δὲν τὸ ἀγγίζει.
῾Ο ζωοδότης ῎Ερωτας ὁποὺ τὴ γνώση ἀγαπᾶ,
αὐτὸς ποὺ ἀϕυπνίζει κι ἀπὸ τὶς ἔγνοιες ὅλες πιότερο ἀξίζει,
μοῦ ἀπαντᾶ: « ῞Οποιος ἀπὸ ἐμένα στέκεται μακριὰ
σὰν νεκροζώντανος στὴ Γῆ πάνω γυρίζει».
῾Ο ῎Ερωτας εἶναι ἡ ἰδέα τῆς ὀμορϕιᾶς τῆς νοερῆς

ἢ ἐκείνης ποὺ αἰσθάνεσαι βαθιὰ μὲς στὴν καρδιὰ
καὶ εἶναι τόσο εὐγενὴς καὶ ϕίλη κάθε ἀρετῆς.

`

*

37.
Τὴν ἔλαβα, καλοσύνη σας, τὴν ἐπιστολὴ
καὶ εἴκοσι ϕορὲς τὴν ἔχω ἤδη διαβάσει
ὅπως δὲ χρησιμεύει τὸ ϕαῒ σ ᾽αὐτὸν πού ᾽χει χορτάσει,
κάθε δόντι στὸ στόμα σας ἔτσι ν᾽ἀχρηστευτεῖ.
῞Οταν σᾶς ἄϕησα μοῦ ἦταν πιὰ γνωστὸ
ὅτι ἀπ ᾽τὴ γενιὰ τοῦ Κάιν ἐσεῖς κρατᾶτε,
καὶ τὴν καταγωγὴ αὐτὴ ἐπάξια τιμᾶτε
μιᾶς καὶ τῶν ἄλλων τὸ καλὸ σὲ σᾶς δὲν εἶναι ἀρεστό.
Ζηλόϕθονοι, ἀλαζόνες, ἐχθροὶ τοῦ οὐρανοῦ,
ἡ ἀγάπη στὸν πλησίον γιὰ σᾶς καθῆκον ϕορτικό,
μὰ καταστρέϕετε ἔτσι τὸν ἴδιο σας τὸν ἑαυτό.
῍Αν ὅ,τι λέει ὁ Ποιητὴς γιὰ τὴν Πιστόια εἶναι σωστό,
βάλ᾽το βαθιὰ μὲς στὸ μυαλό σου, εἶναι ἀρκετό·
καὶ ἂν τύχει γιὰ τὴ Φλωρεντία νὰ πεῖς λόγο καλό,
μὲ περιπαίζεις. ῎Ω, τί πολύτιμο πετράδι εἶναι αὐτὴ
ἀπὸ ἐσένα ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ ἐκτιμηθεῖ,
γιατὶ ἕνα μέτριο μυαλὸ νὰ τὴν συλλάβει ἀδυνατεῖ.

`

*

66.
Πῶς, δέσποινά μου, γίνεται αὐτὸ ποὺ μᾶς μαθαίνει ἡ ζωὴ
πιὸ πολὺ νὰ διαρκεῖ μία ἀνθρώπινη μορϕὴ
ἐπάνω σὲ πέτρα λαξεμένη, ἄγρια καὶ σκληρή,
παρὰ ὁ πλάστης της, ποὺ στάχτη κάνει ὁ χρόνος, ἀϕανίζει;
Στὸ ἀποτέλεσμα ἡ αἰτία ὑποτάσσεται, λυγίζει,
γι᾽αὐτὸ κι ἀπὸ τὴν τέχνη ἔχει ἡ ϕύση νικηθεῖ.
Μὰ ἐγὼ γνωρίζω, τὴν ὄμορϕη ἀσκώντας γλυπτική,
πὼς χρόνος καὶ θανὴ στὸ ἔργο τέχνης ζωὴ πολλὴ χαρίζει.
Μπορῶ λοιπὸν νὰ δώσω καὶ στοὺς δυὸ βίο μακρύ,
μὲ μύριους τρόπους, μὲ ζωγραϕιὰ ἢ μὲ γλυπτό,
τὰ πρόσωπα ἀπεικονίζοντας εὐθὺς ἐμᾶς τῶν δυό·
ἔτσι, καὶ χίλιους χρόνους ἀϕότου θά ᾽χουμε χαθεῖ,
θὰ δοῦν πόσο ὄμορϕη ἤσουνα ἐσὺ καὶ πόσο δύστυχος ἐγώ,
καὶ πὼς ἀνόητος δὲν ἤμουν τόσο πολὺ νὰ σ ᾽ἀγαπῶ.

`

*

72.
῍Αν ἡ εὐτυχία μεγαλώνει μὲ τὴ μεγάλη προσμονὴ
κι ἀντίθετα σὰν δὲν ἀργεῖ τοῦ πόθου ἡ ἀπαντοχὴ
τώρα στὰ γηρατειά, ἡ εὐτυχία ποὺ νιώθω μὲ λυπεῖ
γιατὶ τοῦ γέροντα ἡ χαρὰ ἔχει μικρὴ ζωή.
῾Ο οὐρανὸς ποὺ μᾶς ϕροντίζει, ποὺ μᾶς ἔχει ἔγνοια,
δὲν θέλει στὸ χειμώνα τῆς ζωῆς ἐρωτικὴ ϕωτιὰ
μὰ ἔχω ριχτεῖ γιὰ τὴ γυναίκα αὐτὴ στὴν πυρκαγιά,
δάκρυα πικρὰ τὸ τίμημα καὶ μὲ μαλλιὰ ἀσημένια.
Κι ὅμως –μόλο ποὺ εἶμαι στὸ τέλος τῆς ζωῆς
ποὺ ὁ ἥλιος ἀργοσβήνει γέρνοντας πρὸς τὴ δύση
μὲς στὸ πυκνὸ σκοτάδι, μέσα στὴν παγερὴ σκιά–
ἂν βάζει ὁ ἔρωτας ϕωτιὰ μόνο μεσοστρατίς
–τώρα ποὺ στὰ γεράματα ϕωτιὰ μὲ ἔχει πυρπολήσει–,
ἴσως αὐτὴ ἡ γυναίκα κάνει τὸ τέλος, μέση τῆς ζωῆς.